Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατακόπτω

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατακόπτω Medium diacritics: κατακόπτω Low diacritics: κατακόπτω Capitals: ΚΑΤΑΚΟΠΤΩ
Transliteration A: katakóptō Transliteration B: katakoptō Transliteration C: katakopto Beta Code: katako/ptw

English (LSJ)

A cut down, fell, of trees, in Pass., Thphr.HP3.15.1, CP2.15.4, etc. 2 cut in pieces, cut up, Hdt.1.48,73, 2.42, Ar.Av.1688 (Pass.), etc.; κρέα Pl.Euthd.301c; κατακοπείς cut in pieces, Hdt.8.92. 3 cut down, massacre, butcher, Id.6.75, Th.7.29:—Pass., ὥσπερ βόες κατεκόπησαν Phld.Rh.1.235S. 4 in a military sense, cut in pieces, 'cut up', τὴν μόραν D.13.22:—Pass., κατακοπῆναι X.An.1.2.25; κατακεκόψεσθαι ib.1.5.16. 5 κ. πληγαῖς τινα PLips.37.20 (iv A.D.), etc. 6 generally, break in pieces, destroy, στεφάνους D. 22.70; κέραμον Plb.5.25.3; ἔρια ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα fretted in pieces, Ar.Lys.730, cf. Luc.Ind.1: metaph., κ. τὴν ἀρχήν Plu. Demetr.30; κατακέκοπταί οἱ τὸ τῆς ψυχῆς γαῦρον Id.2.762f; κατεκόπημεν ἄν we should have been made mince-meat of, Pl.Com.35. 7 weary, bore, Anaxipp.1.23, Men.Sam.70,77. 8 Rhet., λέξις -κεκομμένη 'staccato', jerky composition, Demetr.Eloc.4. 9 in Med., μαστοὺς κατεκόψατο, in vehement grief, Epigr.Gr.316 (Smyrna). II strike with a die, coin bullion into money, Hdt.3.96; τὸν θρόνον ὄντα ἀργυροῦν X.HG1.5.3; τὰς Χρυσᾶς πλίνθους εἰς νόμισμα D.S.16.56, cf. Demetr.Eloc.281, Lib.Or.14.45.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1355] nieder-, zusammenhauen, tödten; Her. 1, 73; Xen. Hell. 4, 8, 30; κατακοπῆναι An. 1, 2, 25; κατακεκόψεσθαι 1, 5, 16; Thuc. 7, 29, vgl. 4, 128; Folgde überall; übtr., wie unser »Einen todt machen«, Anaxipp. Ath. VIII, 404 b; – schlachten, κατεκόπησαν Ar. Av. 1686; κριὸν κατακόψαι καὶ ἀποδεῖραι Her. 2, 42; Theocr. 14, 14. – Zerschneiden, zernagen; ἔρια ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα Ar. Lys. 730; στεφάνους, τὰ πομπεῖα, Dem. 24, 161. 178; zerschlagen, τὰ ἀγάλματα D. Sic. 16, 57; τὸν κέραμον Pol. 5, 25, 3; übertr., τὸ θράσος ἐκκέκλασται καὶ κατακέκοπται Plut. amator. 18; – χρυσίον, ausprägen, Geld schlagen, Her. 3, 96, woran man auch Xen. Hell. 1, 5, 3 denken kann; τὰς χρυσᾶς πλίνθους κατέκοψεν εἰς νόμισμα D. Sic. 16, 56. – Med. eigtl. sich schlagen, τινά, ihn betrauern, Sp. Vgl. simplex.

Greek (Liddell-Scott)

κατακόπτω: μέλλ. -ψω, κόπτων καταρρίπτω· ἐπὶ δένδρων, κλαδεύω, ἀκρωτηριάζω, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 15, 1, π. Φυτ. Αἰτ. 2. 15, 4, κτλ. 2) κόπτω εἰς τεμάχια, «κομματιάζω», Ἡρόδ. 1. 48, 73., 2. 42, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1688, κτλ.· (μαγείρῳ προσήκει) σφάττειν τε καὶ ἐκδέρειν καὶ τὰ σμικρὰ κρέα κατακόψαντα ἕψειν τε καὶ ὀπτᾶν Πλάτ. Εὐθύδ. 301C· κατακοπείς, κεκομμένος εἰς τεμάχια, «κομματιασμένος», Ἡρόδ. 8. 92. 3) φονεύω, «πετσοκόφτω», ὁ αὐτ. 1. 207., 6. 75, Ἀττ. 4) ἐπὶ στρατιωτικῆς ἐννοίας, κατακόπτω, καταστρέφω, τὴν μόραν Δημ. 172. 26· οὕτως ἐν τῷ Παθ., κατακοπῆναι Ξεν. Ἀν. 1. 2, 25· κατακεκόψεσθαι αὐτόθι 5. 16. 5) καθόλου, θραύω εἰς τεμάχια, καταστρέφω, στεφάνους Δημ. 615. 16· κέραμον Πολύβ. 5. 25, 3· ἔρια ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα (Br. κατακαπτόμενα), τριβόμενα, τρωγόμενα, ὡς καὶ νῦν λέγομεν, Ἀριστοφ. Λυσ. 730· καταπονῶ, κατακουράζω, ὅπως μὴ κατακόπτωσι τοὺς ἵππους οἱ τελευταῖοι τὸν ἡγεμόνα διώκοντες Ξεν. Ἱππαρχ. 4, 5·― μεταφ., κ. τὴν ἀρχὴν Πλουτ. Δημήτρ. 30· τὸ τῆς ψυχῆς γαῦρον ὁ αὐτ. 2. 762F· κατεκόπημεν ἄν, ἠθέλομεν «πετσοκοπῇ», Πλάτ. Κωμ. ἐν «Ἑορτ.» 8· σύνθεσις κατακεκομμένη, κατακερματισμένη, ὁ λόγος ὁ συγκείμενος ἐκ μικρῶν κόλων ἢ προτάσεων. 6) ἐν τῷ Μέσ. τύπῳ, μαστοὺς κατεκόψατο Ἑλλ. Ἐπιγρ. 316, ἐν σφοδρᾷ θλίψει, ὅταν τις κόπτῃ, τύπτῃ ἑαυτόν· συχνὸν τὸ μέσ. ἐπὶ τοιαύτης σημασίας παρὰ Χρυσοστόμ., ἐπί τινι· κ. καὶ καταξαίνειν τὰς παρειάς. ΙΙ. κόπτω εἰς νομίσματα, χρυσίον Ἡρόδ. 3. 96· τὸν θρόνον ὄντα ἀργυροῦν Ξεν. Ἑλλ. 1. 5, 3· τὰς χρυσᾶς πλίνθους εἰς νόμισμα Διόδ. 16. 56, πρβλ. Δημήτρ. Φαληρ. § 298.

French (Bailly abrégé)

f. κατακόψω;
1 enlever à l’emporte-pièce ; frapper avec un coin, frapper en forme de monnaie : χρυσίον HDT frapper de la monnaie d’or ; τὸν θρόνον ὄντα ἀργυροῦν XÉN frapper sur une monnaie un trône en argent;
2 mettre en pièces, détruire, tuer, faire périr.
Étymologie: κατά, κόπτω.

English (Strong)

from κατά and κόπτω; to chop down, i.e. mangle: cut.

English (Thayer)

1. to cut up, cut to pieces (see κατά, III:4); to slay: Herodotus and following
2. to beat, bruise: ἑαυτόν λίθοις, to cut, gash, mangle).

Greek Monolingual

(AM κατακόπτω)
βλ. κατακόβω.

Greek Monotonic

κατακόπτω: μέλ. -ψω,
I. 1. κόβω και ρίχνω καταγής, θερίζω, κομματιάζω, τεμαχίζω, διαμελίζω, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κ.λπ. — Παθ., μτχ. αορ. βʹ κατακοπείς, κομματιασμένος, διαμελισμένος, τεμαχισμένος, σε Ηρόδ.
2. σκοτώνω, σφαγιάζω, στον ίδ., σε Αττ.
3. με στρατιωτική σημασία, διαμελίζω, συντρίβω, πετσοκόβω, κατακερματίζω, σε Δημ. — Παθ., απαρ. αόρ. βʹ κατακοπῆναι, σε Ξεν.
4. γενικά, σπάω σε κομμάτια, καταστρέφω, σε Δημ.
II. κόβω νομίσματα, σε Ηρόδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

κατακόπτω:
1) разрубать на куски (χελώνην καὶ ὄρνα, παίδων ἕνα Her., κρέα Plat.);
2) разбивать на куски (κέραμον Polyb.; ἀγάλματα Diod.);
3) рвать на части (στεφάνους Dem.);
4) бить, ударять (ἑαυτὸν λίθοις NT);
5) зарезывать, убивать (κριόν, τῶν προβάτων πολλά, τοὺς καταφυγόντας ἐκ τῆς μάχης Her.);
6) наносить поражение, разбивать (τὴν μόραν Dem.): κατακεκόψεσθαι Xen. потерпеть поражение;
7) точить, разъедать (ἔρια ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα Arph.);
8) перен. подтачивать, надламывать (τὴν ἀρχήν, τὸ τῆς ψυχῆς γαῦρον Plut.);
9) (тж. κ. εἰς νόμισμα Diod.) перечеканивать в монету (χρυσίον Her.; τὸν θρόνον ὄντα χρυσοῦν Xen.; τὰς χρυσᾶς πλίνθους Diod.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατα-κόπτω in stukken hakken:; κ. κρέα vlees hakken Plat. Euthyd. 301c; afslachten:; τοὺς καταφυγόντας... κατέκοπτε hij slachtte degenen die hun toevlucht hadden gezocht (in de tempel) af Hdt. 6.75.3; milit.:; κατακοπῆναι in de pan gehakt worden Xen. An. 1.2.25; kapot maken:; ἔρια ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα de wol die door de motten wordt stukgevreten Aristoph. Lys. 730; overdr. vervelen, irriteren:. κατακόπτεις γέ με jij irriteert mij in elk geval Men. Sam. 292. slaan van munten:. κατακόπτει τοσοῦτον ὅσον ἂν ἑκάστοτε δέηται hij laat zoveel als hij telkens maar nodig heeft van een muntstempel voorzien Hdt. 3.96.2.

Middle Liddell

fut. ψω
I. to cut down, cut in pieces, cut up, Hdt., Ar., etc.: Pass., aor2 part. κατακοπείς cut in pieces, Hdt.
2. to kill, slay, Hdt., attic
3. in a military sense, to cut in pieces, "cut up, " Dem.; Pass., aor2 inf. κατακοπῆναι Xen.
4. generally, to break in pieces, destroy, Dem.
II. to coin into money, Hdt., Xen.

Chinese

原文音譯:katakÒptw 卡他-可普拖
詞類次數:動詞(1)
原文字根:向下-打擊
字義溯源:砍下,砍碎,砍,傷害,傷口;由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(κόπτω)*=砍)組成
出現次數:總共(1);可(1)
譯字彙編
1) 砍(1) 可5:5