Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δύσερις

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δῠσερις Medium diacritics: δύσερις Low diacritics: δύσερις Capitals: ΔΥΣΕΡΙΣ
Transliteration A: dýseris Transliteration B: dyseris Transliteration C: dyseris Beta Code: du/seris

English (LSJ)

ι, gen. ιδος, A quarrelsome, contentious, Isoc.1.31, Arist.Rh.1381a32, EN1108a30, al.; δ. λόγος Pl.Lg.864a. II Act., producing unhappy strife, φθόνος Plu.Pel.4; τὸ δανείζειν δ. App.BC1.54.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 680] ι, gen. ιδος, sehr streitsüchtig; λόγος Plat. Legg. IX, 864 a; neben δυσάρεστος, dem ὁμιλητικός entgeggstzt, Isocr. 1, 31; neben ἀηδής u. δύσκολος Arist. Eth. 2, 7; Sp.; φθόνος, ublen Streit erregend, Plut. Pelop. 4. Vgl. δύσηρις.

Greek (Liddell-Scott)

δύσερις: ι, γεν. -ιδος, λίαν φίλερις, φιλόνικος, Ἰσοκρ. 8D, Ἀριστ. Ρητ. 2. 4, 12, κ. ἀλλ.· δ. λόγος Πλάτ. Νόμ. 864Β. ΙΙ. ἐνεργ., πρόξενος κακῆς ἔριδος, Πλούτ. Πελοπ. 4· πρβλ. δύσηρις.

French (Bailly abrégé)

ις, ι ; gén. ιδος
1 d’humeur désagréable et querelleuse;
2 qui excite des querelles.
Étymologie: δυσ-, ἔρις.

Spanish (DGE)



• Alolema(s): δύσηρῐς Pi.O.6.19, Epich.244.4

• Prosodia: [-ῠ-, pero -ῡ- Amph.Seleuc.79]

• Morfología: [sg. ac. δύσηριν Epich.l.c., δύσεριν D.H.19.14, Ph.1.324, Amph.l.c.]
1 pendenciero, amigo de la disputa οὔτε δ. ἐὼν οὔτ' ... φιλόνικος Pi.l.c., cf. Epich.l.c., ὁμιλητικὸς δ' ἔσει μὴ δ. ὢν μηδὲ δυσάρεστος Isoc.1.31, δ. καὶ δύσκολος quisquilloso y malhumorado Arist.EN 1108a30, cf. 1126b16, Rh.1381a31, Plb.12.26d.5, Ph.2.31, 268, Hld.2.17.5
neutr. subst. τὸ δ. afición a la pendencia D.H.6.56, Th.2.3, Plu.2.80b
disputa Philostr.VA 2.36.
2 que produce pendencia o querella de cosas y abstr. ἡμῖν δὲ οὐκ ἔστιν ... δ. λόγος pero no vamos a discutir Pl.Lg.864a, δύσερι καὶ δύσμαχον κτῆμα dicho de la cólera, Pl.Lg.863b, βουλή D.H.l.c., ταραχή Ph.l.c., φθόνος Plu.Pel.4, cf. 2.341e, τὸ δανείζειν App.BC 1.54, τὸ κάλλος Philostr.Ep.27
cruel, desagradable μίσει ... δύσεριν κακῶν θέαν ref. a la lucha de gladiadores, Amph.l.c.

Greek Monolingual

δύσερις και δύσηρις, -ι (Α)
1. φίλερις, φιλόνικος
2. αυτός που προκαλεί φιλονικία.

Greek Monotonic

δύσερις: -ι, γεν. -ιδος·
I. εξαιρετικά εριστικός, φιλόνικος, σε Πλάτ.
II. Ενεργ., αυτός που προκαλεί έριδα, πρόξενος τσακωμού, αίτιος, καβγατζής, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

δύσερις: ι, gen. ιδος adj.
1) сварливый, исполненный вражды, злобствующий (λόγος Plat.; δ. καὶ δύσκολος Arst.);
2) сеющий раздор (φθόνος Plut.).

Middle Liddell


I. very quarrelsome, contentious, Plat.
II. act. producing unhappy strife, Plut.