Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μάχιμος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: μάχῐμος Medium diacritics: μάχιμος Low diacritics: μάχιμος Capitals: ΜΑΧΙΜΟΣ
Transliteration A: máchimos Transliteration B: machimos Transliteration C: machimos Beta Code: ma/ximos

English (LSJ)

[ᾰ], η, ον, also ος, ον Hdt.7.185: (μάχη):—

   A fit for battle, warlike, ἐπειδὴ μ. εἶ since you're a fighting man, Ar.Av.1368; αἱ μάχιμοι μυριάδες Hdt. l. c.; τὸ μ. the effective force, Th.6.23, X.Cyr.5.4.46; τὸ τῆς πόλεως μ. Pl.Lg.830c (but ἀνέωνται ἐς τὸ μ. = ἐς πόλεμον Hdt.2.165); μ. γένη Pl.Mx.240a; τὸ μ. γένος Id.Ti.24a, cf. Arist.Pol. 1268a36; τὸ μ. (sc. ἔθνος) Pl.Criti.110c; esp. in Egypt, οἱ μ. τῶν Αἰγυπτίων the warrior caste, Hdt.2.141, cf. 164; so later, of native troops, freq. in Pap., PTeb.61 (a).109 (ii B. C.), etc.: Comp. -ώτερος Plb.2.22.6: Sup. -ώτατος Hdt.3.102, Ar.Ach.153, Th.1.110; τὰ μ. τῶν ἔργων Philostr.Her.2.19. Adv. -μως Arr.Epict.2.9.5.    2 = sq., Gloss.    II disputable, S.E.M.8.45.

German (Pape)

[Seite 102] auch 2 Endgn, kriegerisch, streitbar, Ἀτρεῖδαι, Aesch. Ag. 122; Her. nennt die Kriegerkaste in Aegypten οἱ μάχιμ οι, 2, 141. 164, u. unterscheidet in dem Heere des Xerxes οἱ μάχιμοι von dem Troß, 7, 186 u. öfter; auch τὸ μάχιμ ον, der kampffähige Theil des Heeres, 2, 165 (wo Andere es = πόλεμος erkl.). 7, 186; vgl. Thuc. 6, 23; Plat. Tim. 25 d Legg. VIII, 830 c; μάχιμα γένη, Menex. 240 a; μαχιμώτεροι ἄνδρες, Pol. 2, 22, 6; a. Sp., auch μάχιμοι νῆες, Kriegsschiffe, Plut. Anton. 61; – καὶ ἄπιστον, S. Emp. adv. log. 2, 45.

Greek (Liddell-Scott)

μάχῐμος: [ᾰ], -η, -ον, ὡσαύτως ος, ον· (μάχη)· - κατάλληλος πρὸς μάχην, πολεμικός, συχν. παρ’ Ἡροδ. καὶ Ἀττ.· ἀλλ’ ἐπειδὴ μάχιμος εἶ, ἐς τἀπὶ Θρᾴκης ἀποπέτου, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶσαι φιλοπόλεμος, ἀποπέτου πρὸς τὴν Θρᾴκην, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1368· οἱ μ., οἱ μαχηταί, οἱ στρατιῶται, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ἀκολουθοῦντας τὸ στρατόπεδον ἰδιώτας, Ἡρόδ. 2. 141, 164, κ. ἀλλ.· αἱ μάχιμοι μυριάδες 7. 185· τὸ μ., οἱ μαχηταί, ἡ τακτικὴ στρατιωτικὴ δύναμις, Θουκ. 6. 23, Ξεν., κτλ.· ἀλλά, ἐς τὸ μ. = ἐς πόλεμον, Ἡρόδ. 2. 165· - οἱ μάχιμοι, ἡ τῶν πολεμιστῶν τάξις ἐν Αἰγύπτῳ, ὁ αὐτ. ἐν 2. 164· οὕτω, τὸ μ. γένος Πλάτ. Τίμ. 24Α, πρβλ. Κριτί. 110C, Νόμ. 830C Ἀριστ. Πολ. 2. 8, 11· - συγκρ. -ώτερος Πολύβ. 2. 22, 6· ὑπερθετ. -ώτατος, Ἡρόδ. 3. 102, Ἀριστοφ. Ἀχ. 153, Θουκ. 1. 110, κ. ἀλλ. Ἐπίρρ. -μως, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 2. 9, 5.

French (Bailly abrégé)

η ou ος, ον :
1 propre au combat ; οἱ μάχιμοι les combattants ; particul. en Égypte les combattants, la caste des Guerriers ; τὸ μάχιμον les combattants, les forces effectives;
2 qui concerne le combat : τὸ μάχιμον la lutte, la guerre;
Cp. μαχιμώτερος, Sp. μαχιμώτατος.
Étymologie: μάχη.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑM μάχιμος, -ον και μάχιμος, -η, -ον)
1. ικανός, επιτήδειος για μάχη, πολεμικός, αξιόμαχος («αἱ μάχιμοι μυριάδες», Ηρόδ.)
2. πολίτης ικανός για πόλεμο, οπλίτης, στρατιώτης
νεοελλ.
1. αυτός που ανήκει σε στρατιωτικό σώμα ή σε στρατιωτική δύναμη που πρόκειται να λάβει μέρος σε μάχημάχιμος αξιωματικός»)
2. φρ. «μάχιμα όπλα» — τα πέντε όπλα του στρατού ξηράς με τα οποία διεξάγεται η μάχη, δηλαδή το πεζικό, το πυροβολικό, τα τεθωρακισμένα, το μηχανικό και οι διαβιβάσεις
μσν.
1. (για όπλα) αυτός που χρησιμοποιείται σε μάχη («σιδηρᾱ μάχιμα ὅπλα δρεπανηφόρα», Καναν.)
2. εριστικός («τοιαῡτα πέπονθα δεινά, κρατάρχα στεφηφόρε, παρὰ μαχίμου γυναικὸς καὶ τρισαλιτηρίας», Πρόδρ.)
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ μάχιμον
μάχη, πολεμική σύγκρουση (εἰς κίνδυνον ἦλθε τοῦ γενέσθαι μέσον τῶν ἀδελφῶν μέγα τι μάχιμον καὶ λυπηρόν», Σφρ. Χρον.)
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ μάχιμον
οι μαχητές, η τακτική στρατιωτική δύναμη («πρὸς τὸ μάχιμον αὐτῶν τὸ ὁπλιτικόν», Θουκ.)
2. συζητήσιμος
3. φρ. α) «ἐς το μάχιμον» — στον πόλεμο
β) «οἱ μάχιμοι»
(ειδικά στήν Αίγυπτο) η τάξη τών πολεμιστών.
επίρρ...
μαχίμως και μάχιμα (ΑM μαχίμως)
πολεμικά, με μαχητικό τρόπο ή με μαχητική διάθεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μαχ.- του μάχομαι + κατάλ. -ιμος (πρβλ. ζώσ-ιμος, λύσ-ιμος)].

Greek Monotonic

μάχῐμος: [ᾰ], -η, -ον επίσης -ος, -ον (μάχομαι), κατάλληλος για μάχη, πολεμοχαρής, σε Ηρόδ., Αττ.· οἱ μάχιμοι, οι άνδρες που πολεμούν, το στράτευμα, και στην Αίγυπτο η κάστα των πολεμιστών, σε Ηρόδ.· τὸ μάχιμον, αποτελεσματική πολεμική ισχύς, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

μάχῐμος: II (ᾰ) ὁ воин, боец Arph.: οἱ μάχιμοι Her. воины (военное сословие у египтян).
и 2 (ᾰ)
1) воинственный (Ἀτρεῖδαι Aesch.; γένη Plat.);
2) боевой, военный (νῆες Plut.).

Middle Liddell

μά˘χῐμος, η, ον μάχομαι
fit for battle, warlike, Hdt., attic; οἱ μ. the fighting men, soldiery, and in Egypt the warrior-caste, Hdt.; τὸ μ. the effective force, Thuc.