Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεῖμαι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κεῖμαι Medium diacritics: κεῖμαι Low diacritics: κείμαι Capitals: ΚΕΙΜΑΙ
Transliteration A: keîmai Transliteration B: keimai Transliteration C: keimai Beta Code: kei=mai

English (LSJ)

   A κεῖσαι Il.19.319, etc. (κατά-κειαι h.Merc.254, Arc. κεῖοι Tab.Defix. in Philol.59.201), κεῖται Il.6.47, Hdt.1.9,4.62 (v.l.κέεται), IG 12.94.25; pl. κεῖνται A.Supp.242, Ion. κέᾰται Il.11.659, al., Hdt. (προσ-κέανται is f.l. 1.133, cf. προσ-κέαται, v.l. -κέονται, Hp.Fract.6), κείᾰται Mimn.11.6 (κατα- Il.24.567), κέονται Il.22.510, Od.16.232, prob. in Alc.94, συγ-κέονται Aret.SD2.4; imper. κεῖσο, κείσθω, Il.18.178, Hdt.2.171; subj. 3sg. κέηται Pl.Sph.257c, Lycurg.113, Ep. κεῖται (fr. κέψ-ε-ται) Il.19.32, Od.2.102, al., δια-κέησθε Isoc.15.259, κείωνται IG22.1176.21; opt. 3sg. κέοιτο Hdt.1.67, Hp.Art.14 (κατα-), Is.6.32, Pl.R.477a; inf. κεῖσθαι Il.8.126, Hp.Prog.3, Hdt.2.127, al., κέεσθαι v.l.in ib.2, cf.Hp.Aër.6, Archim. Aequil.1 Prooem.; part. κεί μενος Il.7.265, etc.: impf. ἐκείμην Od.13.284, etc., Ep. κείμην 9.434; Ep. 3sg. κέσκετο 21.41, (παρε-) 14.521; Ion. 3pl. ἐκέατο Hdt.1.167, Ep. κέατο Il.13.763, κείατο 11.162; κεῖντο 21.426, (ἐπέ-) Od.6.19: fut. κείσομαι Il.18.121, A.Ch.895, etc., Dor. κεισεῦμαι Theoc.3.53. (Cf. Skt. śéte ( = κεῖται), also śáyate 'lie', Gr. κοίτη, κοιμάομαι, perh. Lat. cunae, etc.):—to be laid (used as Pass. to τίθημι): hence, lie, lie outstretched, used by Hom. mostly with Preps., πυρὴν… ᾗ ἔνι κεῖται Πάτροκλος Il.23.210; κεῖτο παρὰ μνηστῇ ἀλόχῳ 9.556; ἐπὶ γαίῃ 11.162; ὑπ' αἰθούσῃ Od.21.390; also ἐπί τινος, ὀστέα… κείμεν' ἐπ' ἠπείρου 1.162; τὸ δ' ἥμισυ κεῖτ' ἐπὶ γαίης Il.13.565, cf. 20.345; but ὁ δ' ἐπ' ἐννέα κεῖτο πέλεθρα lay stretched over... Od.11.577, al.; later κεῖσθαι εἰς... in pregnant sense, εἰς ἀνάγκην κείμεθ' E.IT620; εἰς ὀλίγην κ. κόνιν AP9.677 (Agath.); also ἐπὶ τὴν ὁδὸν κ. to be strewn upon the path, Call.Iamb.1.250: Archit., κείμενον σχῆμα, opp. ὠρθωμένον, plan, opp. elevation, Apollod.Poliorc.163.3: c.acc., τόπον… ὅντινα κεῖται S.Ph.145 (anap.).    2 lie down to rest, repose, Od.13.281, etc.; πορφυρέᾳ κείμενος ἐν χλανίδι Simon.37.12; lie, remain, κεῖτο γὰρ ἐν νήεσσι… Ἀχιλλεύς Il.2.688, cf. 7.230, etc.; οὐ χρῆν ἥσυχον κεῖσθαι πόδα S.Fr.142.13; lie still, λασίην ὑπὸ γαστέρ' ἐλυσθεὶς κείμην, of Odysseus under the ram's belly, Od.9.434: metaph., κακὸν κείμενον a sleeping evil, S.OC510 (lyr.); τοῦ κύματος κειμένου Ael.NA15.5.    3 lie sick or wounded, ἐν νήσῳ κεῖτο, of Philoctetes, Il.2.721, cf. 15.240; κείσεται οὐτηθείς 8.537, cf. 11.659; γήραϊ λυγρῷ κεῖται ἐνὶ μεγάροις ἀρημένος 18.435; κεῖτ' ὀλιγηπελέων Od.5.457; lie in misery, ἐοικότι κεῖται ὀλέθρῳ 1.46; κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμός 21.88, cf. S.Ph.183 (lyr.); κ. ἐν κακοῖς E.Ph.1639, Hec.969; κειμένῳ ἐπεμπηδᾶν to kick him when he's down, Ar.Nu.550.    4 lie dead, Il.5.467, 16.541, al., A.Ag.1438, 1446, S.Ph.359; κεῖται δὲ νεκρὸς περὶ νεκρῷ Id.Ant.1240: rare in Prose, χίλιοι… νεκροὶ κείμενοι Hdt.8.25, cf. Hdn. 2.1.8.    b freq. also in epitaphs, lie buried, τῇδε κείμεθα Simon. 92, cf. 97; κεῖσαι ζῶν ἔτι μᾶλλον τῶν ὑπὸ γᾶς Id.60; also κ. ἐν Ταρ τάρῳ Pi.P.1.15; ἐν τάφῳ, ἐν Ἅιδου, παρ' Ἅιδῃ, A.Ch.895, S.El.463, OT972; also in Prose, τὸν χῶρον ἐν τῷ κέοιτο Ὀρέστης Hdt.1.67, cf. 4.11,9.105, Th.2.43; κ.ὑπό τινων to be buried by... Plu.2.583c.    5 freq. of a corpse, lie unburied, Il.18.338, 19.32; κεῖται… νέκυς ἄκλαυτος ἄθαπτος 22.386; μὴ δή με ἕλωρ Δαναοῖσιν ἐάσῃς κεῖσθαι 5.685; also κεῖτ' ἀπόθεστος… ἐν πολλῇ κόπρῳ lay uncared for, of the old hound of Odysseus, Od.17.296; εὐνὴ… κάκ' ἀράχνια κεῖται ἔχουσα 16.35; of places, lie in ruins, δόμοι… χαμαιπετεῖς ἔκεισθ' ἀεί A.Ch. 964 (lyr.), cf. Pl.R.425a, Lyc.252.    6 of wrestlers, have a fall, A.Eu.590; πεσών γε κείσομαι Ar.Nu.126.    II of places, to be situated, lie, νῆσος ἀπόπροθεν εἰν ἁλὶ κεῖται Od.7.244, cf. 9.25, 10.196, etc.; ἐν τῇ [γῇ] κείμενά ἐστι τὰ Σοῦσα (for κεῖται) Hdt.5.49; Αἴγινα… πρὸς νότου κ. πνοάς A.Fr.404; πρὸ Μεγάρων κ. Th.3.51; πόλις αὐτάρκη θέσιν κειμένη Id.1.37; θέσιν κέεσθαι νοσερωτάτην Hp.Aër.6, cf. Arist. HA496a14; κ. πρὸς τὸν ἥλιον, πρὸς ἄρκτον, Id.Mete.360b14,363a3.    2 of things, lie or be in a place, ὅθι οἱ φίλα δέμνι' ἔκειτο Od.8.277; ἕλε δίφρον κείμενον placed there, 17.331, cf. 410; φόρμιγγα... ἥ που κεῖται ἐν ἡμετέροισι δόμοισι 8.255: in Prose, δύο τράπεζαι ἐκείσθην Lys.13.37; χύτρας εὐκρινῶς κειμένας X.Oec.8.19.    3 fit, of shoes, Herod. 7.121.    4 κεῖσθαι, posture, attitude, as a category, Arist.Cat.2a2.    III to be laid up, in store, of goods, property, etc., δόμοις ἐν κτήματα κεῖται Il.9.382; πολλὰ δ' ἐν ἀφνειοῦ πατρὸς κειμήλια κ. 6.47; βασιλῆϊ δὲ κεῖται ἄγαλμα is reserved... 4.144; μνῆμα ξείνοιο… κέσκετ' ἐνὶ μεγάροισι was left lying... Od.21.41; of things dedicated to a god, κ. ἐν θησαυρῷ Hdt.1.51, cf. 52, Alc.94; of money, κείμενα deposits, Hdt.6.86.ά; κ. σοι εὐεργεσία ἐν τῷ ἡμετέρῳ οἴκῳ Th.1.129, cf. SIG22.15 (Epist. Darei), Pl.R.345a; πολλὰ χρήματα ἐπὶ τῇ τούτου τραπέζῃ κεῖταί μοι at his bank, Isoc.17.44; παρά τινι Pl.Ep.346c; τἀργύριόν σοι κείσεται the caution-money shall be deposited, Ar.Ra.624; δραχ μὴν ὑπόθες.—Answ. κεῖται πάλαι Diph.73.2: metaph., εἰ ταῦτ' ἀνατὶ τῇδε κείσεται κράτη shall be placed to her credit, S.Ant.485, cf. Pi.I. 5(4).18.    IV to be placed in position, τῶν ἐπὶ τοῦ τοίχου… κειμένων κιόνων IG12.372.46.    2 to be set up, ordained, ἄεθλα κεῖτ' ἐν ἀγῶνι Il.23.273, cf. Hdt.8.26,93, Th.2.46; ὅπλων ἔκειτ' ἀγὼν πέρι S.Aj. 936 (lyr.).    3 of laws, κεῖται νόμος the law is laid down, E.Hec. 292; νόμοι ἐπ' ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται Th.2.37; νόμοι κεῖνται περί τινος Antipho 6.2 ; οἱ νόμοι οἱ κείμενοι the established laws, Ar.Pl.914, cf. Lys.1.48, etc.; οἱ ὑπὸ τῶν θεῶν κείμενοι νόμοι X.Mem. 4.4.21; οἱ νόμοι οἱ ὑπὸ οἱ τῶν βασιλέων κείμενοι Isoc.1.36, cf. D.24.62; καινὰ κεῖσθαι θέσμι' ἀνθρώποις E.Med.494; αἱ κείμεναι ὑπὸ τῶν ὑπατικῶν γνῶμαι the votes given by... D.H.7.47; οὐκέτι κ. ἡ διαθήκη no longer holds, Is.6.32; so of philosophical arguments, hold good, κατά τινων Phld.Rh.1.51 S.; θάνατος ὧν κεῖται πέρι E.Ion750; κείμεναι ζημίαι Lys.14.9, cf. Th.3.45.    4 to be laid down in argument, posited, assumed, τοῦτο ἡμῖν οὕτω κείσθω Pl.R.350d, etc.; ὡμολογημένον ἡμῖν κ. Id.Plt.300e; freq. in Arist., κείσθω let it be assumed, Apr. 34b23,al.; τὸ ἐξ ἀρχῆς κείμενον the assumption, Metaph.1008b2, 1047b10(pl.); τὰ περὶ τὴν διάνοιαν ἐν τοῖς περὶ ῥητορικῆς κ. Po.1456a35.    5 of names, οὔνομα κεῖται the name is given, Hdt.4.184, 7.200, cf. X.Cyr.2.2.12, Pl.Sph.257c, etc.; ὑπὸ τοῦ πατρὸς κείμενον [ὄνομα] Is.3.32; κεῖσθαι without ὄνομα, Pl.Cra.392d; κείμενα ὀόματα established terms, Arist. Top.140a3, Demetr.Eloc.96.    6 metaph., πάντα δεινὰ κἀπικινδύνως βροτοῖς κεῖται, παθεῖν μὲν εὖ, παθεῖν δὲ θάτερα danger is set before men, that they may... S.Ph.503.    V metaph., of continuing conditions, ἐνὶ φρεσὶ πένθος ἔκειτο lay heavy, Od.24.423; εὔστομα κείσθω remain unspoken, Hdt.2.171; νεῖκος ἔκειτό τισι there was an enduring feud, S.OT491 (lyr.); Ἑλλήνων κείσομαι ἐν στόματι my name shall be a household word, AP9.62 (Even.); πολλῶν κείμενος ἐν στόμασιν Thgn.240; εὖ κείμενα A.Ch.693; μὴ κινεῖν (sc. κακὸν) εὖ κείμενον 'let sleeping dogs lie', Pl.Phlb.15c, cf. Hyp. Fr.30, Suid.    2 ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται, i.e. these things are yet in the power of the gods, to give or not, Il.17.514, 20.435.    3 κεῖσθαι ἔν τινι to rest entirely or be dependent on him, ἐν ἀγαθοῖσι κ. πολίων κυβερνάσιες Pi.P.10.71; ἐν ὔμμι ὡς θεῷ κείμεθα S.OC248 (lyr.); also ἐπί τινι, τὰ δ' οὐκ ἐπ' ἀνδράσι κ. Pi.P.8.76: also with simple dat., Λεωφίλῳ πάντα κεῖται Archil.69, prob.in Com.Adesp.1325; of things, depend upon, τὸ πανηγυρικὸν ἐν μελέτῃ καὶ τριβῇ κ. Phld.Rh.1.93 S.; τὰ… γυμνάσια ἐν τῇ κινήσει κ. Antyll. ap. Orib.6.23.1.    4 Medic., to be left to settle, of urine, Hp.Epid.1.26.β.    b φάρυγξ οὐ φλεγμαίνουσα, κειμένη δέ, i.e. not swollen, ib.2.2.24.    5 Gramm., of words and phrases, to be found, occur, παρὰ τῷ ποιητῃ Str.7.3.6, cf. Ath.2.58b; κεῖται ἐν τῷ Περὶ Πλούτου Phld.Oec. p.39 J.; ποῦ κεῖται; Ath.4.165d, cf. Κειτούκειτος; κ. ἀντί τινος to be used instead of... Str.8.6.7; τὸ κείμενον the received text, Sch.vulg.Pi.O.2.48.

German (Pape)

[Seite 1411] (κεω, vgl. κείω), κεῖσαι, auch κεῖαι, H. h. Merc. 254, κεῖται, ion. κέεται, Her., bei Luc. de dea Syr. κέαται; κεῖνται, ep. u. ion. (κείαται u.) κέαται, Il. 16, 24 u. öfter, κέονται, Od. 16, 232 Il. 22, 510; conj. κέωμαι, κῆται, 19, 32 Od. 2, 102, wofür Buttmann κεῖται als alte Conjunctivsorm beibehalten wollte; inf. κεῖσθαι, ion. κέεσθαι, Hippocr., partic. κείμενος. – Impf. ἐκείμην, ἔκειτο u. κεῖτο, Hom. auch κέσκετο, Od. 21, 41; ἔκειντο, κείατο, Il. 11, 192 u. öfter; auch κέατο, 13, 763. – Fut. κείσομαι, dor. κεισεῦμαι, Theocr. 3, 53. – 1) liegen, sowohl von Menschen u. Thieren, als von leblosen Dingen; – a) schlafend daliegen, schlafen, ruhen, Hom. u. Folgde; auch müssig daliegen, rasten, unthätig, unbeschäftigt sein, Il. 2, 688. 7, 230. 18, 121 u. sonst. – b) schwach, ohnmächtig, krank, verwundet daliegen, Il. 2, 721. 8, 537. 11, 659. 15, 240. 18, 435 Od. 5, 457. – c) todt daliegen, oft im Hom.; auch von den Begrabenen, κεῖται θανών Aesch. Pers. 317, κεῖσαι δ' ἀράχνης ἐν ὑφάσματι τῷδε Ag. 1471, ἐν ταὐτῷ τάφῳ κείσῃ Ch. 882, κεῖται δὲ νεκρὸς περὶ νεκρῷ Soph. Ant. 1225, νεοσφαγὴς κεῖται Ai. 883, κεῖται παρ' Ἅιδῃ Πόλυβος O. R. 972, ἐν Ἅιδο υ κείμενος El. 455, ἐν Ταρτάρῳ Pind. P. 1, 15, οἱ μὲν ἐν χωστοῖς τάφοις κεῖνται πεσόντες Eur. Rhes. 415; Her. 1, 67 u. öfter; Plat. Menex. 242 d; bes. in späterer Prosa, Hdn. 2, 1, 19. 7, 5, 15. – Hingeworfen, hingestreckt sein, von den Ringern, Ar. Nubb. 126; οὐ κειμένῳ πω τόνδε κομπάζεις λόγον Aesch. Eum. 560. – Von verwüsteten Städten, in Schutt u. Trümmern liegen, Sp., wie Lycophr. 252; ἐπανορθοῦσα εἴ τι τῆς πόλεως ἔκειτο Plat. Rep. IV, 425 a. – d) im dauernden Unglück liegen; Od. 1, 46. 21, 88; πάντων ἄμμορος ἐν βίῳ κεῖται Soph. Phil. 138; ἐν οἵοις κείμεθ' ἄθλιοι κακοῖς Eur. Phoen. 1633. – e) weggeworfen, vernachlässigt, verachtet daliegen, Il. 5, 685 Od. 17, 296 u. öfter, bes. von den unbestattet daliegenden Todten; Aesch. ἄναγε μάν, δόμοι, πολὺν ἄγαν χρόνον χαμαιπετεῖς ἔκεισθ' ἀεί Ch. 964. – 2) von Gegenden, Inseln, Städten, gelegen sein; Od. 7, 244. 9, 25. 10, 196; Aesch. frg. 316; Eur. Bacch. 18; πόλις, Ἀττική, Her. 1, 178. 6, 139; auch umschrieben, ἐν τῇ γῇ κείμενά ἐστι τὰ Σοῦσα, wie unser »ist gelegen«, 5, 49; Thuc. oft, u. Folgde; πόλις αὐτάρκη θέσιν κειμένη, eine Stadt von einer sich selbst genügenden Lage, Thuc. 1, 37, wie Hippocr. sagt τὰς πόλιας ταύτας θέσιν κέεσθαι νοσερωτάτην, sie haben eine sehr ungesunde Lage. – Eben so von Sachen = sich an einem Orte befinden, sein; δίφρος, θρῆνυς κεῖται, Od. 17, 331. 410; εὐνή, 16, 35; οἶκος, 24, 358; κέσκετο μνῆμα 21, 41; θρόνος, κλίνη, χαλκήϊον, Her. 1, 9. 181. 4, 81; δίφρος, Plat. Rep. I, 328 c. – In vielen Vrbdgn entspricht es dem act. τίθημι u. vertritt die Stelle des perf. pass. τέθειμαι, gestellt, gelegt sein; εἰς ἀνάγκην κείμεθα Eur. I. T. 620; εἰς ὀλίγην κεῖται κόνιν Agath. 51 (IX, 677); κεῖμαι εἰς Ἄϊδος εὐνάς Ep. ad. 677 (App. 260); niedergelegt, aufbewahrt u. dah. vorräthig sein; κτήματα, κειμήλια κεῖται ἐν δόμοις u. ä.; oft Hom.; βασιλῆϊ δὲ κεῖται ἄγαλμα Il. 4, 144; ähnl. κείσεταί σοι εὐεργεσία ἐν τῷ ἡμετέρῳ οἴκῳ ἀνάγραπτος Thuc. 1, 129; von der an der Wand hangenden Lyra, Od. 8, 225; von dem unter dem Bauche des Widders hangenden Odysseus, 9, 434; τράπεζαι ἔκειντο Lys. 13, 37; εὐκρινῶς κειμένας χύτρας Xen. Oec. 8, 19. – Uebertr. von Gemüthszuständen, πένθος ἐνὶ φρεσὶ κεῖται, Trauer ist in, liegt auf der Seele, Od. 24, 423; θεῶν ἐν γούνασι κεῖται, es liegt in den Knieen, d. h. in der Macht der Götter, hängt von ihrer Bestimmung, ihrem Willen ab; ἐν ὑμῖν ὡς θεῷ κείμεθα Soph. O. C. 247, wir ruhen in euch, hangen von euch ab, unsere Hoffnungen beruhen auf euch; ἐν γὰρ τῇ κλυτὰ πείρατα κεῖται ἀέθλων Ap. Rh. 2, 424; ἐν τῇ συγκλήτῳ κεῖται, es steht beim Senat, hängt von ihm ab, Pol. 6, 15, 6; vgl. Schäfer zu D. Hal. de C. V. 439. – Bes. tritt das Verhältniß zu τίθημι hervor in folgenden Vrbdgn: – a) κεῖται ἄεθλον, der Kampfpreis ist ausgesetzt, Il. 23, 723; Her. 8, 26. 93; ὅπλων ἔκειτ' ἀγὼν πέρι Soph. Ai. 916; auch νεῖκος, O. R. 490. – b) vom Gesetz; νόμος τοῖς τ' ἐλευθέροις ἴσος καὶ τοῖσι δούλοις αἵματος κεῖται πέρι, ist gegeben, besteht, Eur. Hec. 292; καινὰ κεῖσθαι θέσμ' ἐν ἀνθρώποις τανῦν Med. 494; βοηθεῖν τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις, den bestehenden, vorhandenen Gesetzen, = τοῖς τεθειμένοις, Ac. Plut. 914; νόμων ὅσοι ἐπ' ὠφελείᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται, die zum Nutzen der Beleidigten gegeben worden, Thuc. 2, 37, neben ὅσοι ἄγραφοι ὄντες; oft in Prosa νόμοι, νόμιμα, Plat. Legg. IV, 705 d XI, 930 e Polit. 300 d; νόμοι κεῖνται περί τινος Antiph. 6, 1 u. sonst; auch πάτρια ἔθη, Plat. Polit. 299 d; auch mit ὑπό verbunden, Xen. Hem. 4, 4, 21, wie Dem. τῷ ὑφ' ἑαυτοῦ πρότερον κειμένῳ νόμῳ τἀναντία θεῖναι, 24, 62; νόμος κείμενος dem καινός entgeggstzt, 24, 25, womit Is. 6, 32 zu vgl., ὡς οὐκέτι κέοιτοσυνθήκη, nicht mehr bestehe; eben so κείμεναι ζημίαι, Lys. 14, 9, die gesetzlich bestimmten, festgesetzten Strafen, wie Thuc. 3, 45; Plat. Legg. X, 909 d, der auch τὰ ἐν γράμμασι τεθέντα καὶ κείμενα vrbdt, VII, 793 b; das Ausgesprochene, Festgesetzte, ἐπεκύρουν τὰς κειμένας ὑπὸ τῶν ὑπατικῶν γνώμας D. Hal. 7, 47; ὡμολογημένον ἡμῖν κεῖται Plat. Polit. 300 e; τοῦτο ἡμῖν οὕτω κείσθω, es soll so bestimmt, festgesetzt sein, Soph. 250 e. – Bes. bei Sp. κεῖται παρά τινι, es findet sich bei einem Schriftsteller, wird bei ihm gelesen, vgl. Ath. II, 58 b IV, 165 d. – c) vom Namen, κεῖται ὄνομα, der Name ist gegeben, Her. 4, 184; τῷ οὔνομα κεῖται Δύρας, er heißt Dyras, 7, 198; ὀρθῶς αὐτῷ τὸ ὄνομα κεῖται Plat. Crat. 395 c; περὶ ἅττ' ἂν κέηται τὰ ὀνόματα Soph. 257 c; Xen. ὁ μὲν ἀλαζὼν ἔμοιγε δοκεῖ ὄνομα κεῖσθαι ἐπὶ τοῖς Cyr. 2, 2, 12. – d) bei Adverbien; εὖ κεάμενα, das im guten Zustande Befindliche, Aesch. Ch. 682; ὡς πάντα δεινὰ κἀπικινδύνως βροτοῖς κεῖται Soph. Phil. 501; εἰ ταῦτ' ἀνατεὶ τῇδε κείσεται κράτη Ant. 481; εὖ κειμένων τῶν πρηγμάτων Her. 8, 102; μὴ κινεῖν εὖ κείμενον Plat. Phil. 15 e. – e) vom Gelde; κἄν τι πηρώσω γέ σοι τὸν παῖδα τύπτων, τἀργύριόν σοι κείσεται, das Geld soll erlegt werden, daliegen, Ar. Ran. 627; πολλὰ χρήματα ἐπὶ τῇ τούτου τραπέζῃ κεῖταί μοι, ist bei diesem Wechsler angelegt, Isocr. 17, 44; παρά τινι Plat. Epist. VII, 436 c. – f) von Weihgeschenken, die in den Tempeln niedergelegt od. aufgestellt sind, ἀνάθημα κεῖται θεῷ.

Greek (Liddell-Scott)

κεῖμαι: κεῖσαι (κατάκειαι, ἂν ὀρθὴ ἡ γραφή, Ὁμ. Ὕμ. εἰς Ἑρμ. 254), κεῖται, Ἰων. κέεται· πληθ. κεῖνται, Ἰων. κέαται Ὅμ., Ἡρόδ., κείᾰται Μίμνερμ. 11. 6, κέονται Ἰλ. Χ. 510, Ὀδ. Π. 232·- προστ. κεῖσο, κείσθω Ὅμ.·- ὑποτακ. γ΄ ἑν. κέηται Πλάτ. Σοφ. 257C, Λυκοῦργ., Ἐπ. κῆται Ἰλ. Τ. 32, Ὀδ. Β. 102, διακέησθε Ἰσοκρ. Ἀντιδ. § 278, προσκέωνται Ἱππ. 755Π, ἀλλὰ κείωνται Ἐπιγραφ. Ἀττ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 102. 10.- εὐκτ. κεοίμην, -οιτο, -οιντο·- ἀπαρ. κεῖσθαι Ἰλ. Θ. 126, Ἀττ., Ἰων. κέεσθαι Ἡρόδ. 2. 2·- μετοχ. κείμενος Ὅμ., κτλ·- παρατ. ἐκείμην, Ἐπ. κείμην Ὅμ., Ἐπ. γ΄ ἑν. κέσκετο Ὀδ. Φ. 41, πρβλ. Ξ. 521· Ἰων. γ΄ πληθ. ἐκέατο Ἡρόδ. 1. 167, κέατο Ἰλ. Ν. 763, κείατο Λ. 162·- μέλλ. κείσομαι Ὅμ., Ἀττ., Δωρ. κεισεῦμαι Θεόκρ. 3. 53. (Ἐκ τῆς √ΚΕΙ παράγονται ὡσαύτως τὰ κείω, κοίτη, κοιμάω, κῶας, κώμη, Κύμη· πρβλ. Σανσκρ. ←i (cubare), ←ê-tê (κεῖται), ←a- yanam (castra), Λατ. qui-es, καὶ ἴσως civis· Λιθ. ké-mas (κώμη, χωρίον)· Γοτθ. hai-ms (κώμη), Ἀρχ. Γερμ. hi-vo, hi-va (conjux). Ριζικὴ σημασία: εἶμαι κατατεθειμένος (χρησιμεύει δηλ. ὡς παθ. τοῦ τίθημι, πρβλ. ὑπόκειμαι), καὶ ἑπομένως εἶμαι πλαγιασμένος, ἐξηπλωμένος, ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. κατὰ τὸ πλεῖστον μετὰ προθέσ., ἐν, ἐπί, παρά, πρός, ὑπὸ τινι· ὡσαύτως ἐπὶ τινος· ἀλλὰ ὁ δ’ ἐπ’ ἔννεα κεῖτο πέλεθρα, ἦτο ἐξηπλωμένος εἰς ἔκτασιν…, Ὀδ. Λ. 577, ἀλλ.· βραδύτερον, κεῖσθαι εἰς…, βραχυλογικῶς, Εὐρ. Ι. Τ. 620, Ἀνθ. Π. 9. 677, κτλ.· καὶ μετ’ αἰτ., ὡς τὸ καθίζειν, τόπον… ὅντινα κεῖται Σοφ. Φιλ. 145. 2) κοιμῶμαι, ἀναπαύομαι, Ὅμ., κτλ.·- ὡσαύτως, μένω ἀργός, σχολάζω, ἀπραγμονῶ, κεῖτο γὰρ ἐν νήεσσι... Ἀχιλλεὺς Ἰλ. Β. 688, πρβλ. Η. 230, κτλ.· μένω ἥσυχος, ἡσυχάζω, λασίην ὑπὸ γαστέρ’ ἐλυσθεὶς κείμην, ἐπὶ τοῦ Ὀδυσσέως ὑπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ Κριοῦ, Ὀδ. Ι. 434·- κακὸν κείμενον, κακὸν κοιμώμενον, Σοφ. Ο. Κ. 510· τοῦ κύματος κειμένου Αἰλ. π. Ζ. 15. 5. 3) κοίτομαι ἀσθενὴς ἢ πληγωμένος, κεῖτο γὰρ ἐν νήσῳ, ἐπὶ τοῦ Φιλοκτήτου, Ἰλ. Β. 721, πρβλ. Ο. 240· κείσεται οὐτοθεὶς Θ. 537., Λ. 659· γήραϊ λυγρῷ κεῖται ἐνὶ μεγάροις ἀρημένος Σ. 435· κεῖτ’ ὀλιγηπελέων Ὀδ. Ε. 457· ὡσαύτως, εὑρίσκομαι ἐν ἀθλιότητι, ἐοικότι κεῖται ὀλέθρῳ Α. 46, πρβλ. Φ. 88, Σοφ. Φιλ. 183· εἶμαι ἐκτεθειμένος εἰς τὸ ἔλεος τοῦ νικητοῦ, Αἰσχύλ. Εὐμ. 590· κεῖσθαι ἐν κακοῖς Εὐρ. Φοίν. 1639, Ἐκ. 969· κειμένῳ ἐπιπηδᾶν, καταπατῶ τινα ὅταν τὸν εὔρω πεπτωκότα, Ἀριστοφ. Νεφ. 550. 4) κεῖμαι νεκρός, ὡς τὸ Λατ. jacere, συχνὸν παρ’ Ὁμ., οὕτω παρὰ Τραγ., Αἰσχύλ. Ἀγ. 1438, 1446, Σοφ. Φιλ. 359· κεῖται δὲ νεκρὸς περὶ νεκρῷ ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 1240· σπάν. παρὰ πεζοῖς, χίλιοι… νεκροὶ κείμενοι Ἡρόδ. 8. 25. β) συχνὸν ὡσαύτως ἐν ἐπιταφίοις, εἶμαι τεθαμμένος, τῇδε κείμεθα Σιμων. 95, πρβλ. 97· κεῖσαι ζῶν ἔτι μᾶλλον τῶν ὑπὸ γᾶς ὁ αὐτ. 18· ὡσαύτως, κ. ἐν Ταρτάρῳ Πινδ. Π. 1. 29· ἐν τάφῳ, ἐν Ἅιδου, παρ’ Ἅιδῃ Τραγ.· οὕτω παρὰ πεζοῖς, τὸν χῶρον ἐν τῷ κέοιτο Ὀρέστης Ἡρόδ. 1. 67, πρβλ. 4. 11., 9. 105, Θουκ. 2. 43. 5) κεῖμαι παραμελημένος, ἰδίως ἐπὶ ἀτάφου πτώματος (πρβλ. ἀκηδής), Ἰλ. Τ. 32., Σ. 338· κεῖται… νέκυς ἄκλαυτος ἄθαπτος Χ. 386· μὴ δή με ἕλωρ Δαναοῖσιν ἐάσῃς κεῖσθαι Ε. 685· οὕτω κεῖτ’ ἀπόθεστος… ἐν πολλῇ κόπρῳ, κατάκειται ἀπεριποίητος, ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ κυνὸς τοῦ Ὀδυσσέως, Ὀδ. Ρ. 296, πρβλ. Π. 35, κτλ.·- οὕτω καὶ ἐπὶ τόπων ἢ οἰκοδομῶν, κεῖμαι εἰς ἐρείπια, κρημνισμένος, δόμοι… χαμαιπετεῖς ἒκεισθ’ ἀεὶ Αἰσχύλ. Χο. 964, πρβλ. ἐπανορθοῦσα εἴ τι καὶ πρότερον τῆς πόλεως ἔκειτο Πλάτ. Πολ. 425Α, Λυκ. 252. 6) ἐπὶ παλαιστῶν, εἶμαι ἡττημένος, κατεβλήθην, Αἰσχύλ. Εὐμ. 590· πεσών γε κείσομαι Ἀριστοφ. Νεφ. 126. ΙΙ. ἐπὶ τόπων, κεῖμαι, ἔχω θέσιν τινά, νῆσος ἀπόπροθεν εἰν ἁλὶ κεῖται Ὀδ. Η. 244, πρβλ. Ι. 25., Κ. 196, καὶ παρὰ Τραγ.· ἐν τῇ γῇ κείμενά ἐστι τὰ Σοῦσα (ἀντὶ τοῦ κεῖται) Ἡρόδ. 5. 49· Αἴγινα… πρὸς νότου κ. πνοὰς Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 327, πρβλ. Θουκ. 3. 51· προστιθεμένου τοῦ θέσιν, πόλιν αὐταρκῆ θέσιν κειμένη ὁ αὐτ. 1. 37· θέσιν κέεσθαι νοσερωτάτην Ἱππ. π. Ἀέρ. 283, πρβλ. τῶν τεθέντων ἐν γράμμασι καὶ κειμένων Πλάτ. Νόμ. 7. 793, πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 17, 3· κ. πρὸς τὸν ἥλιον, πρὸς ἄρκτον, κτλ., ὁ αὐτ., κτλ. 2) ἐπὶ πραγμάτων, εὑρίσκομαι ἔν τινι τόπῳ, νοουμένης τῆς διαρκείας, ὅθι οἱ φίλα δέμνι’ ἔκειτο Ὀδ. Θ. 277· ἕλε δίφρον κείμενον, εὑρισκόμενον ἐκεῖ που, Ρ. 331, πρβλ. 410· φόρμιγγα…, ἥ που κεῖται ἐν ἡμετέροισι δόμοισι Θ. 255· οὕτω παρὰ πεζοῖς, δύο τράπεζαι ἐκείσθην Λυσ. 133. 12, πρβλ. Ξεν. Οἰκ. 8. 19. III. κεῖμαι, εἶμαι ἀποθηκευμένος, πρβλ. κειμήλιον, πρᾶγμα ἀπόθετον, ἀποτεθειμένον ἐπὶ ἐμπορευμάτων, περιουσίας κτλ., δόμοις ἐν κτήματα κεῖται Ἰλ. Ι. 382· πολλὰ δ’ ἐν ἀφνειοῦ πατρὸς κειμήλια κ. Ζ. 47· βασιλῆι δὲ κεῖται ἄγαλμα, εἶναι τετηρημένον…, Δ. 144· μνῆμα ξείνοιο… κέσκετ’ ἐνὶ μεγάροισι, ἦτο ἀφειμένον…, Ὀδ. Φ. 41·- ὡσαύτως ἐπὶ πραγμάτων, ἀφιερωμένον εἰς θεόν, κ. ἀνάθημα, κτλ., Ἡρόδ. 1. 51, 52·- ἐπὶ χρημάτων, κείμενα, ἀποτεθειμένα, κατὰ μέρος τεθειμένα, ὁ αὐτ. 6. 86, 1· κ. σοι εὐεργεσία ἐν τῷ ἡμετέρῳ οἴκῳ ἐσαεὶ ἀνάγραπτος Θουκ. 1. 129, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 345Α· πολλὰ χρήματα ἐπὶ τῇ τούτου τραπέζῃ κεῑταί μοι, εἰς τὴν τράπεζάν του, Ἰσοκρ. 367D· παρά τινι Ἐπιστ. Πλάτ. 345C· τἀργύριόν σοι κείσεται, θὰ μείνῃ ὡς παρακαταθήκη, μέλλον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ κυρίου δούλου τινὸς ὑποστάντος βλάβην ἐκ βασανιστηρίων, Ἀριστοφ. Βάτρ. 624· δραχμὴν ὑπόθες.- Ἀπόκρ. κεῖται πάλαι Δίφιλ. ἐν «Συνωρ.» 1. 2. IV. πρόκειμαι, εἶμαι ὡρισμένος, κεῖται ἄεθλα ἐν ἀγῶνι δεδεγμένα ἱππῆας = ἐκδέχονται· ἔνθα ὁ Εὐστ. σημειοῖ, ὅτι τὸ κεῖται σύστοιχον τοῦ τίθεται, Ἰλ. Ψ. 273· ὅπλων ἔκειτ’ ἀγὼν πέρι Σοφ. Αἴ. 936, πρβλ. Ο. Τ. 490. 2) ἐπὶ νόμων, νόμος κεῖται ὡς παθ. τοῦ τίθημι νόμον, ὁ νόμος ἔχει τεθῆ, ἔχει ὁρισθῆ, Εὐρ. Ἑκ. 292, Μήδ. 494, Θουκ. 2. 37, κτλ.· νόμοι κεῖνται περί τινος Ἀντιφῶν 141. 22· οἱ νόμοι οἱ κείμενοι, οἱ ὡρισμένοι νόμοι, Ἀριστοφ. Πλ. 914, πρβλ. Λυσ. 96. 10, κτλ.· οἱ ὑπὸ τῶν θεῶν κείμενοι νόμοι Ξεν. Ἀπομν. 4. 4, 21, πρβλ. Ἰσοκρ. 10Α, Δημ. 720. 13· αἱ κείμεναι ὑπὸ τῶν ὑπατικῶν γνῶμαι, αἱ ψῆφοι ἃς ἔδωκαν οἱ…, Διον. Ἁλ. 7. 47· οὐκέτι κ. ἡ συνθήκη, δὲν ἰσχύει πλέον, Ἰσαῖ. 59. 28· κεῖται ζημία, εἶνε ὡρισμένη διὰ νόμου, πρόκειται, Θουκ. 3. 45· θάνατος κεῖται περί τινος Εὐρ. Ἴων. 756· κείμεναι ζημίαι Λυσ. 146. 20. 3) εἶναι κατατεθειμένον, δεδομένον, ἐν συλλογισμῷ, τοῦτο ἡμῖν οὕτω κείσθω = δεδόσθω, ὡρίσθω, Πλάτ. Σοφ. 250Ε, κτλ.· ὡμολογημένον ἡμῖν κ. Πολιτικ. 300Ε· συχν. παρ’ Ἀριστ., κείσθω, ἔστω δεδομένον, Ἀναλυτ. Πρότ. 1. 15, 14, Ποιητ. 19. 2, κ. ἀλλ.· τὸ κείμενον, τὸ δεδομένον, Μετὰ τὰ Φυσ. 3. 4, 38· τὰ κείμενα αὐτόθι 8. 4, 2, κ. ἀλλ. 4) ἐπὶ ὀνομάτων, κεῖται ὄνομα, ἔχει δοθῆ, Ἡρόδ. 4. 184., 7. 200, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 2. 2, 12, Πλάτ., κτλ.· ὑπὸ τοῦ πατρὸς κείμενον ὄνομα Ἰσαῖ. 41. 12· οὕτω κεῖσθαι ἄνευ τοῦ ὄνομα, Πλάτ. Κρατ. 392D· κείμενα ὀνόματα, ὡρισμένοι ὅροι, Ἀριστ. Τοπ. 6. 2, 4. V. μεταφορ., πένθος ἐνὶ φρασὶ κεῖται, νοουμένου συνεχοῦς τινος αἰσθήματος βάρους, Ὀδ. Ω. 423· κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμὸς Φ. 88. 2) ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται, δηλ. ταῦτα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς θελήσεως τῶν θεῶν, Ἰλ. Ρ. 514., Υ. 435. 3) κεῖσθαι ἔν τινι, ἐντελῶς ἐξαρτῶμαι ἐκ τινος, Πινδ. Π. 5. 126., 10. 110 ἐν ὑμῖν ὡς θεῷ κείμεθα Σοφ. Ο. Κ. 248, Ο. Τ. 314· οὕτω, κ. ἐπί τινι Πινδ. Π. 8, 108, Λουκ., κτλ. 4) ἔχω πως, εὑρίσκομαι ἔν τινι καταστάσει, εὖ κειμένων τῶν πρηγμάτων, ὡς ὁ Wessel. ἐν Ἡροδ. 8. 102· κεῖσθαι καλῶς ἐν παράπλῳ Θουκ. 1. 44, ὅπερ κεῖσθαι καλῶς παράπλου ἐν 36 εἶπεν, πρβλ. Αἰσχύλ. Χο. 693· μὴ κινεῖν εὖ κείμενον Πλάτ. Φίληβ. 15, ἐξ οὐ καὶ ἡ παροιμ. κακὸν εὖ κείμενον Σχολ. οὗ τὸ ἐναντίον ἐν Σοφ. Ο. Κ. 509 τὸ πάλαι κείμενον ἤδη κακὸν ἐπεγείρειν·- εἰ ταῦτ’ ἀνατὶ… κείσεται Σοφ. Ἀντ. 485, πρβλ. Φίλ. 503. 5) ἁπλῶς, εἶμαι, εὔστομα κείσθω (ἴδε εὔστομος) Ἡρόδ. 2. 171· νεῖκος κ. τισι, ὑπάρχει ἔρις μεταξὺ τινων, Σοφ. Ο. Τ. 490· Ἑλλήνων κείσομαι ἐν στόμασι, τὸ ὄνομά μου θὰ ἀναφέρηται συχνάκις, Ἀνθ. Π. 9. 62· πολλῶν κείμενος ἐν στόμασιν Θέογν. 240. 6) ἀφίνω καθίζημα, ἐπὶ τῶν οὔρων, Ἱππ. 970Β·- ὡσαύτως, καταπραΰνομαι, ἐπὶ φλογώσεως, ὁ αὐτ. 1016G. 7) παρὰ τοῖς Γραμμ., ἐπὶ λέξεων καὶ φράσεων, εὑρίσκομαι, ἀπαντῶ, παρά τινι Ἀθήν. 58Β· ποῦ κεῖται; ὁ αὐτ. 165D. πρβλ. Κειτούκειτος·- τὸ κείμενον, τὸ παρὰ πᾶσιν ἀποδεκτὸν γενόμενον, ἢ τὸ κ. τοῦ συγγραφέως, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὰ σχόλια, Casaub. εἰς Ἀθήν. σ. 3.

French (Bailly abrégé)

impf. ἐκείμην, f. κείσομαι;
I. en parl. de pers. :
1 propr. être étendu, immobile, au repos : ὁ δ’ ἐπ’ ἐννέα κεῖτο πέλεθρα OD il était étendu, couvrant de son corps neuf arpents;
2 être à terre, être terrassé ; être étendu, blessé, mourant;
3 être étendu mort;
4 être abandonné (sans sépulture);
5 être inoccupé, inactif, inerte;
6 être dans le malheur, l’abattement ou le désespoir;
7 se trouver dans, avoir été jeté dans ; être plongé dans : εἰς ἀνάγκην EUR dans une nécessité funeste;
II. en parl. de choses (en ce sens, κεῖμαι remplace souv. chez les Att. le pf. Pass. de τίθημι);
1 être au repos;
2 être situé, être placé, se trouver;
3 être déposé : ἐπί τινος τραπέζῃ ISOCR dans une banque;
4 fig. résider ; πένθος ἐνὶ φρεσὶ κεῖται OD le deuil est dans mon cœur ; θεῶν ἐν γούνασι κεῖται IL cela est sur les genoux des dieux, càd à la disposition ou au pouvoir des dieux ; κεῖσθαι ἔν τινι SOPH dépendre de qqn;
5 fig. être institué, établi : οἱ ὑπὸ τῶν θεῶν κείμενοι νόμοι XÉN les lois établies par les dieux ; κεῖται ὄνομα HDT, XÉN le nom a été donné et reste, il porte le nom de;
6 se trouver dans tel ou tel état : εὖ κειμένων τῶν πρηγμάτων HDT les affaires étant en bon état.
Étymologie: R. Κι, Κει, être couché.

English (Autenrieth)

κεῖσαι, κεῖται, 3 pl. κεῖνται, κέαται, κείαται, subj. κῆται, imp. κεῖσο, κείσθω, inf. κεῖσθαι, part. κείμενος, ipf. (ἐ)κείμην, 3 pl. κέατο, κείατο, iter. 3 sing. κέσκετο, fut. κείσομαι: lie, be placed or situated, of both persons and things, and often virtually a pass. to τίθημι, as κεῖται ἄεθλα, prizes ‘are offered,’ Il. 23.273; freq. where we saystand,’ δίφρος, θρῆνυς, Od. 17.331, 410; fig., πένθος ἐπὶ φρεσὶ κεῖται, Od. 24.423; ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται, ‘rest’ in their disposal; see γόνυ.

English (Slater)

κεῑμαι (κεῖμαι, κεῖται; κείμενον: impf. κεῖτο.)
   a lit., lie ὅς τ' ἐν αἰνᾷ Ταρτάρῳ κεῖται, θεῶν πολέμιος, Τυφὼς (P. 1.15) κεῖτο γὰρ ἐν λόχμᾳ (sc. τὸ δέρμα λαμπρόν) (P. 4.244) πρυμνοῖς ἀγορᾶς ἔπι δίχα κεῖται θανών (P. 5.93) σάματι, πατροπάτωρ ἔνθα οἱ Σπαρτῶν ξένος κεῖτο (P. 9.83) ἐν Πυθίοισι δὲ δαπέδοις κεῖται (sc. Νεοπτόλεμος) (N. 7.35) νεκρὸν ἵππον στυγέοισι κείμενον ἐν φάει (Wil.: κτάμενον codd.) fr. 203. 2. ὄπισθεν δὲ κεῖμαι θρασειᾶν ἀλωπέκων ξανθὸς λέων fr. 237.
   b met., be established, ordained τὰ δ' οὐκ ἐπ ἀνδράσι κεῖται. δαίμων δὲ παρίσχει” (P. 8.76) ἐν δ' ἀγαθοῖσι κεῖται πατρώιαι κεδναὶ πολίων κυβερνάσιες (κεῖνται v. l., cf. Wackernagel, Sprachl. Untersuch. zu Hom., 97̆{1}) (P. 10.71) ἐφ' ἑκάστῳ ἔργματι κεῖτο τέλος (I. 1.27) τὶν δ' ἐν Ἰσθμῷ διπλόα θάλλοισ ἀρετά, Φυλακίδα, κεῖται (Φυλακίδ' ἄγκειται e Σ Maas) (I. 5.18)
   c in tmesis. παντὶ δ' ἐπὶ φθόνος ἀνδρὶ κεῖται ἀρετᾶς v. ἐπίκειμαι Παρθ. 1. 8.

Spanish

yacer

English (Strong)

middle voice of a primary verb; to lie outstretched (literally or figuratively): be (appointed, laid up, made, set), lay, lie. Compare τίθημι.

English (Thayer)

imperfect 3rd person singular ἔκειτο; to lie;
1. properly: of an infant, followed by ἐν with the dative of place, Tdf. omits κείμενον),16; of one buried: ὅπου or οὗ, R G L brackets); ἐπί τί added, ἐπάνω τίνος (of a city situated on a hill), to stand: thus of vessels, χύτρας κειμενας, Xenophon, oec. 8,19); of a throne, Homer, Iliad 2,777; Odyssey 17,331); κεῖσθαι πρός τί, to be brought near to a thing (see πρός, I:2a.), τετραγονος κεῖται, to be (by God's intent) set, i. e. destined, appointed: followed by εἰς with the accusative indicating the purpose, Passow, under the word, p. 1694 b; (Liddell and Scott, under the word, IV:2)), of laws, to be made, laid down: τίνι, ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται, lies in the power of the evil one, i. e. is held in subjection by the devil, ἀνάκειμαι, συνανάκειμαι, ἀντίκειμαι, ἀπόκειμαι, ἐπίκειμαι, κατάκειμαι, παράκειμαι, περίκειμαι, πρόκειμαι.)

Greek Monolingual

(ΑΜ κεῑμαι)
1. είμαι τοποθετημένος κάπου, βρίσκομαι κάπου, έχω θέση, εδρεύω, απαντώ
2. είμαι ξαπλωμένος στο έδαφος
3. κατάκειμαι, απόκειμαι, είμαι θαμμένος, βρίσκομαι νεκρός, κείτομαιενθάδε κείται»)
4. (για νόμους) ισχύω, έχω κύρος, έχω τεθεί, έχω οριστεί (α. «οι κείμενοι νόμοι» β. «οι κείμενες διατάξεις»)
μσν.
1. ανήκω
2. βρίσκομαι στην εξουσία
3. είμαι άρρωστος
4. απρόσ. ταιριάζει, αρμόζει, επιτρέπειται
5. (η μτχ. ως επίθ.) κείμενος, -ένη, -ο(ν)
α) θεσμοθετημένος
β) νόμιμος δίκαιος
αρχ.
1. κοιμάμαι, αναπαύομαι
2. μένω αργός, σχολάζω, αδρανώ
3. μένω ήρεμος, ησυχάζω
4. μτφ. ναρκώνομαι
5. είμαι κατάκοιτος από ασθένεια, τραύμα κ.λπ.
6. μτφ. βρίσκομαι σε αθλιότητα
7. (για άταφο πτώμα) είμαι εγκαταλελειμμένος, παραμελημένος
8. (για οικοδομές) είμαι ερειπωμένος, είμαι γκρεμισμένος
9. (για παλαιστές) έχω νικηθεί από τον αντίπαλο
10. αρμόζω, είμαι κατάλληλος
11. (για περιουσία ή χρήματα) έχω τεθεί κατά μέρος, έχω αποθησαυριστεί, έχω κατατεθεί
12. (μτφ. για πράξη) καταλογίζομαι σε βάρος κάποιου
13. τοποθετούμαι σε κατάλληλη θέση
14. πρόκειμαι, είμαι ορισμένος, διατεταγμένος
15. είμαι αφιερωμένος σε κάποιο θεό
16. ορίζομαι με νόμο, είμαι τεταγμένος, επιβεβλημένος με νόμο
17. (για φιλοσ. επιχειρήματα) ισχύω, θεωρούμαι ως κάτι δεδομένο, ομολογημένο, παραδεκτό
18. (για ονόματα) δίνομαι
19. τυχαίνω συμβαίνω, είμαι ενδεχόμενος
20. εξακολουθώ να είμαι
21. είμαι εγκατεστημένος
22. (για πράγματα) εξαρτώμαι από κάτι
23. ιατρ. α) (για ούρα) αφήνω ίζημα
β) καταπραΰνομαι
24. χρησιμοποιούμαι
25. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) τo κείμενον
το γενικά παραδεκτό
26. φρ. α) «κείμενον σχῆμα»
αρχιτ. κατακεκλιμένο σχέδιο
β) «κεῑμαι ὑπό τινων» — θάβομαι από κάποιους
γ) «αἱ κείμεναι ὑπό τῶν ὑπατικῶν γνῶμαι» — οι γνώμες που δίνουν οι υπατικοί
δ) «κείμενα ὀνόματα» — ορισμένοι όροι
ε) «θεῶν ἐν γούνασι κεῑταί τι» — εξαρτάται κάτι από τη θέληση τών θεών
στ) «κεῑσθαι ἔν τινι» ή «ἐπί τινι» — εξαρτώμαι εντελώς από κάποιον
ζ) «κεῑμαι ἐπί τινι» — προστίθεμαι ως βάρος πάνω σε κάτι, επιβαρύνω, επιδεινώνω
η) (η προστ.) κείσθω
(συχνά στον Αριστοτ.) έστω, έστω δεδομένο, δεδόσθω
27. (το απαρμφ. ενεστ. ως ουσ.) κεῑσθαι
(λογ.) η στάση ή η θέση ως λογική κατηγορία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα kei- «κείμαι, βρίσκομαι» (πρβλ. αρχ. ινδ. sete, αβεστ. saēte «κοιμάται, βρίσκεται», χεττιτ. kite, kittari «κείται», πιθ. γοτθ. haims «χωριό», λατ. civis, civitas «πολίτης, πολιτεία». Η σύνδεση με τη μυκηναϊκή μτχ. παρακμ. ke-ke-me-na «μοιρασμένος» (πρβλ. κεάζω) είναι πολύ αμφίβολη. Η ετεροιωμένη βαθμίδα κοι- ( koi-) της ρίζας εμφανίζεται σε πολλά παράγωγα της λέξης (πρβλ. κοίτος, κοίτη, κοιμάμαι).
ΠΑΡ. κειμήλιον, κοιμώ, κοίτη
αρχ.
κοίτος.
ΣΥΝΘ. αντίκειμαι, απόκειμαι, διάκειμαι, επίκειμαι, κατάκειμαι, παράκειμαι, πρόκειμαι, πρόσκειμαι, σύγκειμαι, υπέρκειμαι, υπόκειμαι
αρχ.
αμφίκειμαι, ανάκειμαι, αντέγκειμαι, αντεπίκειμαι, αντιδιάκειμαι, αντιπαράκειμαι, αποδιάκειμαι, εγκατάκειμαι, έγκειμαι, είσκειμαι, έκκειμαι, εμπρόκειμαι, εναπόκειμαι, ενδιάκειμαι, ενυπόκειμαι, επανάκειμαι, επέγκειμαι, επιδιάκειμαι, επιπαράκειμαι, επιπρόκειμαι, καθυπόκειμαι, κατέγκειμαι, κατεπίκειμαι, μετάκειμαι, παρακατάκειμαι, παρέγκειμαι, περίκειμαι, προανάκειμαι, προαπόκειμαι, προδιάκειμαι, προέγκειμαι, προέκκειμαι, προκατάκειμαι, προπαράκειμαι, προπερίκειμαι, προσανάκειμαι, προσαπόκειμαι, προσέγκειμαι, προσέκκειμαι, προσεπίκειμαι, προσπαράκειμαι, προσπερίκειμαι, προσύγκειμαι, προσυπόκειμαι, προϋπόκειμαι, συγκατάκειμαι, συμπαράκειμαι, συνανάκειμαι, συναπόκειμαι, συνδιάκειμαι, συνέκκειμαι, συνεπίκειμαι, συνυπόκειμαι, υπανάκειμαι, υπέγκειμαι, υπέκκειμαι, υπερανάκειμαι, υπερέκκειμαι, υπερκατάκειμαι, υπερυπόκειμαι].

Greek Monotonic

κεῖμαι: κεῖσαι, κεῖται, Ιων. κέεται· πληθ. κεῖνται, Ιων. κέᾰται, Επικ. επίσης κέονται· προστ. κεῖσο, κείσθω· υποτ., γʹ ενικ. κέηται, Επικ. κῆται· ευκτ. κεοίμην, απαρ. κεῖσθαι, Ιων. κέεσθαι· μτχ. κείμενος, παρατ. ἐκείμην, Επικ. κείμην, Επικ. γʹ ενικ. κέσκετο, Ιων. γʹ πληθ. ἐκέατο, Επικ. κέατο, κείατο· μέλ. κείσομαι, Δωρ. κεισεῦμαι.
I. 1. Ριζική σημασία, είμαι τοποθετημένος (χρησιμ. ως Παθ. στο τίθημι), και ομοίως, είμαι πλαγιασμένος, ξαπλωμένος, σε Όμηρ. κ.λπ.· ὁ δ' ἐπ' ἔννεα κεῖτο πέλεθρα, ήταν ξαπλωμένος σε έκταση εννέα πλέθρων, σε Ομήρ. Οδ.· κειμένῳ ἐπεμπηδᾶν, τον κλωτσά ενώ αυτός είναι κάτω, σε Αριστοφ.
2. κοιμάμαι, αναπαύομαι, σε Όμηρ. κ.λπ.· επίσης, στέκομαι αδρανής, κάθομαι ήσυχος, στον ίδ.· ὑπὸ γαστέρ' ἐλυσθεὶς κείμην, λέγεται για τον Οδυσσέα κάτω από την κοιλιά του κριαριού, σε Ομήρ. Οδ.· κακὸν κείμενον, κακό που «κοιμάται», σε Σοφ.
3. είμαι άρρωστος ή τραυματισμένος, βρίσκομαι σε άθλια κατάσταση, σε Όμηρ., Σοφ. κ.λπ.· βρίσκομαι στο έλεος του εχθρού, σε Αισχύλ.
4. κείμαι νεκρός, όπως το Λατ. jacere, σε Όμηρ., Ηρόδ., Τραγ.
5. είμαι παραμελημένος, λέγεται για άταφο σώμα, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως επίσης, λέγεται για τόπους, κείμαι σε ερείπια, σε Αισχύλ.
6. λέγεται για παλαιστές, είμαι ηττημένος, στον ίδ., Αριστοφ.
II. λέγεται για τόπους, βρίσκομαι, είμαι τοποθετημένος, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ.
III. κείμαι, είμαι αποθηκευμένος, λέγεται για αγαθά, περιουσία, σε Όμηρ.· επίσης λέγεται για πράγματα αφιερωμένα στους θεούς, σε Ηρόδ.· όπως επίσης και για χρήματα, κείμενα, που έχουν εναποτεθεί, στον ίδ.
IV. είμαι ορισμένος, κεῖται ἄεθλον, σε Ομήρ. Ιλ.· ὅπλων ἔκειτ' ἀγὼν πέρι, σε Σοφ.
2. λέγεται για νόμους, κεῖται νόμος, ο νόμος έχει τεθεί, σε Ευρ., Θουκ.· οἱ νόμοι οἱ κείμενοι, οι ορισμένοι νόμοι, σε Αριστοφ.· κεῖται ζημία, η ποινή είναι ορισμένη από το νόμο, σε Θουκ.
3. χρησιμοποιείται για ονόματα, αποδίδεται το όνομα, σε Ηρόδ., Ξεν.
V. 1. μεταφ., πένθος ἐνὶ φρεσὶ κεῖται, οδύνη βαραίνει την καρδιά μου, σε Ομήρ. Οδ.· ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται, δηλ. αυτά τα πράγματα βρίσκονται στη δικαιοδοσία των θεών, αν θα δοθούν ή όχι, σε Ομήρ. Ιλ.
2. κεῖσθαι ἔν τινι, εναπόκεινται εξ ολοκλήρου ή εξαρτώνται από εκείνον, σε Πίνδ.· θεῷ κείμεθα, σε Σοφ.
3. είμαι τέτοιου είδους, σε Ηρόδ., Αισχύλ.· απλώς, βρίσκομαι, είμαι, νεῖκος κ. τισι, υπάρχει διαμάχη μεταξύ τους, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

κεῖμαι: (impf. ἐκείμην, fut. κείσομαι)
1) лежать, покоиться (ἐνὶ μεγάροις Hom.; ἐν τάφῳ Aesch.; ἐν κλίνῃ Isocr.): ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά NT многолетние запасы добра;
2) лежать (в прахе), быть поверженным (Αἴας νεοσφαγὴς κεῖται Soph.; ἐπανορθοῦν εἴ τι τῆς πόλεως ἔκειτο Plat.);
3) пребывать, находиться, быть погруженным (ἐν κακοῖς Eur.): εἰς ἀνάγκην κ. Eur. быть связанным необходимостью; πάντων κ. ἐν στόμασιν Anth. быть у всех на устах; ἐνὶ φρεσὶ κ. Hom. тяготить (досл. лежать на) сердце; θεῶν ἐν γούνασι κεῖται Hom. это - во власти (досл. на коленях у) богов;
4) находиться во власти, зависеть: ἐν ὑμῖν κείμεθα Soph. мы в вашей власти;
5) лежать, простираться, быть расположенным (εἰν ἁλί Hom.; ἐν πεδίῳ μεγάλω Her.; τῆς Ἰταλίας καὶ Σικελίας ἐν παράπλῳ Thuc.; πρὸς ἄρκτον Arst.; πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη NT): ἡ πόλις αὐτάρκη θέσιν κειμένη Thuc. город, занимающий выгодное положение;
6) стоять, помещаться: ἕλε δίφρον κείμενον Hom. (Телемах) взял стоявший (рядом) стул; δύο τράπεζαι ἐν τῷ πρόσθεν τῶν τριάκοντα ἐκείσθην Lys. два стола стояли перед коллегией Тридцати; ἤδη καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται погов. NT топор уже находится у корней деревьев, т. е. близок решающий час;
7) быть учрежденным, положенным, установленным (πάντα ὁπόσα κεῖται, νόμιμα παρὰ νομοθέτου Plat.; δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ἀνόμοις δέ NT): πάτρια ἔθη κείμενα Plat. заведенные предками обычаи; ἄλλ᾽ ἐπ᾽ ἄλλῃ φάρμακον κεῖται νόσῳ погов. Eur. ap. Plut. каждой болезни - свое лекарство; τῷ οὔνομα κεῖται Δύρας Her. имя ей (т. е. этой реке) - Дир; ὡμολογημένον ἡμῖν κεῖται Plat. между нами достигнуто соглашение (в том, что); ταῖς κειμέναις ζημίαις ἔνοχος γενέσθαι Lys. подвергнуться положенным (по закону) наказаниям; τὰ ἐν γράμμασι τεθέντα καὶ κείμενα Plat. писаные законоположения; τοῦτο κείσθω διηπορημένον Plat. пусть это останется под сомнением; κείσθω τὸ Α παντὶ τῷ Γ ὑπάρχειν Arst. положим, что А содержится во всяком Г; τὸ κείμενον Arst. допущение, (пред)положение; μὴ κινεῖν εὖ κείμενον погов. Plat. не затрагивать рискованных вопросов;
8) находиться в (том или ином) положении, обстоять: εὖ κειμένων τῶν πρηγμάτων Her. при благоприятном положении вещей; ἀνατεὶ κ. Soph. оставаться безнаказанным; εἰσορῶν, ὡς πάντα δεινὰ κἀπικινδύνως βροτοῖς κεῖται Soph. учитывая, как все страшно и опасно для людей;
9) (о деньгах) быть вложенным, быть внесенным, лежать: πολλὰ χρήματα ἐπὶ τῇ τούτου τραπέζῃ κεῖται Isocr. много денег вложено в его меняльную лавку;
10) возникнуть, быть (τί ἢ Λαβδακίδαις ἢ τῷ Πολύβου νεῖκος ἔκειτο; Soph.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κεῖμαι, praes. ep. Ion. 3 plur. κέαται, κείαται en them. κέονται, conj. 3 sing. κέηται, opt. 3 sing. κέοιτο, inf. Ion. later ook κέεσθαι, imperf. ep. Ion. (ἐ)κέατο, κείατο, iter. 3 sing. κέσκετο; fut. κείσομαι, Dor. κεισεῦμαι van personen liggen:; κεῖτο βαρὺ στενάχων hij lag er zwaar zuchtend Il. 23.60; Αἴας θολερῷ κεῖται χειμῶνι νοσήσας Aiax ligt terneer, getroffen door een razende ziektestorm Soph. Ai. 207; ook van doden; pregn. onverzorgd liggen:; μὴ δή με ἕλωρ Δαναοῖσιν ἐάσῃς κεῖσθαι laat mij toch niet liggen als prooi voor de Trojanen Il. 5.685; χαμαιπετεῖς ἔκεισθε u lag op de grond in het stof Aeschl. Ch. 964; werkeloos liggen:; κεῖτο... ἐν νήεσσι... Ἀχιλλεύς Achilles hing bij de schepen Il. 2.688; personif. spreekw.:; δεινὸν μὲν τὸ πάλαι κείμενον ἤδη κακόν... ἐπεγείρειν het is gevaarlijk het al lang rustende kwaad weer wakker te maken Soph. OC 510; μὴ κινεῖν εὖ κείμενον ( sc. κακόν ) geen slapende honden wakker maken Plat. Phlb. 15c; uitbr. zich bevinden, zijn:. καὶ λίην κεῖνός γε ἐοικότι κεῖται ὀλέθρῳ welzeker ligt hij nu in het verderf dat hij verdient Od. 1.46; κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμός haar hart zit vol ellende Od. 21.88; ἐν ῥοπῇ κεῖσθαι zich in een crisis bevinden Soph. Tr. 82; κεῖσθαι ἐν κακοῖς in ellende zitten Eur. Phoen. 1639. van zaken, vaak als perf. pass. van τίθημι\n liggen, opgeborgen zijn:. πολλὰ δ ’ ἐν Ἀντιμάχοιο δόμοις κειμήλια κεῖται vele schatten liggen in het paleis van Antimachus Il. 11.132; ὁ μὲν χρύσεος κεῖται ἐν τῷ Κλαζομενίων θησαυρῷ de gouden (krater) wordt bewaard in de schatkamer van Clazomenae Hdt. 1.51.2. klaar gelegd zijn, klaar liggen:. κεῖτο δ ’ ἄρ ’ ἐν μέσσοισι δύω χρυσοῖο τάλαντα twee talenten goud lagen als prijs klaar Il. 18.507; κείμενον περὶ ὅτευ ἀγωνίζονται terwijl de prijs waarom zij strijden klaar ligt Hdt. 8.26.2. ingesteld zijn, vastgesteld zijn, van kracht zijn, gelden:; μετὰ τῶν κειμένων νόμων met de geldende wetten Thuc. 3.82.6; οἱ ὑπὸ τῶν θεῶν κείμενοι νόμοι de door de goden ingestelde wetten Xen. Mem. 4.4.21; τί... θάνατος ὧν κεῖται πέρι welk van de dingen waarop de doodstraf staat Eur. Ion 756; ὄνομα κεῖσθαι als naam gegeven zijn Xen. Cyr. 2.2.12; met adv. (op een bep. manier) zijn:; ἐπικινδύνως βροτοῖς κεῖται παθεῖν μὲν εὖ, παθεῖν δὲ θἄτερα het is een risico voor stervelingen dat het ze wel eens goed gaat, maar dan weer anderszins Soph. Ph. 503; in argumentatie:. τοῦτο μὲν ἡμῖν οὕτω κείσθω laat dat nu voor ons gelden Plat. Resp. 350d; κείσθω laat vaststaan Aristot. Poët. 1456a35. liggen, zich bevinden:; δύο τράπεζαι ἐκείσθην er stonden twee tafels Lys. 13.37; van steden:; πόλις... αὐτάρκη θέσιν κ. een stad gelegen in een onafhankelijke positie Thuc. 1.37.3; ἀνάγκη ταύτας τὰς πόλιας θέσιν κεῖσθαι νοσερωτάτην het is onvermijdelijk dat die steden een zeer ongezonde ligging hebben Hp. Aër. 6; overdr.:; ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται dat ligt in de schoot der goden verborgen Il. 17.514; afhankelijk zijn van, met ἐν of ἐπί + dat..: ἐν ὑμῖν... κείμεθα ons lot ligt in uw handen Soph. OC 248; τὰ δ ’ οὐκ ἐπ ’ ἀνδράσι κεῖται dat ligt niet in de macht van de mensen Pind. P. 8.76.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: lie, be somewhere, happen etc. (Il.).
Other forms: 3. sg. κεῖται, 3. pl. κέαται, Att. κεῖνται, inf. κεῖσθαι etc. (further forms in Schwyzer 679; sehr unsicher myk. ke-ke-me-na)
Dialectal forms: Myc. ke-ke-me-na uncertain.
Compounds: very often with prefix in diff. meanings, ἀνά-, κατά-, παρά-, ἔγ-, ἔκ-, ἐπί-, σύγ-κειμαι etc.
Derivatives: 1. κοῖτος m. layer, bed, sleep (Od.), κοίτη f. id., matrim. bed, nest, parcel, lot (Od.); often in compp., e. g. ἀπό-, σύγ-, ἡμερό-κοιτος, ἀ-, παρα-κοίτης (cf. on ἀκοίτης). From κοῖτος, κοίτη: κοιτίς f. box (Men., J.; cf. Schwyzer 127) with κοιτίδιον id. (sch.); κοιτάριον bed (sch.); κοιτών m. sleeping room (Ar. Fr. 6, hell.) with κοιτώνιον, -ωνίσκος, -ωνίτης, ωνικός ; κοιτατήριον id. (Cyrene; cf. ἑστιατήριον s. ἑστία); κοιταῖος lying on the layer (Decr. ap. D. 18, 37, Plb.), κοιτάριος belonging to the bed (Edict. Diocl.). Denomin. verb κοιτάζομαι lay down, nest (Pi., hell.), -άζω bring to rest, lay down, also partition the land (from κοίτη parcel), hell. From here κοιτασία living together (LXX), κοιτασμός folding the cattle (pap.). - 2. *κοίμη or *κοῖμος with denomin. κοιμάω lay to rest, put to bed, κοιμάομαι go to bed (Il.); from there κοίμησις lay down, sleep (of death) (Pl., LXX, NT), κοίμημα sleep, sleeping with (S.), κοιμη-τήριον sleeping room, restplace, burying-place (inscr.); also κοιμίζω = κοιμάω with κοίμισις, -ισμός, -ιστής, -ιστικός; rater reshaped from κοιμάω. - 3. κειμήλιον n. valuables, precious thing (Il.), secondary -ιοι Pl. m. (f.) (Pl. Lg. 931a; apposition of πατέρες η μητέρες); ηλ-derivation of a neuter *κεῖμα (Frisk Eranos 38, 42 a. 41, 52). In the same meaning κεμήλιον (Alc. G 1, 8)? Specht KZ 68, 145 (after *θεμήλιον, θέμηλα); but s. on κεμάς. - Cf. also κῶμα and κώμη. - Verbal derivv. : iterative (παρε)- κέσκετο (ξ 521, φ 41); desiderative or future forms κείω, κειέμεν, κείοντες etc.; late lengthening κατεκείαθεν κατεκοιμήθη H. (after Hom. μετεκίαθεν); further details in Schwyzer 679, Chantraine Gramm. hom. 1, 322 und 453.
Origin: IE [Indo-European] [539] *kei- lie
Etymology: An exact agreement of the athematic present κεῖται gives Indo-Iranian in Skt. śéte, Av. saēte lies; further Hitt. kitta, -ri; uncertain Lyc. sijęni id. (Pedersen Lykisch und Hittitisch 17f.). The nominalen t- and m-formations are also found outside Greek: Bret. argud light sleep < *are-ḱoi-to-; Germ., e. g. Goth. haims village, Heim, Latv. sàime family, Lith. šeimýna id., OCS sěmьja id., prob. also Celt., e. g. OIr. cōim dear. Other derivv. of the verb in Lat. cīvis, Germ., e. g. Goth. heiwa-frauja lord of the house, Skt. śéva- trusty, friendly, dear as in Arm. sēr love with sirem love. - Further Pok. 539f., W.-Hofmann s. cīvis. - The verb has full grade in the middle with static inflection: Skt. śay-e, pl. śe-re, without -t-.

Middle Liddell


I. to be laid (used as a Pass. to τίθημι), and so to lie, lie outstretched, Hom., etc.; ὁ δ' ἐπ' ἐννέα κεῖτο πέλεθρα lay stretched over nine plethra, Od.; κειμένωι ἐπεμπηδᾶν to kick him when he's down, Ar.
2. to lie asleep, repose, Hom., etc.:—also, to lie idle, lie still, Hom.; ὑπὸ γαστέρ' ἐλυσθεὶς κείμην of Ulysses under the ram's belly, Od.; κακὸν κείμενον a sleeping evil, Soph.
3. to lie sick or wounded, lie in misery, Hom., Soph., etc.; to lie at the mercy of the conqueror, Aesch.
4. to lie dead, like Lat. jacere, Hom., Hdt., Trag.
5. to lie neglected or uncared for, of an unburied corpse, Il.;—so also of places, to lie in ruins, Aesch.
6. of wrestlers, to have a fall, Aesch., Ar.
II. of places, to lie, be situated, Od., Hdt., attic
III. to be laid up, be in store, of goods, property, Hom.;—also of things dedicated to a god, Hdt.; of money, κείμενα deposits, Hdt.
IV. to be set up, proposed, κεῖται ἄεθλον Il.; ὅπλων ἔκειτ' ἀγὼν πέρι Soph.
2. of laws, κεῖται νόμος the law is laid down, Eur., Thuc.; οἱ νόμοι οἱ κείμενοι the established laws, Ar.; κεῖται ζημία the penalty is fixed by law, Thuc.
3. of names, κεῖται ὄνομα the name is given, Hdt., Xen.
V. metaph., πένθος ἐνὶ φρεσὶ κεῖται grief lies heavy on my heart, Od.; ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται, i. e. these things are yet in the power of the gods, to give or not, Il.
2. κεῖσθαι ἔν τινι to rest entirely or be dependent on him, Pind.; θεῶι κείμεθα Soph.
3. to be so and so, Hdt., Aesch.:—simply, to be, νεῖκος κ. τισι there is strife between them, Soph.

Frisk Etymology German

κεῖμαι: {keĩmai}
Forms: 3. sg. κεῖται, 3. pl. κέαται, att. κεῖνται, Inf. κεῖσθαι usw. (weitere Formen bei Schwyzer 679; sehr unsicher myk. ke-ke-me-na)
Meaning: liegen, sich befinden, stattfinden,
Composita : überaus oft mit Präfix in verschiedenen Sinnfärbungen, ἀνά-, κατά-, παρά-, ἔγ-, ἔκ-, ἐπί-, σύγκειμαι u. a. m. (seit Il.).
Derivative: Nominale Ableitungen, z. T. altererbt (s. unten): 1. κοῖτος m. Lager, Bett, Schlaf (ep. poet. seit Od., auch Hdt.), κοίτη f. Lager, Bett, Ehebett, Nest, Parzelle, Kiste (seit Od.); oft in Kompp., z. B. ἀπό-, σύγ-, ἡμερόκοιτος, ἀ-, παρακοίτης (vgl. zu ἀκοίτης). Von κοῖτος, κοίτη: κοιτίς f. Kistchen (Men., J. usw.; vgl. Schwyzer 127) mit κοιτίδιον ib. (Sch.); κοιτάριον Bettchen (Sch.); κοιτών m. Schlafgemach (Ar. Fr. 6, hell. u. sp.) mit κοιτώνιον, -ωνίσκος, -ωνίτης, ωνικός (spät); κοιτατήριον Schlafzimmer (Kyrene; vgl. ἑστιατήριον s. ἑστία); κοιταῖος auf dem Lager liegend (Decr. ap. D. 18, 37, Pkb. usw.), κοιτάριος zum Bett gehörig (Edict. Diocl.). Denominatives Verb κοιτάζομαι sich lagern, nisten (Pi., hell.), -άζω zu Ruhe bringen, sich lagern, auch Land aufteilen (von κοίτη Parzelle), hell. u. sp. Davon κοιτασία das Zusammenwohnen (LXX), κοιτασμός das Einpferchen, die Einhürdung des Viehs (Pap.). — 2. *κοίμη oder *κοῖμος mit dem Denominativum κοιμάω zur Ruhe legen, zu Bett bringen, einschläfern, κοιμάομαι sich zu Bett legen, schlafen gehen, sich lagern (seit Il.); davon κοίμησις ‘das Sich-Lagern, (Todes)schlaf’ (Pl., LXX, NT), κοίμημα der Schlaf, Beischlaf (S.), κοιμητήριον ‘Schlafzimmer, Ruhe-, Grabstätte’ (Inschr.); auch κοιμίζω = κοιμάω (nachhom., vorw. poet.) mit κοίμισις, -ισμός, -ιστής, -ιστικός (spät); eher aus κοιμάω umgebildet als von *κοίμη, *κοῖμος selbständig abgeleitet. — 3. κειμήλιον n. Kostbarkeit, Kleinod (vorw. poet. seit Il.), sekundär -ιοι Pl. m. (f.) Kostbarkeiten (Pl. Lg. 931a; Apposition von πατέρες ἢ μητέρες); zunächst ηλ-Ableitung eines Neutrums *κεῖμα (Frisk Eranos 38, 42 u. 41, 52). In derselben Bed. κεμήλιον (Alk. G 1, 8)? Specht KZ 68, 145 (nach *θεμήλιον, θέμηλα); aber s. zu κεμάς. — Vgl. auch κῶμα und κώμη. — Verbale Ableitungen : Iterativum (παρε)- κέσκετο (ξ 521, φ 41); desiderative oder futurische Formen κείω, κειέμεν, κείοντες usw.; späte Erweiterung κατεκείαθεν· κατεκοιμήθη H. (wohl nach hom. μετεκίαθεν); weitere Einzelheiten m. Lit. bei Schwyzer 679, Chantraine Gramm. hom. 1, 322 und 453.
Etymology : Eine genaue Entsprechung des abstufungslosen athematischen Präsens κεῖται liegt auf indoiranischem Gebiet in aind. śéte, aw. saēte liegt vor; dazu stimmt noch bis auf die Endung das synonyme heth. kitta, -ri; ganz unsicher dagegen lyk. sijęni ib. (Pedersen Lykisch und Hittitisch 17f.). Auch die nominalen t- und m-Bildungen kehren außerhalb des Griechischen wieder: bret. argud leichter Schlaf < *ar-eḱoi-to-; germ., z. B. got. haims ‘Dorf, Heim’, lett. sàimė Hausgesinde, Familie, lit. šeimýna ib., aksl. sěmьja ib., wohl auch kelt., z. B. air. cōim lieb. Andere Ableitungen desselben Verbs sind in lat. cīvis, germ., z. B. got. heiwa-frauja Hausherr, aind. śéva- traut, freundlich, lieb u. a. m. ebenso wie in arm. sēr Neigung, Liebe mit sirem lieben vermutet worden. — Weitere Formen m. Lit. bei WP. 1, 358ff., Pok. 539f., W.-Hofmann s. cīvis.
Page 1,809-810

Chinese

原文音譯:ke‹mai 咳買
詞類次數:動詞(26)
原文字根:臥 相當於: (מֻנָּח‎) (יָעַד‎) (שׂוּמָה‎ / שִׂים‎)
字義溯源:(手腳伸開地)躺臥*,臥,躺下,側躺,放,放在,安放,放著,放一處,指定,制定,命定,安葬,安置,設立,立好,立,造,擺,建立,結媾,積存。參讀 (ἀνάκειμαι)同義字
同源字:1) (ἀνάκειμαι)側躺 2) (ἀντίκειμαι)對立 3) (ἀπόκειμαι)被保留 4) (ἐπίκειμαι)置於,制定 5) (κατάκειμαι)躺下 6) (κεῖμαι)躺臥 7) (παράκειμαι)躺在近旁 8) (περίκειμαι)圍繞 9) (πρόκειμαι)擺在前面 10) (συνανάκειμαι / σύγκειμαι)一同側躺
出現次數:總共(26);太(3);路(7);約(8);林前(1);林後(1);腓(1);帖前(1);提前(1);約壹(1);啓(2)
譯字彙編
1) 放(4) 太3:10; 路3:9; 約11:41; 約20:7;
2) 放在那裏(3) 約19:29; 約20:5; 約20:6;
3) 臥(3) 路2:12; 路2:16; 約壹5:19;
4) 安放(2) 太28:6; 約20:12;
5) 還放在(1) 林後3:15;
6) 安置(1) 啓4:2;
7) 我⋯設立的(1) 腓1:16;
8) 為⋯設立的(1) 提前1:9;
9) 我們⋯是命定的(1) 帖前3:3;
10) 已立好的(1) 林前3:11;
11) 結構是(1) 啓21:16;
12) 擺(1) 約2:6;
13) 被立(1) 路2:34;
14) 造在(1) 太5:14;
15) 積存(1) 路12:19;
16) 安葬過人的(1) 路23:53;
17) 放一處(1) 路24:12;
18) 放著(1) 約21:9