Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νῆμα

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: νῆμα Medium diacritics: νῆμα Low diacritics: νήμα Capitals: ΝΗΜΑ
Transliteration A: nē̂ma Transliteration B: nēma Transliteration C: nima Beta Code: nh=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (νέω B) A that which is spun, thread, yarn, Od.4.134, E. Or.1433 (lyr.), Pl.Plt.282e: pl., Od.2.98, 19.143; thread of a spider's web, Hes.Op.777; of the Fates, Μοιράων νῆμ' ἄλλυτον Phanocl.2, cf. IG14.1188.11; οὔπω πεπλήρωται τὸ ν. αὐτοῦ his destiny, Luc.Philops. 25; νήματα σηρικά silk sutures, Gal.10.942.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 252] τό, das Gesponnene (νέω), der Faden, das Garn, Od. 2, 98. 4, 134. 19, 143; auch der Faden des Spinngewebes, Hes. O. 779, wie ἀράχνης Lucill. 65 (XI, 106); νήματα ἵετο πέδῳ, Eur. Gr. 1433; Plat. Polit. 282 e, der Faden; neben ὑφή, Plut. sol. anim. 10; ἐκ λεπτῶν νημάτων, Luc. Cont. 16.

Greek (Liddell-Scott)

νῆμα: τό, (νέω, νήθω, «γνέθω») τὸ κλωσθέν, νῆμα, κλωστή, γνέμα, Ὀδ, Δ. 134, Πλάτ. Πολιτ. 282Ε· ἐν τῷ πληθ., Ὀδ. Β. 98., Τ. 143, Εὐρ. Ὀρ. 1433 - ἡ κλωστὴ τῆς ἀράχνης, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 775· ἐπὶ τῶν Μοιρῶν, Μοιράων νῆμ’ ἄλυτον Φανοκλ. 2. πρβλ. Ἀνθ. Π. παράρτ. 154· οὔπω πεπλήρωται τὸ νῆμα αὐτοῦ, ἡ μοῖρά του, τὸ τέλος του, Λουκ. Φιλοψ. 25.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
fil, particul. fil d’une trame.
Étymologie: νέω³.

English (Autenrieth)

ατος (νέ Od. 24.2): that which is spun, yarn. (Od.)

Greek Monolingual

το (ΑΜ νῆμα, Μ και νέμα και νέμαν)
είδος λεπτού κλώσματος από διάφορες ίνες, ιδίως υφαντικές, η κλωστή, το γνέμα (α. «τὸ μὲν ἀτράκτῳ τε στραφὲν καὶ στερεὸν νῆμα γενόμενον», Πλάτ.
β. «τα συνθετικά νήματα δεν απορροφούν πολλή υγρασία»)
νεοελλ.
1. βοτ. το ευκίνητο στέλεχος του στήμονα τών ανθέων που στην κορυφή του βρίσκεται ο ανθήρας
2. αστρον. λεπτότατη ίνα, κατασκευασμένη από διάφορες ύλες, από την οποία σχηματίζεται πλέγμα σε κάθετες και οριζόντιες διευθύνσεις στο εστιακό επίπεδο τών αστρονομικών οργάνων για διευκόλυνση τών μετρήσεων, αλλ. σταυρόνημα
3. (ηλεκτρ.) το λεπτό αγώγιμο δύστηκτο σύρμα, που σήμερα κατασκευάζεται από ειδικό κράμμα μετάλλων, τών ηλεκτρικών λαμπτήρων πυράκτωσης
4. μτφ. λογικός ειρμός, αλληλουχία, λογική σειρά («το νήμα τών σκέψεων»)
5. φρ. α) «νήμα της στάθμης» — κλωστή από την οποία κρέμεται μικρό μεταλλικό βάρος δίνοντάς της κατακόρυφη διεύθυνση και που χρησιμοποιείται προκειμένου να ελεγχθεί η κατακόρυφος τών τοίχων ή άλλων κάθετων επιφανειών
β) «νήμα δικτύων» — νήμα το οποίο χρησιμοποιείται για την κατασκευή τών αλιευτικών διχτιών
γ) «νήμα εκπομπής»
(ηλεκτρον.) νήμα από δύστηκτο μέταλλο καλυμμένο με ειδική ουσία το οποίο έχει μεγάλη ικανότητα εκπομπής ηλετρονίων και χρησιμοποιείται στις ηλεκτρονικές λυχνίες και στους λαμπτήρες φθορισμού
δ) «κόπηκε απότομα το νήμα της ζωής του» — πέθανε ξαφνικά, απροσδόκητα
νεοελλ.-μσν.
θηλειά, βρόχος, παγίδα
μσν.-αρχ.
το πεπρωμένο, η ειμαρμένηοὔπω πεπλήρωται τὸ νῆμα αὐτοῦ», Λουκιαν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. νη- του νήθω «γνέθω» + κατάλ. -μα. Οι τ. νέμα και νέμαν είναι ιδιωματικοί].

Greek Monotonic

νῆμα: -ατος, τό (νέω, νήθω, γνέθω), αυτό που γνέθεται, κλωστή, μάλλινο νήμα, σε Ομήρ. Οδ., Ησίοδ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

νῆμα: ατος τό νέω III]
1) нить, пряжа Hom., Hes.: ν. ἀράχνης Anth. паутина;
2) перен. нить судьбы, судьба (τινος Luc.).

Middle Liddell

νῆμα, ατος, τό, [νέω3 to spin]
that which is spun, a thread, yarn, Od., Hes., Eur.

English (Woodhouse)

νῆμα = thread

⇢ Look up "νῆμα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)