Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλάνης

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πλᾰ́νης Medium diacritics: πλάνης Low diacritics: πλάνης Capitals: ΠΛΑΝΗΣ
Transliteration A: plánēs Transliteration B: planēs Transliteration C: planis Beta Code: pla/nhs

English (LSJ)

ητος, ὁ, A wanderer, vagabond, ib.1029, E.IT417, Isoc.19.6 : c. gen., πόντου πλάνητες roamers of the sea, Trag.Adesp.100. 2 πλάνητες ἀστέρες planets, X.Mem. 4.7.5, Arist.Mete.342b28; and, simply, οἱ π. Id.APo.78a30,Fr.196, Plu.2.604a, etc.; τοὺς ἀστέρας τοὺς ἐνδεδεμένους, τοὺς δὲ πλάνητας Arist. Cael.290a19. 3 πλάνητες [πυρετοί] fevers that come in irregular fits, Hp.Epid.1.6, Aph.3.22; cf. πλανήτης 11.2. II as Adj., ἄπορος καὶ πλάνης βίος Plu.Brut.33; πλάνης ὅμιλος Polem.Call.18.56 : as fem., πλάνητα πτῆσιν Luc.Musc.Enc.9.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 624] ητος, ὁ, der Herumirrende, Herumschweifende; ἐπὶ θητείᾳ πλάνης, Soph. O. R. 1029; οἳ φέρονται πλάνητες, Eur. I. T. 417, erro; ἄνθρωποι, Strab. 12, 7, 3; πλάνητες ἀστέρες, die Irrsterne, Planeten, Xen. Mem. 4, 7, 5 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πλάνης: [ᾰ], -ητος, ὁ, ὁ πλανώμενος ἢ περιφερόμενος, ἀλήτης, Λατ. erro, Σοφ. Ο. Τ. 1029, Εὐρ. Ι. Τ. 417, Ἰσοκρ. 385D· 2) πλάνητες ἀστέρες, οἱ πλανῆται, Ξεν. Ἀπομν. 4. 7, 5· καὶ ἁπλῶς, οἱ πλάνητες Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 13, 1· οὕτως, ἀστέρες πλανῆται ὁ αὐτ. ἐν Μετεωρ. 1. 6, 1, Πλούτ. 2. 604Α, κτλ.· πλανῆται Πλάτ. Τίμ. 38C, Ἀριστ. Ἀποσπ. 191· ἀντίθετ. τῷ οἱ ἐνδεδεμένοι, (ἀπλανεῖς ἀστέρες), ὁ αὐτ. π. Οὐρ. 2. 8, 10, πρβλ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 2, 13. ― Ἡ Ἀφροδίτη ἐκαλεῖτο ἑωσφόρος ἢ ἕσπερος, ὁ Ἑρμῆς στίλβων, ὁ Ἄρης, ὁ πυρόεις, ὁ Ζεύς φαέθων, ὁ Κρόνος φαίνων, ἴδε τὰς λέξ., καὶ πρβλ. Stallb. εἰς Τίμ. ἔνθ’ ἀνωτ., Lewis Astr. of Anc. 144, 245· παρὰ τοῖς ἀνατολικοῖς λαοῖς οἱ πλανῆται διεκρίνοντο κατὰ χρώματα· ὁ ἥλιος ἐλέγετο χρυσοῦς, ἡ Σελήνη ἀργυρᾶ, ἡ Ἀφροδίτη λευκή, ὁ Ἑρμῆς κυανοῦς, ὁ Ἄρης ἐρυθρός, ὁ Ζεύς πράσινος, ὁ Κρόνος κίτρινος, ἴδε Rawlins. εἰς Ἡρόδ. 1. 98. 3) πλάνητες [πυρετοί], πυρετοὶ ἐρχόμενοι ἐν ἀκανονίστοις παροξυσμοῖς, Ἱππ. Ἐπιδημ. τὸ Αϳ, 944, Ἀφ. 1248· ὡσαύτως πλανῆται, πρβλ. Foës. Oecom. II. ὡς ἐπίθ., ἄπορος καὶ πλ. βίος Πλουτ. Βροῦτ. 33· καὶ ὡς θηλ., πλάνητα πτῆσιν Λουκ. Μυίας Ἐγκώμ. 9. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 131.

French (Bailly abrégé)

ητος (ὁ, ἡ)
errant ; ὁ πλάνης, vagabond : πλάνητες ἀστέρες XÉN astres errants, planètes.
Étymologie: πλάνη.

English (Thayer)

(πλανήτης) πλανητου, ὁ (πλανάω), a wanderer: ἀστέρες πλανῆται, wandering stars (Aristotle, Plutarch, others), WH marginal reading ἀστέρες πλανῆται (Xenophon, mem. 4,7, 5)); see ἀστήρ, at the end

Greek Monolingual

-ητος, ο, η, ΝΑ, και πλάνητας, ο, Ν
(ως ουσ. και ως επίθ.)
1. αυτός που περιφέρεται εδώ κι εκεί, που δεν έχει μόνιμο τόπο διαμονής, ο περιπλανώμενος (α. «εις τον πλάνητα δρόμον», Παπαδ.
β. «οἵ φέρονται πλάνητες ἐπ' οἶδμα πόλεις τε βαρβάρους περῶντες», Ευρ.)
2. φρ. α) «πλάνητες αστέρες» — οι πλανήτες
β) «πλάνητες πυρετοί» — πυρετοί που εμφανίζονται σε άτακτους, ακανόνιστους παροξυσμούς
νεοελλ.
φρ. «πλάνητες λίθοι»
(γεωμορφ.) θραύσματα πετρωμάτων που μεταφέρθηκαν από τους παγετώνες και αποτέθηκαν ασύμφωνα προς τη στρώση τών πετρωμάτων του υποβάθρου
αρχ.
μτφ. αυτός που πλανιέται, που κάνει λάθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλανῶμαι + επίθημα -ης, -ητος (πρβλ. κέλ-ης, πέν-ης)].

Greek Monotonic

πλάνης: [ᾰ], -ητος, ὁ,
I. 1. περιπλανητής, περιφερόμενος, αλήτης, σε Σοφ., Ευρ.
2. πλάνητες ἀστέρες, σε Ξεν.
II. ως επίθ., περιπλανώμενος, νομαδικός, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

πλάνης: ητος (ᾰ) adj.
1) бродячий, скитальческий (βίος Plut.);
2) странствующий, блуждающий (ἀστέρες Arst., Plut.).
ητος ὁ
1) странник Soph., Eur.;
2) планета Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλάνης -ητος [~ πλανάω] zwervend:; π. βίος een zwervend leven Plut. Brut. 33.6; subst. ὁ πλάνης zwerver; astr.. π. ἀστέρες planeten Xen. Mem. 4.7.5 = οἱ πλάνητες Democr. B 56. geneesk. onregelmatig (van koorts).

Middle Liddell

πλᾰ́νης, ητος, ὁ,
I. a wanderer, roamer, rover, Soph., Eur.
2. πλάνητες ἀστέρες the planets, Xen.
II. as adj. wandering, Plut.

Chinese

原文音譯:plan»thj 普拉尼帖士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:離正道的
字義溯源:流蕩者,徒涉者;源自(πλάνος)*=漂泊,迷惑)
出現次數:總共(1);猶(1)
譯字彙編
1) 是流蕩的(1) 猶1:13

English (Woodhouse)

πλάνης = wanderer

⇢ Look up "πλάνης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)