Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κέλης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κέλης Medium diacritics: κέλης Low diacritics: κέλης Capitals: ΚΕΛΗΣ
Transliteration A: kélēs Transliteration B: kelēs Transliteration C: kelis Beta Code: ke/lhs

English (LSJ)

ητος, ὁ, (κέλλω)

   A courser, riding-horse, Ὀδυσσεὺς ἀμφ' ἑνὶ δούρατι βαῖνε, κέληθ' ὡς ἵππον ἐλαύνων bestrode one plank, as if riding on a horse, Od.5.371 (κ. ἵππος also in later Prose, SIG314A7,36, al. (Arc., iv B.C.), Plu.Alex.3, Paus.6.14.4); κ. καὶ ἅρματα Hdt.7.86; ἵππον κέλητ' ἀσκοῦντα Eup.152; κέλης κέλητα παρακελητιεῖ Ar.Pax 901; freq. in the titles of Pindar's Odes, as O.1; νίκας Πυθοῖ καὶ Ἰσθμοῖ καὶ Νεμέᾳ τεθρίπποις τε καὶ κέλησι Pl.Ly.205c, cf. Plin.HN 34.19; κ. πωλικός, τέλειος, IG2.966.    II fast-sailing yacht with one bank of oars, Hdt.8.94, Th.4.9, 8.38, X.HG1.6.36, Ephipp.5.17 (anap.), Plb.5.94.8, Plin.HN7.208, etc.    III sens. obsc. (with play on 1), Ar.Lys.60; so ἥρως Κέλης Pl.Com.174.18.    2 pudenda muliebria, Eust.1539.34.

German (Pape)

[Seite 1415] ητος, ὁ (κέλλω), 1) der Renner, das Rennpferd; κέλης ἵππος Od. 5, 371; so D. L., Plut. Alex. 3, Paus. u. A.; auch allein, Pind. öfter; ἤλαυνον κέλητας καὶ ἅρματα Her. 7, 86; τεθρίπποις τε καὶ κέλησι Plat. Lys. 205 c; Ar. Pax 900 ἱπποδρομίαν ἄξετε ἵνα δὴ κέλης κέλητα παρακελητιεῖ – Die Späteren bringen die röm. Celeres hiermit in Verbindung. – 2) ein schnellsegelndes Jachtschiff mit einer Ruderbank; Her. 8, 94; Ar. Lys. 60; Thuc. 4, 9; Xen. Hell. 1, 6, 26; Pol. 5, 94, 8. – 3) die weibliche Scham, Eust. zu Od. 5, 371.

Greek (Liddell-Scott)

κέλης: -ητος, ὁ, (κέλλω) μετὰ τοῦ ἵπποςἄνευ αὐτοῦ, ἵππος δρομικός, τῆς ἱππασίας («ὁ ἄζυξ καὶ κατὰ μόνας ἐλαυνόμενος» Εὐστάθ.), Ὀδυσσεὺς ἀμφ’ ἐνὶ δούρατι βαῖνε, κέληθ’ ὡς ἵππον ἐλαύνων, ἐπέβαινεν ἢ ἐπωχεῖτο μιᾶς σανίδος ὡς εἰ ἦτο ἐφ’ ἵππου (πρβλ. ἵππος), Ὀδ. Ε. 371· ὁ Συνέσ. ἐν Ἐπιστ. 40 «(ἵππος) κυνηγέτηςκέλης ἐναγώνιος ἢ πομπεὺς ἢ πολεμιστήριος», ἀντιτίθεται πρὸς τὸ ἅρμα καὶ τὴν ἀπήνην· κ. καὶ ἅρματα Ἡρόδ. 7. 86· τεθρίπποις τε καὶ κέλησι Πλάτ. Λύσ. 205C· ἵππον κέλητ’ ἀσκοῦντα Εὔπολ. ἐν «Κολ.» 25· ἱπποδρομίαν ἄξετε, ἵνα δὴ κέλης κέλητα παρακελητιεῖ Ἀριστοφ. Εἰρ. 900· συχνάκις ἐν τῇ ἐπικεφαλίδι τῶν ᾨδῶν τοῦ Πινδάρου, ὡς ἐν Ο. 1, καὶ ἐν ἐπιγρααφαῖς, κέλητι νικᾶν Συλλ. Ἐπιγρ. 1416, πρβλ. 1591α, 2758 ΙΙΙ στήλη ΙΙΙ. (Πρὸς τὸ Αἰολ. κέληρ, πρβλ. τὸ Λατ. celer, celeres· ὁ Festus παράγει τὸ Λατ. celsus (ἀντὶ eques) ἐκ τοῦ κέλης, Koen Γρηγ. σε. 306, κἑξ.). ΙΙ. πλοιάριον ταχύπλουν μὲ μίαν μόνην κώπην ἢ μονόκωπον, ἐλαφρὸν πλοιάριον ἐκ μεταφορᾶς τοῦ κέλητος ἵππου, ᾧ εἷς ἀνὴρ ἐπικάθηται, Λατ. celox, Ἡρόδ, 8. 94, Θουκ. 4. 9., 8. 38, Ξεν., κτλ. ΙΙΙ. τὸ γυναικεῖον μόριοναἰδοῖον (παρὰ κωμικοῖς), Εὐστ. 1539. 34· καὶ ἐν Ἀριστοφ. Λυσ. 60, ὑπάρχει αἰσχρόν τι λογοπαίγνιον ἐπὶ πασῶν τῶν σημασιῶν, πρβλ. κελητίζω ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ητος (ὁ) :
1 adj. m. de course, coureur : ἵππος OD cheval de selle ; subst.κέλης HDT m. sign.
2 subst.κέλης, petit vaisseau léger avec un banc de rameurs;
3 subst.κέλης, pudenda muliebria selon Eust. (cf. AR. Lys. 60).
Étymologie: cf. lat. celes, celox ; R. Κελ, pousser vivement ; cf. κέλλω, etc.

English (Autenrieth)

ητος (root κελ, cf. celer): racer, courser, w. ἵππος, race-horse, Od. 5.371†.

English (Slater)

κέλης
   1 racehorse ]ο κέλης ἰον[ P. Oxy. 841 fr. 46.

Greek Monolingual

ο (ΑΜ κέλης, Α δωρ. τ. κέληξ)
άλογο ιππασίας
νεοελλ.
ναυτ. ελαφρά, επιμήκης και ταχεία κωπήλατη λέμβος στην οποία οι ερέτες κάθονται αντίθετα προς την πλευρά κίνησης του φτερού της κώπης, αλλ. φαλαινίς
αρχ.
1. (συχνά στην επικεφαλίδα ωδών του Πινδ.) ιπποδρομία («Ἱέρων») «Συρακοσίῳ κέλητι» — στον Ιέρωνα τον Συρακόσιο που νίκησε σε ιπποδρομία
2. πλοιάριο μονόκωπο που μπορούσε να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα
2. μτφ. το γυναικείο αιδοίο
3. φρ. «ἐπὶ τῶν κελήτων» (με αισχρή σημ.) ιππαστί, καβάλα (Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κέλης, -ητος (< κέλ-ομαι) εμφανίζει επίθημα -ητ- (πρβλ. πένης, -ητος < πένομαι). Ο δωρ. τ. κέληξ, -ηκος εμφανίζει ουρανικό επίθημα -ηκ- αντί του οδοντικού -ητ-. Τη λ. δανείστηκε η λατ. με τη μορφή celēs «άλογο ιππασίας» και «πλοίο» και celox «είδος πλοίου», που σχηματίστηκε υπό την επίδραση του velox «γρήγορος, ελαφρύς»].

Greek Monotonic

κέλης: -ητος, ὁ (κέλλω),
I. ταχύς ίππος, άλογο ιππασίας, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ. κ.λπ.
II. ταχύπλοο πλοιάριο με σειρά από κουπιά, ελαφρύ πλοιάριο, Λατ. celox, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

κέλης: ητος ὁ
1) (тж. κ. ἵππος Hom.) верховая лошадь, скакун (κέλητες καὶ ἄρματα Her.);
2) быстроходная лодка, челн Her., Thuc., Xen., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κέλης -ητος, ὁ [~ κέλλω] renpaard; ook als specificatie bij ἵππος:; κέληθ ’ ὡς ἵππον ἐλαύνων alsof hij een renpaard bereed Od. 5.371; seks.: ἐπὶ τῶν κελήτων διαβεβήκασ ’ ὄρθριαι ze (vrouwen) zijn vanochtend wijdbeens te paard gegaan Aristoph. Lys. 60. snel schip, jacht.

Frisk Etymological English

-ητος
Grammatical information: m.
Meaning: runner (ι 371; cf. Delebecque Cheval 49f.), fast-sailing shipp (IA.).
Other forms: also (Dor.?) κέληξ runner (IG 5 : 1, 213; Sparta Va).
Derivatives: κελήτιον sloop, shallop (Th., App.); κελητίζω ride on race-horses, one who leaps from horse to horse (Ο 679 usw.), κελητιᾶν κελητίζειν, ἱππεύειν H.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [548] *kel- run
Etymology: Formation in -ητ- resp. -ηκ- (Schwyzer 499 and 496), perh. from κέλομαι drive om (s. v.). From it Lat. celēs, celōx (after vēlōx) fast-sailing ship. - Doubtful is connection with Av. čarāitī younge woman (prob. to čar- move, s. πέλομαι) and with Germ., e. g. OHG helid Held (Johansson WZKM 19, 237, Meillet MSL 17, 114).

Middle Liddell

κέλης, ητος, κέλλω
I. a courser, riding-horse, Od., Hdt., etc.
II. a fast-sailing yacht with one bank of oars, a light vessel, Lat. celox, Hdt., Thuc.

Frisk Etymology German

κέλης: -ητος
{kélēs}
Forms: auch κέληξ Renner (IG 5 : 1, 213; Sparta Va).
Grammar: m.
Meaning: Renner (seit ι 371; vgl. Delebecque Cheval 49f.), schnellsegelndes Schiff (ion. att.),
Derivative: Davon κελήτιον Schaluppe (Th., App.); κελητίζω ‘auf Rennpferden (als Kunstreiter) reiten’ (Ο 679 usw.), κελητιᾶν· κελητίζειν, ἱππεύειν H.
Etymology : Bildung auf -ητ- bzw. -ηκ- (Schwyzer 499 und 496), wohl von κέλομαι antreiben (s. d.). Davon lat. celēs, celōx (nach vēlōx) schnellsegelndes Schiff. — Ganz fraglich ist die Zusammenstellung mit aw. čarāitī junge Frau (wohl zu čar- sich bewegen, s. πέλομαι) und mit germ., z. B. ahd. helid Held (Johansson WZKM 19, 237, Meillet MSL 17, 114).
Page 1,816-817