Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σαύρα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: σαύρα Medium diacritics: σαύρα Low diacritics: σαύρα Capitals: ΣΑΥΡΑ
Transliteration A: saúra Transliteration B: saura Transliteration C: sayra Beta Code: sau/ra

English (LSJ)

Ion. σαύρη, ἡ,

   A lizard, A.Fr.146 codd. Ath., Hdt.4.192 (cf. 183), Arist.HA488a24, 489b21, Theoc.2.58; cf. σαῦρος.    2 = σαλαμάνδρα, Thphr.Sign.15.    II = κάρδαμον, Nic.Fr.74.72:— also as Dim. σαυρίδιον, τό, Hp.Ulc.11, Gal.19.136, etc.    III membrum virile, esp. of boys, AP12.3 (Strat.), 242 (Id.).    IV αἱ σ. αἱ ἐκ φοινίκων πεπλεγμέναι plaited cases of palm-bark, used in setting dislocated fingers, Hp.Art.80, Diocl.Fr.188.

German (Pape)

[Seite 865] ἡ, ion. σαύρη, 1) die Eidechse; Her. 4, 183. 192 (vgl. σαῦρος); Aesch. frg. 134; Theocr. 2, 58; Nic. Al. 551 u. A. – 2) ein Seefisch, sonst τραχοῦρος, gew. in der mascul. Form σαῦρος, Ael. H. A. 10, 11. – 3) eine Pflanze, wahrscheinlich eine Art Kresse, gew. als dim. σαυρίδιον, τό, Nicand. fr. 2, 72. – 4) das männliche Glied, bes. junger Leute, Strat. 4. 49. 81 (XII, 4. 207. 242) u. oft in der Anth. – 5) bei den Medic. ein geflochtener Fingerhut, ausgerenkte Finger wieder einzurenken, Hippocr.; vgl. Arist. part. an. 4, 9, wo er die Saugwarzen der Tintenfische damit vergleicht.

Greek (Liddell-Scott)

σαύρα: Ἰωνικ. σαύρη, ἡ, σαύρα, γουστέρα, γουστερίτσα, Λατ. lacerta, Ἡρόδ. 4. 192 (πρβλ. 183), Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 145, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 1, 27., 1. 5, 6, κ. ἀλλ.· πρβλ. σαῦμος. ΙΙ. φυτόν τι, πιθανῶς εἶδος καρδάμου, Νικ. παρ’ Ἀθην. 684D· - ὡσαύτως ὡς ὑποκορ. σαυρίδιον, τό, Ἱππ. 875Α, Γαλην., κλπ. ΙΙΙ. τὸ αἰδοῖον, μάλιστα παίδων, Ἀνθ. Π. 12, 3 καὶ 242. IV. αἱ σαῦραι αἱ ἐκ φοινίκων πεπλεγμέναι, θῆκαι πλεκταὶ ἐκ φλοιοῦ φοίνικος καὶ χρήσιμοι πρὸς διόρθωσιν ἐξηρθρωμένων δακτύλων, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 839· ἀλλ’ ἐπειδὴπαράδοξος καὶ μοναδικὴ αὕτη χρῆσις τῆς λέξεως δὲν μνημονεύεται παρά τινι τῶν παλαιῶν, ὁ Κοραῆς προτείνει ὡς πιθανὴν τὴν γραφὴν σειραί.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 lézard, animal;
2 salamandre;
3 autre nom du poisson de mer σαῦρος;
4 métaph. pour le pénis.
Étymologie: DELG pas d’étym.

Spanish

lagarto

Greek Monolingual

η, ΝΑ, και ιων. τ. σαύρη Α
γενική, σήμερα, ονομασία τών λεπιδωτών ερπετών της υπόταξης σαυροειδή ή σαυρόμορφα, που σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση περιλαμβάνει 3.000 περίπου είδη, συγγενικά τών οφιδίων, από τα οποία τα μέλη της διακρίνονται λόγω της παρουσίας ατροφικών ποδιών, κινητών βλεφάρων και έξω ακουστικού πόρου, κν. γουστέρα και γουστερίτσα
αρχ.
1. η σαλαμάνδρα
2. το φυτό κάρδαμο
3. το ανδρικό μόριο, ιδίως τών παιδιών
4. είδος πλέγματος που σχηματίζει θήκη («αἱ σαῡραι αἱ ἐκ φοινίκων πεπλεγμέναι», Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Οι τ. με σημ. «σαύρα» εμφανίζονται σε μεγάλη ποικιλία μορφών στις διάφορες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και οι περισσότεροι στερούνται ετυμολογίας. Η σύνδεση της λ. με τους τ. σαυκρός, σαυχμόν, σαῦλος, που παρουσιάζουν τον ίδιο φωνηεντισμό, δεν φαίνεται πιθανή. Η λ., τέλος, με την σημ. «ανδρικό μόριο» (πρβλ. και σαυροβριθές, σαυρωτήρ) έχει συνδεθεί με τη λ. σῦριγξ].

Greek Monotonic

σαύρα: Ιων. σαύρη, , το ερπετό σαύρα, Λατ. alcerta, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

σαύρα: ион. σαύρη
1) ящерица Her., Aesch., Arst., Theocr.;
2) membrum virile Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σαύρα -ας, ἡ, Ion. σαύρη hagedis; geneesk. (soort) spalk. Hp. Art. 80.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: lizard (A. Fr. 92 M., Hdt., Arist., Theoc. etc.), also = σαλαμάνδρα (Thphr.), metaph. as plantname = κάρδαμον (Nic.), membrum virile of a boy (AP), plaited case made of palm bark, used in setting dislocated fingers (medic.). Also σαῦρος m. id. (Hdt. [v. l.], Hp., Epich., Arist., Nic.); metaph. as fishname = τράχουρος (Alex., Arist., Gal.; a. o. after the colour, cf. Strömberg 121).
Other forms: Ion. -ρη.
Compounds: As 1. member in σαυρο-κτόνος m. killer of lizards (Plin.); on σαυρο-βριθές s. below.
Derivatives: 1. the plantnames σαυρ-ίδιον n. (Hp., Gal.), -ίγγη f. (H.; cf. e.g. φυσίγγη = φῦσιγξ : φῦσα), -ῖτις f. (Ps.-Dsc.); cf. Strömberg 130. 2. the fishname -ίς f. (Suid.). 3. -ῖται εἶδός τι ὄφεων H. 4. -ίγγη also = τὸ ζῶον ἡ σαύρα H., saurītis also precious stone, that would have been found inside a lizard (Plin.). 5. -ήτης m. keeper of crocodiles (pap.). 6. σαυρωτή ποικίλη, -ωτοῖς δόρασι τοῖς σαυρωτῆρας ἔχουσι κατὰ τῆς ἐπιδορατίδος H. 7. σαυρωτήρ, -ῆρος m. (Κ 153, Hdt. 7, 41, Plb. a. o.) approx. lance shoe, bottom end of a lance, that could be stuck into the ground; cf. instrument names as τροπωτήρ, σφυρωτήρ, to this σαυρωτός (ab. 6.) and σαύρα = case (s. ab.); in the same meaning also σαῦρος in σαυρο-βριθες ἔγχος (Trag. Adesp. 264); the lance-shaft was prob. compared with the long tail of a lizard (cf. οὑρίαχος). 8. PN Σαυρίας, Σαύρων a. o. (IA. etc.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Like many other words for lizard without etymology. With σαύρα, σαῦρος and derivv. is usually connected a series of other words with σαυ-: σαῦλος, σαυ-νός, σαυνίον, also σαυκρός, and further compared with σωλήν and σῦριγξ; s. esp. Solmsen Wortforsch. 129ff. (with extensive treatment), where however only σαυροβριθές, σαυρω-τήρ and σαύρα membrum virile (as well as σαυνίον javelin) are considered as belonging to σωλήν and σῦριγξ and so separated from σαύρα, σαῦρος lizard; the last are with σαῦλος, σαυνός, σαυκρόν, σαυχμόν made into a separate group (agreeing Fraenkel IF 32, 112). The relation between these words is as dark as the connections outside Greek are doubtful; s. on it Bq and WP. 1, 752; cf. also Mayrhofer s. tūṇaḥ. -- I see no reason to connect the adj. with σαυ- (σαυνός is not given by LSJ). As the word is appar. not IE, it will be a local, i.e. Pre-Greek word. (Not in Furnée.) (The word disnosaur was in 1841 created from δεινός terrible by the English peleontologist R.Owen.)

Middle Liddell

σαύρα, ιονιξ σαύρη, ἡ,
a lizard, Lat. lacerta, Hdt.

Frisk Etymology German

σαύρα: {saúra}
Forms: ion. -ρη
Grammar: f.
Meaning: Eidechse (A. Fr. 92 M., Hdt., Arist., Theok. usw.), auch = σαλαμάνδρα (Thphr.), übertr. als Pflanzenname = κάρδαμον (Nik.), membrum virile eines Knaben (AP), geflochtene Kapsel aus Palmrinde, um einen ausgerenkten Finger einzurenken (Mediz.). Auch σαῦρος m. ib. (Hdt. [v. l.], Hp., Epich., Arist., Nik.), übertr. als Fischname = τράχουρος (Alex., Arist., Gal.; u. a. nach der Farbe, vgl. Strömberg 121).
Composita : Als Vorderglied in σαυροκτόνος m. Eidechsentöter (Plin.); zu σαυροβριθές s. unten.
Derivative: Davon 1. die Pfl.namen σαυρίδιον n. (Hp., Gal.), -ίγγη f. (H.; vgl. z.B. φυσίγγη = φῦσιγξ : φῦσα), -ῖτις f. (Ps.-Dsk.); vgl. Strömberg 130. 2. der Fischname -ίς f. (Suid.). 3. -ῖται· εἶδός τι ὄφεων H. 4. -ίγγη auch = τὸ ζῶονσαύρα H., saurītis auch kostbarer Stein, der im Innern der Eidechse gefunden worden sein soll (Plin.). 5. -ήτης m. Krokodilwärter (Pap.). 6. σαυρωτή· ποικίλη, -ωτοῖς δόρασι· τοῖς σαυρωτῆρας ἔχουσι κατὰ τῆς ἐπιδορατίδος H. 7. σαυρωτήρ, -ῆρος m. (Κ 153, Hdt. 7, 41, Plb. u. a.) etwa Lanzenschuh, unteres Lanzenende, das in die Erde gesteckt werden konnte; vgl. Gerätenamen wie τροπωτήρ, σφυρωτήρ, dazu σαυρωτός (ob. 6.) und σαύρα = Kapsel (s. ob.); in derselben Bed. auch σαῦρος in σαυροβριθὲς ἔγχος (Trag. Adesp. 264); der Lanzenschaft wurde wohl mit dem langen Eidechsenschwanz verglichen (vgl. οὐρίαχος). 8. PN Σαυρίας, Σαύρων u. a. (ion. att. usw.).
Etymology : Wie viele andere Wörter für Eidechse ohne Etymologie. Mit σαύρα, σαῦρος nebst Ableitungen wird gewöhnlich eine Reihe anderer Wörter auf σαυ- zusammengestellt : σαῦλος, σαυνός, σαυνίον, auch σαυκρός, und weiterhin mit σωλήν und σῦριγξ verbunden; s. bes. Solmsen Wortforsch. 129ff. (mit ausführlicher Behandlung), wo indessen nur σαυροβριθές, σαυρωτήρ und σαύρα membrum virile (ebenso wie σαυνίον Wurfspieß) als zu σωλήν und σῦριγξ gehörig betrachtet und demgemäß von σαύρα, σαῦρος Eidechse getrennt werden; letztere werden mit σαῦλος, σαυνός, σαυκρόν, σαυχμόν zu einer besonderen Gruppe gezogen (zustimmend Fraenkel IF 32, 112). Das Verhältnis der besprochenen Wörter zueinander ist ebenso dunkel wie die außergriech. Anknüpfungen fraglich; s. dazu Bq und WP. 1, 752; vgl. noch Mayrhofer s. tūṇaḥ. Pelasgische Etymologie bei v. Windekens Le Pelasgique 136f.
Page 2,683-684