Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωλήν

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σωλήν Medium diacritics: σωλήν Low diacritics: σωλήν Capitals: ΣΩΛΗΝ
Transliteration A: sōlḗn Transliteration B: sōlēn Transliteration C: solin Beta Code: swlh/n

English (LSJ)

ῆνος, ὁ (also σωλῆνος, ὁ, Anan.Oxy.1087.57),
A channel, gutter, Archil.5, Aen.Tact.18.6, PPetr.2p.119 (iii B.C.), Ph.Bel.91.26,28.
2 pipe, Hdt.3.60, Hero Spir.1.1, al., Arr.Epict.4.11.9; κεραμεοῖ σωλῆνες Plu.2.526b; σκύτινος Str.16.2.13; μολίβδινος Gp.10.18.6; ventilation pipe, ib.2.27.2; ἀργυροῦς καὶ χρυσοῦς (for unguents) Plu. Galb.19 (pl.).
3 cylindrical box for keeping a broken limb straight, Hp.Off.14, Fract.16,22.
4 grooved tile, IG42(1).109 iv 116, 117 (Epid., iv B.C.), 11(2).203 B97 (Delos, iii B.C.), Hsch., etc.
5 a shellfish, perh. the razorfish, Epich.42, Sophr.24, Philyll.13, Arist. HA528a18, 548a5, al., Gal.6.734.
6 membrum virile, Hsch.
7 the cavity of the spine, Poll.2.180.
8 grooved rails in which wheels run, Hero Aut.2.2; σωλῆνες καταπαλτῶν, σκορπίων σωλῆνες, IG22.1628.512,515, 1629.986,990.
9 vulgar name for lienteria, Steph. in Gal.1.314 D.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1059] ῆνος, ὁ, Rinne, Röhre, Kanal; Archil. bei E. M.; Her. 3, 60; Sp., wie D. Cass.; wegen der Aehnlichkeit eine Spritze, Medic.; eine hohle Falte im Kleide; ein Hohlziegel, Hesych.; vgl. Plut. de cupid. div. 7; – ein Schaalthier aus dem Meere, die sogen. Messerscheide, Arist. H. A. 4, 4 u. Ath. III, 90 d, auch αὐλοί, δόνακες u. ὄνυχες genannt.

Greek (Liddell-Scott)

σωλήν: ῆνος, ὁ, ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «σωληνάρ», Ἀρχίλ. 154, Ἡρόδ. 3. 60 σ. κεραμεοῦς Πλούτ. 2. 526Β· σκύτινος Στράβ. 754· μολίβδινος Γεωπ. 10, 18, 6 ἀργυροῦς καὶ χρυσοῦς προβαλεῖν ἄφνω σωλήνας ὥσπερ ὕδωρ τὸ μύρον ἐκχέοντος Πλουτ. Ιάβ. 19. 2) κυλινδρικὴ θήκη ἐν ᾗ μέλος τεθραυσμένον τηρεῖται ἀκίνητον καὶ εὐθύ, Ἱππ. π. Ἰητρεῖον 745, πρβλ. 763D. 766A. 3) κέραμις ἔχων αὔλακα κοίλην, Λατ. im rex, Ἡσύχ. 4) ὀστρακόδερμον, τὸ νῦν καλούμενον, «σωλῆνα», Ἐπίχ. 23. 7 Ahr., Φιλύλλ. ἐν «Πόλεσι» 1, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4, 4, 4., 5. 15, 14, κ. ἀλλ. 5) τὸ ἀνδρικὸν μόριον, Ἡσύχ. 6) ἡ κοιλότης τῆς σπονδυλικῆς στήλης, Πολυδ. Β΄, 180.

French (Bailly abrégé)

ῆνος (ὁ) :
canal, conduit, tuyau.
Étymologie: DELG terme techn. obscur.

Spanish

cañería

Greek Monolingual

ο / σωλήν, -ῆνος, ΝΜΑ και σωλήνα, η, Ν
1. κυλινδρικός επιμήκης αγωγός από μέταλλο ή άλλο υλικό για τη διοχέτευση υγρών ή αερίων (α. «σωλήνες ύδρευσης» β. «σκύτινος σωλήν», Στράβ.
γ. «κράμεοι σωλῆνες», Πλούτ.
δ. «τὸ ὕδωρ ὀχετευόμενον διὰ σωλήνων παραγίνεται εἰς τὴν πόλιν», Ηρόδ.)
2. η κοιλότητα της σπονδυλικής στήλης
3. ζωολ. είδος μαλακίου
νεοελλ.
1. τεχνολ. κυλινδρικό και με σταθερή, κατά κανόνα, διατομή στοιχείο ενός αγωγού, ο οποίος χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ενός ρευστού και για την ασφαλή τοποθέτηση καλωδίων, όπως συμβαίνει λ.χ. με τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις
2. (πετρογρ.) βαθύ κυλινδρικό ή χοανοειδές μεταλλοφόρο σώμα που σχηματίστηκε είτε ως ηφαιστειακός λαιμός είτε στις θέσεις προϋπαρχόντων κατακόρυφων ρηγμάτων τα οποία διευρύνθηκαν από το ανερχόμενο μαγματικό υλικό, αλλ. σωληνοειδής ή σωληνόμορφη φλέβα
3. ανατ. πόρος, αγωγός, κοιλότητα μικρής διατομής με κυλινδρικό σχήμα (α. «πεπτικός σωλήνας» β. «αναπνευστικός σωλήνας»)
4. φρ. α) «ηχητικός σωλήνας»
φυσ. κλειστός στα δύο άκρα σωλήνας στον οποίο οδεύουν ηχητικά κύματα
β) «σωλήνας θερμότητας»
τεχνολ. διάταξη που είναι κατάλληλη για τη μεταφορά θερμότητας σε μεγάλες αποστάσεις υπό σχετικά χαμηλή διαφορά θερμοκρασίας, αλλ. θερμοσωλήνας
γ) «καθοδικός σωλήνας»
τεχνολ. βλ. καθοδικός
δ) «σωλήνας Πιτό»
φυσ. τύπος ανεμομέτρου
ε) «σωλήνας ροής»
φυσ. περιοχή του χώρου που περιβάλλεται από το σύνολο τών δυναμικών γραμμών πεδίου οι οποίες διέρχονται από ορισμένη κλειστή γραμμή
στ) «τριχοειδής σωλήνας»
φυσ. σωλήνας με πολύ μικρή εσωτερική διάμετρο
αρχ.
1. αυλάκι, διώρυγα
2. κυλινδρική θήκη, νάρθηκας για μέλος του σώματος που έχει υποστεί κάταγμα
3. το ανδρικό μόριο
4. στον πληθ. οἱ σωλῆνες
αυλακωτές τροχιές («σωλῆνες καταπελτῶν», επιγρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος, άγνωστης ετυμολ., ο οποίος έχει σχηματιστεί πιθ. από έναν αμάρτυρο τ. σωλος με το επίθημα -ήν (πρβλ. κωλ-ήν, πυρ-ήν). Η σύνδεση της λ. με τους τ. σῦριγξ και σαυρωτήρ δεν θεωρείται πιθανή].


Greek Monotonic

σωλήν: -ῆνος, ὁ, σωλήνας, δίοδος, αγωγός, οχετός, αυλάκι, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

σωλήν: ῆνος ὁ
1) канава, канал, желоб, водопровод Her., Plut.;
2) трубка для распыления благовоний, пульверизатор (ἀργυροῖ καὶ χρυσοῖ σωλῆνες Plut.);
3) зоол. морской черенок (моллюск Solenensis) Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σωλήν, -ῆνος, ὁ pijp, buis; geneesk. spalk. Hp. Off. 14.

Frisk Etymological English

-ῆνος
Grammatical information: m.
Meaning: pipe, channel (Ion., Archil., hell. a. late). grooved tile (hell. inscr.); name of a crustacean, razor-fish (Dor. a. Att. com., Arist. a.o.; Thompson Fishes s.v.).
Compounds: As 1. member a.o. in σωληνο-ειδής pipe-shaped (Aen. Tact. a.o.); on σωληνο-θήρας, -κέντης also Fraenkel Nom. ag. 2, 93 a. 108 f.
Derivatives: Dimin. σωλήν-ιον, -ίδιον, -άριον, -ίσκος (hell. a. late); also -ωτός pipe-shaped (Lyd.) and the verbs -ίζω to hollow out with -ισμός (Ruf. ap. Orib.), -όομαι to serve as a pipe (v.l. Paul. Aeg.). -εύομαι = συμπεριφέρομαι (EM, H.); to this -ιστής m. razor-fisher (Phaenias ap. Ath.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Formation as κωλήν, πυρήν a.o. (Schwyzer 487, Chantraine Form. 166 f.), so prob. first from a noun *σωλος (-ον). Further unclear; hypothesis by Solmsen Wortforsch. 129 ff. (where extensively on meaning a. attestations): from IE *tu̯ō-l- to σῦριγξ (s. v.) and σαυρωτήρ (but s.s.v. σαύρα). - So quite unknown. Furnée 172 n. 118 suggests that the word is Pre-Greek (giving words in -ην).

Middle Liddell

σωλήν, ῆνος, ὁ,
a channel, gutter, pipe, Hdt.

Frisk Etymology German

σωλήν: -ῆνος
{sōlḗn}
Grammar: m.
Meaning: Röhre, Rinne (ion. seit Archil., hell. u. sp.). Hohlziegel (hell. Inschr.), N. eines Schaltiers, Schneidemuschel (dor. u. att. Kom., Arist. u.a.; Thompson Fishes s.v.).
Composita : Als Vorderglied u.a. in σωληνοειδής röhrenförmig (Aen. Tact. u.a.); zu σωληνοθήρας, -κέντης noch Fraenkel Nom. ag. 2, 93 u. 108 f.
Derivative: Davon die Demin. σωλήνιον, -ίδιον, -άριον, -ίσκος (hell. u. sp.); außerdem -ωτός röhrenförmig (Lyd.) und die Verba -ίζω aushöhlen mit -ισμός (Ruf. ap. Orib.), -όομαι als Röhre dienen (v.l. Paul. Aeg.). -εύομαι = συμπεριφέρομαι (EM, H.); dazu -ιστής m. Muschelfänger (Phaenias ap. Ath.).
Etymology : Bildung wie κωλήν, πυρήν u.a. (Schwyzer 487, Chantraine Form. 166 f.), somit wohl zunächst von einem Nomen *σωλος (-ον). Sonst unklar; Hypothese von Solmsen Wortforsch. 129 ff. (wo ausführlich über Bed. u. Belege): aus idg. *tu̯ō-l- zu σῦριγξ (s. d.) und σαυρωτήρ (s. σαύρα). Pelasg. Etymologie bei v. Windekens 136f. Ält. Lit. bei Bq.
Page 2,842

Translations

Afrikaans: buis, pyp; Albanian: tub; Arabic: مَاسُورَة‎, أُنْبُوب‎; Armenian: խողովակ; Azerbaijani: boru, truba; Belarusian: труба́; Bengali: নল; Bulgarian: тръба́; Burmese: ပြွန်, ပိုက်; Catalan: tub, canonada; Chinese Mandarin: 管子; Czech: trubka, roura; Danish: rør; Dutch: buis, pijp; Esperanto: tubo; Estonian: toru; Finnish: putki; French: conduit, tuyau; Galician: cano, tubo; Georgian: მილები; German: Rohr; Greek: αγωγός, σωλήνας; Ancient Greek: σωλήν; Hebrew: צינור \ צִנּוֹר‎; Hindi: पाइप, नल; Hungarian: cső; Icelandic: rör; Indonesian: pipa; Irish: píopa; Italian: condotto, tubo; Japanese: パイプ; Kazakh: құбыр; Khmer: បំពង់, ទុយយោ; Korean: 파이프; Kyrgyz: труба; Lao: ທໍ່, ກະບອກ; Latin: canālis, tubus; Latvian: caurule; Lithuanian: vamzdis; Livonian: rūoŗ; Macedonian: цевка; Malay: paip; Maori: paipa, kōrere; Mongolian: хоолой; Norman: tuyau; Norwegian Bokmål: rør; Old English: þēote, pīpe; Persian: لوله‎; Polish: rura; Portuguese: cano, tubo, duto; Russian: труба́, тру́бка; Serbo-Croatian Cyrillic: цев; Roman: cev; Slovak: rúra, trúbka; Slovene: cev; Somali: tuuboo; Spanish: tubería, tubo; Swahili: bomba; Swedish: rör; Tajik: қубур, лула; Thai: ท่อ, กระบอก; Tok Pisin: mambu; Turkish: boru; Turkmen: truba; Ukrainian: труба́; Urdu: پائپ‎, نال‎; Uzbek: quvur, truba; Vietnamese: ống; Yiddish: רער‎; Zulu: ithumbu