Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναρίθμητος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀνᾰρίθμητος Medium diacritics: ἀναρίθμητος Low diacritics: αναρίθμητος Capitals: ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΟΣ
Transliteration A: anaríthmētos Transliteration B: anarithmētos Transliteration C: anarithmitos Beta Code: a)nari/qmhtos

English (LSJ)

ον,

   A not to be counted, countless, Pi.O.7.25, Hdt.1.126, 7.190,211, al.; of time, immeasurable, S.Aj.646.    2 unregarded, E.Ion837, Hel.1679.

German (Pape)

[Seite 205] 1) unzählbar, unermeßlich, ἀμπλακίαι Pind. N. 7, 25; χρόνος Soph. Ai. 637; στρατιά Isocr. 4, 93; μυριάδες Plat. Theaet. 175 a;λεία Plut. Luc. 4. – 2) nicht gezählt, nicht geachtet, Eur. Ion. 837 Hel. 1695. – 3) akt., der nicht zählen kann?

Greek (Liddell-Scott)

ἀνᾰρίθμητος: -ον, ὃν δὲν δύναταί τις νὰ ἀριθμήσῃ, «ἀλογάριαστος» Πινδ. Ο. 7. 45, Ἡρόδ. 1. 126., 7. 190, 211, καὶ ἀλλ. καὶ Ἀττ.: ἐπὶ χρόνου, ἀμέτρητος, πολύς, ὁ μακρὸς κἀναρίθμητος χρόνος Σοφ. Αἴ. 646. 2) ὁ μὴ ἐναρίθμιος, ὁ μὴ «λογαριαζόμενος», ἀσήμαντος, ἀναρίθμητον, ἐκ δούλης τινὸς γυναικὸς Εὐρ. Ἴων. 837, Ἑλ. 1679.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 innombrable;
2 infini.
Étymologie: ἀ, ἀριθμέω.

English (Slater)

ἀνᾰρίθμητος, -ον
   1 countless ἀμπλακίαι ἀναρίθμητοι (O. 7.25)

Spanish (DGE)

-ον
I 1innumerable ἀμπλακίαι Pi.O.7.25, πόνοι Hdt.1.126, ἄνδρες Hdt.7.190, μυριάδες Ar.V.1011, προγόνων μυριάδες Pl.Tht.175a, cf. Plot.2.3.6, πλῆθος Plb.2.29.6, πρόβατα LXX 3Re.8.5, πάθη Longin.22.1, κακοί Phld.Ir.p.18
subst. κατέβαλλον πλήθεϊ ἀναριθμήτους τῶν Περσέων Hdt.7.211, ὥστε τῶν ἀναριθμήτων εἶναι δοκεῖν τὴν πᾶσαν τάξιν de modo que todo el grupo parece entrar en la categoría de las cosas innumerables Arist.Cael.292a12.
2 inconmensurable ὁ μακρὸς κἀναρίθμητος χρόνος S.Ai.646.
II no tenido en cuenta, de clase baja op. εὐγενεῖς E.Hel.1679, Io 837.
III adv. -ως en innumerables sentidos Aët.Synt.p.359.13.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and a derivative of ἀριθμέω; unnumbered, i.e. without number: innumerable.

English (Thayer)

ἀναρίθμητον (alpha privative and ἀριθμέω), innumerable: Pindar down.)

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀναρίθμητος, -ον) αριθμώ
αυτός που δεν μπορεί να αριθμηθεί, αμέτρητος, ανυπολόγιστος, πολύς
αρχ.
αυτός που δεν είναι άξιος υπολογισμού, ο ασήμαντος.

Greek Monotonic

ἀνᾰρίθμητος: -ον, 1. αυτός που δεν μετριέται, αναρίθμητος, αμέτρητος, σε Ηρόδ., Αττ.· λέγεται για το χρόνο, αλογάριαστος, άπλετος, αμέτρητος, σε Σοφ.
2. ασήμαντος, αψήφιστος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνᾰρίθμητος: и ἀν-άριθμος, поэт. ἀνήριθμος 2
1) бесчисленный, неисчислимый, несметный Pind., Her., Trag., Plat.: χρόνος ἡμερῶν ἀνήριθμος Soph. бесчисленные дни;
2) бесконечный, безмерный (χρόνος Soph.; ἄπειρος καὶ ἀναρίθμητος Arst.): ἀ. θρηνῶν Soph. никогда не перестающий рыдать;
3) не идущий в счет (лат. nullo numero habendus), т. е. незнатный, простой Eur.

Middle Liddell


1. not to be counted, countless, Hdt., attic: of time, immeasurable, Soph.
2. unregarded, Eur.

Chinese

原文音譯:¢nar⋯qmhtoj 安-阿里特姆拖士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:不-數目
字義溯源:不可勝數的,無數的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(ἀριθμέω)=數點)組成;其中 (ἀριθμέω)出自I(ἀριθμός)=數目),而 (ἀριθμός)出自(αἴρω)*=舉起)
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 無數(1) 來11:12