Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐγχειρέω

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: ἐγχειρέω Medium diacritics: ἐγχειρέω Low diacritics: εγχειρέω Capitals: ΕΓΧΕΙΡΕΩ
Transliteration A: encheiréō Transliteration B: encheireō Transliteration C: egcheireo Beta Code: e)gxeire/w

English (LSJ)

Arc. ἰγχηρέω IG5(2).6.12 (Tegea, iv B.C.): (χείρ):—

   A take a thing in hand, undertake, attempt, c. dat.rei, E.Med.377, X.Vect. 6.1, etc.: later, c. acc. rei, ἔργον PPetr.2p.37 (iii B.C.): c. inf., Pl. Prt.310c, X.Mem.2.3.12, etc.; τὸν ἐγχειρήσαντα συκοφαντεῖν Hyp. Eux.34: abs., to make an attempt or beginning, S.El.1026, Th.4.4, etc.    2 lay hands on, attack, πόλεσι ib.122: abs., X.HG4.5.16; πρὸς τὰ κατὰ τοὺς πολεμίους Plb.2.22.11.    3 put hand to a case requiring medical treatment, τινί Hp.de Arte 3; τῇσι νούσοισιν ib. 13.    4 try one's hand in argument, εἰς ἑκάτερον Plu.Cic.21:— Pass., to be discussed, Id.2.687e codd.    II in late Poets, take in hand, c. acc., ἔργον Epigr.Gr.1038.36.—ἐπιχειρέω is more common in Att.

German (Pape)

[Seite 712] Hand anlegen, d. i. anfangen Etwas zu thun, ἐγχειρήσαντες εἰργάζοντο Thuc. 4, 4, öfter; εἰκὸς γὰρ ἐγχειροῦντα καὶ πράσσειν κακῶς Soph. El. 1026; c. inf., Ar. Plut. 717; Xen. Mem. 2, 3, 12; τινί, z. B. σφαγαῖς Hell. 3, 2, 20; D. Sic. 17, 48; Sp. auch pass. Bes. = angreifen, Xen. Hell. 4, 5, 16; τινί, Thuc. 4, 121; Pol. 1, 21, 1, öfter; πρός τινα, ibd. 2, 22, 11. – Von Aerzten, den Kranken behandeln; auch von wissenschaftlicher Behandlung, Plut. Cic. 21 u. oft. S. ἐπιχειρέω.

Greek (Liddell-Scott)

ἐγχειρέω: μέλλ. -ήσω, (χεὶρ) βάλλω τὴν χεῖρά μου ἐπί τινος ἢ εἴς τι, ἐπιχειρῶ, πειρῶμαι, μετὰ δοτ. πράγμ., Εὐρ. Μήδ. 377, Θουκ., κλ.· - μετ’ ἀπαρεμφ., Πλάτ. Πρωτ. 310C, Ξεν. Ἀπομν. 2. 3, 12, κτλ.· τὸν ἐγχειρήσαντα συκοφαντεῖν Ὑπερείδ. ὑπὲρ Εὐξεν. 44· ἐπιχειρῶ ἢ ἀρχίζω τι, Σοφ. Ἠλ. 1026, Θουκ. 4. 4, κτλ. 2) ἐπιβάλλω χεῖρα εἴς τινα, προσβάλλω τινά, ἐπιτίθεμαι, τινι Θουκ. 4. 121, Ξεν. Ἑλλ. 4. 5, 16· πρός τινα Πολύβ. 2. 22, 11. 3) ἀναλαμβάνω τὴν θεραπείαν νοσήματος, μετὰ δοτ. Ἱππ. 3. 27., 8. 9. 4) δοκιμάζω τὰς δυνάμεις μου εἰς συζήτησιν, εἰς ἑκάτερον Πλουτ. Κικ. 21. - Παθ., συζητοῦμαι, ὁ αὐτ. 2. 687Ε. ΙΙ. παρὰ μεταγεν., ἀναλαμβάνω, ἐπιχειρῶ τι μετ’ αἰτ., ἔργον Ἐπιγρ. Ἑλλ. 1038. 36. - Τὸ ἐπιχειρέω εἶναι συνηθέστερον· - πρβλ. ἐγχράω ἐν τέλει.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
I. mettre la main à, d’où
1 entreprendre : τινι qch;
2 discuter une question;
II. mettre la main sur, attaquer, τινι.
Étymologie: ἐν, χείρ.

Spanish (DGE)

• Morfología: [ind. pres. opt. 3a sg. ἐγχειρέοι Hp.de Arte 13, v. pas. part. ἐγχειρεύμενος Hp.de Arte 13; arc. perf. opt. 3a sg. ἰγκεχηρήκοι Schwyzer 656.12 (Tegea IV a.C.)]
I 1emprender, abordar, intentar c. dat. de n. de acción οὐκ οἶδ' ὁποίᾳ (ὁδῷ) πρῶτον ἐγχειρῷ E.Med.377, ὡς τάχιστα τούτοις ἐ. X.Vect.6.1, οἱ ἐγχειρήσαντες ταῖς σφαγαῖς X.HG 3.2.29, εἰ δέ τι ἐργωνήσας μὴ ἰγκεχηρήκοι τοῖς ἔργοις Schwyzer l.c., cf. Plb.1.3.7, μεγάλαις ἐπιβολαῖς D.S.17.48
c. ac. ἔργον Pl.Ti.48c, PPetr.2.13.6.8 (III a.C.), Orác. en TAM 3.34D.50 (Termeso, imper.), μετὰ τοῦ ἐ. τι καὶ πράττειν Plu.2.239a, en v. pas. ἐδόκει δή μοι ταῦτα πιθανῶς μὲν ἐγκεχειρῆσθαι me parecía que estas cosas se habían abordado convincentemente Plu.2.687d
c. inf. ponerse a, intentar φάρμακον ... ἐνεχείρησε τρίβειν Ar.Pl.717, νεωτερίζειν Aen.Tact.22.17, cf. 6, ἰέναι Pl.Prt.310c, ἐπιμελεῖσθαι X.Mem.2.3.12, τὴν εὐταξίαν καθιστάναι X.Lac.8.1, συκοφαντεῖν Hyp.Eux.34, ἐπαινεῖν Chrysipp.Stoic.3.50, συλῆσαι τὰ ἀναθήματα IG 12(8).150.5 (Samotracia III a.C.), ἔνιοι τῶν ἀσεβεῖν ἐγχειροῦντων algunos de los que promueven la impiedad, IFayoum 112.11 (I a.C.)
abs. ponerse manos a la obra, acometer una empresa εἰκὸς γὰρ ἐγχειροῦντα καὶ πράσσειν κακῶς pues es lógico que el que acomete mal una empresa la termine también mal S.El.1026, τὸ ἀπαράσκευοι ἐγχειρεῖν Th.1.84, καὶ ἐγχειρήσαντες εἰργάζοντο Th.4.4, cf. X.Eq.Mag.5.3, Arist.Pol.1312a17, νῦν ἐνχειρεῖν σοι καιρὸς περὶ ὧν ἥκεις ἐπερωτῶν Orác. en JRCil.1.43.17
part. neutr. plu. subst. τὰ ἐγχειρούμενα las empresas δυσεπίτευκτος <ἐν> τοῖς ἐγχειρουμένοις desafortunado en las empresas Vett.Val.85.12.
2 c. εἰς y ac. intentar dirigir hacia c. argumentos, fig. intentar maniobrar (ὁ Κικέρων) ἀναστὰς ἐνεχείρησεν εἰς ἑκάτερον (Cicerón) levantándose a hablar intentó maniobrar en ambas direcciones, e.e., manejar a un auditorio llevándolo hacia donde uno quiere, Plu.Cic.21.
3 c. ac. de cosa y dat. de pers. poner en manos de, entregar, confiar αὐτῇ ἐ. σωμάτιον PRein.103.23 (I d.C.), ταύτῃ δραχμὰς ἑκατόν PSI 967.7 (I/II d.C.), δούλοις τὰς πίστεις ἐνεχείρησεν Vett.Val.159.28.
4 medic. tratar enfermos μὴ ἐγχειρεῖν τοῖσι κεκρατημένοισιν ὑπὸ τῶν νοσημάτων Hp.de Arte 3, cf. Aret.SA 1.6.9, δικαίως οὐκ ἂν ἐγχειρέοι (ἡ ἰητρική) τῇσι νούσοισιν ἢ ἐγχειρευμένας ἀναμαρτήτους ἂν παρέχοι Hp.de Arte 13.
II en cont. bélicos, c. dat. o giro prep. lanzarse contra, atacar ἐ. ταῖς πόλεσι Th.4.122, ἐ. τοῖς πολεμίοις Plb.1.74.9, cf. 1.12.1, ἐνεχείρησαν ... πρὸς τὰ κατὰ τοὺς πολεμίους Plb.2.22.11, sin rég. οἱ δὲ πολέμιοι θρασύτεροί τε καὶ ἀεὶ πλείους οἱ ἐγχειροῦντες X.HG 4.5.16, cf. Plb.4.79.6.

Greek Monotonic

ἐγχειρέω: μέλ. -ήσω (χείρ
1. βάζω το χέρι μου σε κάτι, επιχειρώ κάτι, με δοτ. πράγμ., σε Ευρ., Θουκ.· με απαρ., σε Ξεν. κ.λπ.· απόλ., επιχειρώ, αρχίζω, σε Σοφ., Θουκ.
2. απλώνω τα χέρια σε, προσβάλλω, επιτίθεμαι, κάνω επίθεση, τινι, στον ίδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἐγχειρέω:
1) браться, приступать, предпринимать, начинать (τινι Xen., Arst., Diod., Plut. и ποιεῖν τι Arph., Xen., Plat., Arst.): ἐ. κακῶς Soph. затевать дурное дело; ἐγχειρήσαντες εἰργάζοντο Thuc. они принялись за работу; ἐ. καὶ μὴ διαμέλλειν Plut. приступать к делу без промедления;
2) обсуждать: ἀναστὰς ἐνεχείρησεν εἰς ἑκάτερον Plut. он поднялся и произнес речь об обеих точках зрения; πιθανῶς ἐγκεχειρῆσθαι Plut. быть представленным в убедительной форме;
3) нападать, атаковать (ταῖς πόλεσι Thuc.; τοῖς πολεμίοις и πρὸς τοὺς πολεμίους Polyb.).

Middle Liddell

fut. ήσω χείρ
1. to put one's hand in or to a thing, to attempt it, c. dat. rei, Eur., Thuc.; c. inf., Xen., etc.: absol. to make an attempt or beginning, Soph., Thuc.
2. to lay hands on, attack, assail, τινι Thuc., Xen.