Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔνοσις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἔνοσις Medium diacritics: ἔνοσις Low diacritics: ένοσις Capitals: ΕΝΟΣΙΣ
Transliteration A: énosis Transliteration B: enosis Transliteration C: enosis Beta Code: e)/nosis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A shaking, quake, Hes.Th.681,849; αἰθερίαι ἐ. E.Hel. 1363 (lyr.), cf. Orph.Fr.285.24; ἔννοσις· κίνησις, Hsch.    II personified in poet. form Ἔννοσις, prob. in E.Ba.585 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 850] ἡ, die Bewegung, Erschütterung; Hes. Th. 681. 849; Eur. Hel. 1379 Bacch. 585. Stammform nach Buttmann Lexilog. I p. 271 ἔνω, ἐνόω, Andere nehmen ἐνόθω an u. vgl. ὠθέω.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
action d’ébranler, secousse.
Étymologie: *ἐνέθω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ

• Alolema(s): ἔνν- E.Ba.585, Hsch.; εἴν- Hsch.
estremecimiento, conmoción, temblor violento, sacudida gener. de la tierra, en descripciones de batallas entre dioses y titanes ἔ. δ' ἵκανε βαρεῖα Τάρταρον ἠερόεντα ποδῶν violenta sacudida de los pies llegó hasta el tenebroso Tártaro Hes.Th.681, cf. 849, ἄνεμοι ἔνοσίν τε κονίην τ' ἐσφαράγιζον Hes.Th.706, cf. Epic.Alex.Adesp.SHell.910.10, ἔ. ἐπικλύζει πόλιν E.Tr.1326, γῆς ἔ. Orph.Fr.778.24, cf. AP 9.560 (Crin.), personif. <σεῖε> πέδον χθονός, Ἔννοσι πότνια E.Ba.585
vibración, temblor del timbal en los ritos báquicos ῥόμβου ... εἱλισσομένα κύκλιος ἐ. αἰθερία E.Hel.1363.

• Etimología: Prob. de la misma r. que ὠθέω q.u.

Greek Monolingual

ἔνοσις, η (Α)
κλονισμός, σεισμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης προελεύσεως. Η υπόθεση ότι ένοσις < εν-Fοθ-τις (πρβλ. ωθώ) αίρεται από το ότι το συμφωνικό σύμπλεγμα -θ-τ- της Αρχαίας εξελίσσεται σε -στι- (πρβλ. πύστις / πεύσις) και επί πλέον δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το εν- εν προκειμένω είναι προρρηματικό. Το γεγονός εξάλλου ότι τα σύνθετα με α' συνθετ. ένοσις είναι όλα ομηρικά του τύπου τερψίμβροτος οδηγεί στην υπόθεση ότι η σπάνια και μεθομηρική λ. ένοσις προήλθε κατ' απόσπαση από τέτοια σύνθετα].

Greek Monotonic

ἔνοσις: -εως, ἡ, δόνηση, κούνημα, κλυδωνισμός, τρεμούλιασμα, σεισμός, σε Ησίοδ., Ευρ. (από την απαρχ. √ἐνόθω, σείω, κουνώ).

Russian (Dvoretsky)

ἔνοσις: εως ἡ сотрясение, колебание Hes., Eur.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: shaking, quake (Hes., E. in lyr.).
Dialectal forms: Myc. enesidaone with difficult -e-
Compounds: As 1. member in the ep. compounds ἐνοσί-χθων, ἐννοσί-γαιος earth-shaker surnames of Poseidon; in the same meaning ἐννοσίδας (Pi.; with δα- in Δα-μάτηρ (s. Δημήτηρ and v. Wilamowitz Glaube 1, 203); after this εἰνοσί-φυλλος shaking off foliage (Hom.; ἐνν-, εἰν- metr. lengthening; cf. Chantr. Gramm. Hom. 1, 100); cf. Knecht Τερψίμβροτος 26.
Derivatives: ἐνοσιζεται τρέμει, σείεται (Cyr.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Uncertain. The explanation by Pott, followd by many scholars, as *ἔν-Ϝοθ-τις to ὠθέω (s. also ἔθων, ἔθειρα) finds several objections: the sequence -θ-τ- should have given -στ- (cf. e. g. πύσ-τις beside πεῦ-σις); the ο-ablaut as in ἄ-φρων : φρήν is not expected in a τι-deriv., and refuted by Myc.; a prefixal ἐν- is not well explained ("bump against"?). If ἔνοσις is indeed a primary τι-deriv. (cf. Holt Les noms d'action en -σις 94f.), we would rather expect a formation like ἄρο-σις. ἔνοσις may have been derived from the compounds. - See Porzig Satzinhalte 193f. M. Janda, Compositiones indogerm. Schindler, 1999, 183-203 assumes a root *h₁enh₃- to move from Skt. ánas, Lat. onus ? (but no such root is attested, and its meaning would be carry one a horse, which seems not adequate; also it does no solve the problem provided by Myc.).

Middle Liddell

ἔνοσις, εως
a shaking, quake, Hes., Eur. [From an obsol. Root *ἐνόθω to shake.]

Frisk Etymology German

ἔνοσις: {énosis}
Grammar: f.
Meaning: Erschütterung (Hes., E. inlyr.).
Composita : Als Vorderglied in den ep. Komposita ἐνοσίχθων, ἐννοσίγαιος Erderschütterer Beinamen des Poseidon; in derselben Bedeutung ἐννοσίδας (Pi.), wohl zu δα- in Δαμάτηρ (s. Δημήτηρ und v. Wilamowitz Glaube 1, 203); danach εἰνοσίφυλλος laubschüttelnd (Hom.; ἐνν-, εἰν- metrische Dehnung; vgl. Chantraine Gramm. Hom. 1, 100); vgl. Knecht Τερψίμβροτος 26.
Etymology : Nicht sicher erklärt. Der seit Pott von vielen Forschern angenommenen Zerlegung in *ἔνϝοθτις zu ὠθέω (s. auch ἔθων, ἔθειρα) stehen in der Tat mehrere Bedenken entgegen: eine Verbindung -θτ- hätte in alter Zeit -στ- ergeben sollen (vgl. z. B. πύστις gegenüber πεῦσις); die ο-Abtönung wie in ἄφρων : φρήν ist in einer τι-Ableitung nicht angebracht; ein präfixales ἐν- entbehrt der rechten Begründung ("An-stoßen"?). Wenn ἔνοσις überhaupt als eine primäre τι-Ableitung zu verstehen ist (vgl. Holt Les noms d’action en -σις 94f.), liegt es am nächsten, darin eine Bildung wie ἄροσις zu sehen. — Lit. bei WP. 1, 255, Porzig Satzinhalte 193f.
Page 1,523