Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁρατός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὁρᾱτός Medium diacritics: ὁρατός Low diacritics: ορατός Capitals: ΟΡΑΤΟΣ
Transliteration A: horatós Transliteration B: horatos Transliteration C: oratos Beta Code: o(rato/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A to be seen, visible, Hp.Praec. 14 : joined with ἁπτός, Pl.Ti.28b, al.; opp. νοητός, Id.R.509d, 524c, etc.; cf. ὁρατικός. Adv. -τῶς Aen.Tact.23.4, Plu.2.1029e.

Greek (Liddell-Scott)

ὁρᾱτός: -ή, -όν, ὃν δύναταί τις νὰ ἴδῃ, συχν. παρὰ Πλάτ., κτλ., συναπτόμενον τῷ ἁπτός, Τίμ. 2Β, Πολ. 524D, κτλ.· τὰ ὁρατά, τὰ ὁρώμενα, τὰ ὑποπίπτοντα εἰς τὴν αἴσθησιν τῆς ὁράσεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ νοητὰ, αὐτόθι 509D· πρβλ. ὁρατικός. Ἐπίρρ. -τῶς, Πλούτ. 2. 1029Ε.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
visible.
Étymologie: ὁράω.

English (Strong)

from ὁράω; gazed at, i.e. (by implication) capable of being seen: visible.

English (Thayer)

ὁρατη, ὁρατόν (ὁράω), visible, open to view: neuter plural substantively, Xenophon, Plato, Theocritus, Philo; the Sept.)

Greek Monolingual

-ή, -ό (ΑΜ ὁρατός, -ή, -όν)
1. αυτός που γίνεται αντιληπτός με την όραση, αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να δει («πιστεύω εἰς ἕνα θεόν... ποιητὴν οὐρανοῡ καὶ γῆς ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων», Σύμβ. Πίστεως)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ορατά
αυτά που υποπίπτουν στην αίσθηση της όρασης, σε αντιδιαστολή προς τα νοητά.
επίρρ...
ορατώς (Α ὁρατῶς)
με την όραση, με τα μάτια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ὁρα- του ὁρῶ + κατάλ. -τός].

Greek Monotonic

ὁρᾱτός: -ή, -όν, αυτός που μπορεί να ιδωθεί, ορατός, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ὁρᾱτός: видимый, зримый NT: νοητὸν γένος τε καὶ ὁρατόν Plat. область умопостигаемых и область видимых вещей.

Middle Liddell

ὁρᾱτός, ή, όν
to be seen, visible, Plat., etc. [from ὁράω

Chinese

原文音譯:ÐratÒj 何拉拖士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:看見的
字義溯源:注視的,可見的,能看見的;源自(εἶδον / ὁράω)*=凝視)
出現次數:總共(1);西(1)
譯字彙編
1) 能看見的(1) 西1:16