πτύσσω: Difference between revisions

From LSJ

μακάριοι οὓς ἐξελέξω καὶ προσελάβου → blessed are those that you have chosen and taken

Source
(35)
(6)
Line 30: Line 30:
{{grml
{{grml
|mltxt=ΝΑ<br /><b>1.</b> [[διπλώνω]], [[μαζεύω]], [[τυλίγω]] (α. «[[πτύσσω]] τα [[ιστία]]» β. «πτυσσόμενα έπιπλα» γ. «καὶ πτύξας τὸ [[βιβλίον]] ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτη», ΚΔ<br />δ. «ἡ μὲν τὸν πτύξασα καὶ ἀσκήσασα χιτῶνα», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>2.</b> (μέσ. και παθ.) <i>πτύσσομαι</i><br />[[σχηματίζω]] πτυχώσεις, [[κάνω]] πτυχές<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «πτύξον!»<br /><b>ναυτ.</b> [[ναυτικό]] [[παράγγελμα]] σε [[εκτέλεση]] του οποίου μαζεύεται και τυλίγεται το [[πανί]] ιστιοφόρου πλοίου<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[κλείνω]] το [[στόμα]]<br /><b>2.</b> <b>μέσ.</b> καλύπτομαι, σκεπάζομαι («πρὶν ἄν τουτὶ πτύξωμαι, μὴ καταβρεχθῶ», <b>Αριστοφ.</b>)<br /><b>3.</b> <b>παθ.</b> [[λυγίζω]], κάμπτομαι («ἔγχεα δ' ἐπτύσσοντο θρασειάων ἀπὸ χειράων σειόμεν'», <b>Ομ. Οδ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Άγνωστης ετυμολ. Το ρ. [[πτύσσω]] (<span style="color: red;"><</span> <i>πτυχ</i>-<i>jω</i>) αποτελεί παρ. της ριζικής λ. [[πτύξ]], <i>πτυχός</i> (<b>βλ. λ.</b> [[πτυχή]]). Το ρ. [[πτύσσω]] απαντά [[κυρίως]] με κατάλ. -<i>σσ</i>-<i>ω</i> (και σπανιότατα -<i>ττ</i>-<i>ω</i>, <b>πρβλ.</b> <i>δια</i>-<i>πτύττω</i>), [[γεγονός]] που ερμηνεύεται, [[κατά]] μία [[άποψη]], ως [[προσπάθεια]] αποφυγής τών τριών όμοιων συμφώνων στην [[ίδια]] λ. (<b>πρβλ.</b> [[πτίσσω]]: <i>πτίττω</i>), ενώ, κατ' [[άλλη]] [[άποψη]], λιγότερο πιθανή, ως ιωνισμός].
|mltxt=ΝΑ<br /><b>1.</b> [[διπλώνω]], [[μαζεύω]], [[τυλίγω]] (α. «[[πτύσσω]] τα [[ιστία]]» β. «πτυσσόμενα έπιπλα» γ. «καὶ πτύξας τὸ [[βιβλίον]] ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτη», ΚΔ<br />δ. «ἡ μὲν τὸν πτύξασα καὶ ἀσκήσασα χιτῶνα», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>2.</b> (μέσ. και παθ.) <i>πτύσσομαι</i><br />[[σχηματίζω]] πτυχώσεις, [[κάνω]] πτυχές<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «πτύξον!»<br /><b>ναυτ.</b> [[ναυτικό]] [[παράγγελμα]] σε [[εκτέλεση]] του οποίου μαζεύεται και τυλίγεται το [[πανί]] ιστιοφόρου πλοίου<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[κλείνω]] το [[στόμα]]<br /><b>2.</b> <b>μέσ.</b> καλύπτομαι, σκεπάζομαι («πρὶν ἄν τουτὶ πτύξωμαι, μὴ καταβρεχθῶ», <b>Αριστοφ.</b>)<br /><b>3.</b> <b>παθ.</b> [[λυγίζω]], κάμπτομαι («ἔγχεα δ' ἐπτύσσοντο θρασειάων ἀπὸ χειράων σειόμεν'», <b>Ομ. Οδ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Άγνωστης ετυμολ. Το ρ. [[πτύσσω]] (<span style="color: red;"><</span> <i>πτυχ</i>-<i>jω</i>) αποτελεί παρ. της ριζικής λ. [[πτύξ]], <i>πτυχός</i> (<b>βλ. λ.</b> [[πτυχή]]). Το ρ. [[πτύσσω]] απαντά [[κυρίως]] με κατάλ. -<i>σσ</i>-<i>ω</i> (και σπανιότατα -<i>ττ</i>-<i>ω</i>, <b>πρβλ.</b> <i>δια</i>-<i>πτύττω</i>), [[γεγονός]] που ερμηνεύεται, [[κατά]] μία [[άποψη]], ως [[προσπάθεια]] αποφυγής τών τριών όμοιων συμφώνων στην [[ίδια]] λ. (<b>πρβλ.</b> [[πτίσσω]]: <i>πτίττω</i>), ενώ, κατ' [[άλλη]] [[άποψη]], λιγότερο πιθανή, ως ιωνισμός].
}}
{{lsm
|lsmtext='''πτύσσω:''' μέλ. <i>πτύξω</i>, αόρ. αʹ <i>ἔπτυξα</i> — Μέσ., μέλ. <i>πτύξομαι</i>, αόρ. αʹ <i>ἐπτυξάμην</i> — Παθ., αόρ. αʹ <i>ἐπτύχθην</i>, αόρ. βʹ ἐπτύγην [ῠ], παρακ. <i>ἔπτυγμαι</i>· γʹ ενικ. παρακ. <i>ἔπτυκτο</i>· [[διπλώνω]], <i>χιτῶνα εἵματα πτύξαι</i>, [[διπλώνω]] τα ενδύματα και τα [[τοποθετώ]] δίπλα, σε Ομήρ. Οδ.· χεῖρας πτύξαι [[ἐπί]] τινι, [[τυλίγω]], [[βάζω]] τα χέρια μου γύρω από, [[εναγκαλίζομαι]], σε Σοφ.· [[βιβλίον]] [[πτύσσω]], [[διπλώνω]] ή [[κλείνω]] το [[βιβλίο]], σε Καινή Διαθήκη — Παθ., [[προσεγγίζω]], σε Ομήρ. Ιλ. — Μέσ., συγκαλύπτομαι, σκεπάζομαι, σε Αριστοφ.
}}
}}

Revision as of 19:04, 30 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πτύσσω Medium diacritics: πτύσσω Low diacritics: πτύσσω Capitals: ΠΤΥΣΣΩ
Transliteration A: ptýssō Transliteration B: ptyssō Transliteration C: ptysso Beta Code: ptu/ssw

English (LSJ)

(never πτύττω), (ἀνα-) S.Fr.301:fut.πτύξω (ἀνα-) E.HF1256: aor. ἔπτυξα (v. infr.):—Med., Od.2.77 (ποτι-), etc.: fut. πτύξομαι (προσ-) 3.22: aor.

   A ἐπτυξάμην Ar.Nu.267:—Pass., Il.13.134, etc.: aor. ἐπτύχθην (ἀν-, δι-) X.Cyr.7.5.5, S.Ant.709: aor. 2 ἐπτύγην [ῠ], (ἀν-) Hp.Int.48: pf. ἔπτυγμαι App.BC4.72, etc., (ἀν-) E.El.357; πέπτυκται Arist.HA536a11: plpf. ἔπτυκτο (προσ-) Pi.I.2.39:—fold, double up, χιτῶνα, εἵματα πτύξαι, fold up garments and put them by, Od.1.439, 6.111,252; σπλῆνα Hp.Fract.8; χεῖρας πτύξαι ἐπί τινι fold one's arms over or round another, S.OC1611; βιβλίον fold, close a book, Ev.Luc.4.20.    II Pass., of the foetus, Hp.Mul.1.69; of bandages, Gal.18(1).826; γραμματεῖα ἐπτυγμένα Hdn.1.17.1; πύργοι ἐπτ. App. l.c.; ἔγχεα δὲ πτύσσοντο perh. were interlaced, Il. l.c.    2 fold or cling round, χιτὼν . . ἀμφὶ μηρὸν πτύσσεται S.Fr.872.3 (lyr.).    III Med., fold round oneself, wrap round one, τι Ar.Nu.267.

German (Pape)

[Seite 812] (ἐπτύγην Hippocr.), falten, zusammenfalten, doppelt u. mehrfach zusammenlegen; πτύξασα καὶ ἀσκήσασα χιτῶνα, Od. 1, 439; εἵματα, 6, 111. 252 u. A.; vgl. ἄστολος χιτὼν θυραῖον ἀμφὶ μηρὸν πτύσσεται, Soph. bei Plut. Comp. Num. 4; bes. Kleider beim Anzichen in passende Falten legen, worauf bei den Römern viel gegeben wurde, τὴν ἁλουργίδα πτύξαι καὶ περιβαλέσθαι, Plut. Rom. 13; dah. übh. sich umlegen, πρὶν ἂν τουτὶ πτύξωμαι, bis ich mir diesen Mantel umgelegt habe, Ar. Nubb. 267. Vom Falten der Schreibtafel, Hdn. 1, 17, 1 u. a. Sp. – Auch im med., ἔγχεα δ' ἐπτύσσοντο, die Speere bogen sich, Il. 13, 134. – Uebertr., πτύξας ἐπ' αὐταῖς χεῖρας, umschlingen, Soph. O. C. 1607; θαλερῷ ἐπτύξατο πήχει οἰνάς, Ion. bei Ath. X, 447.

Greek (Liddell-Scott)

πτύσσω: (ἀνα-) Σοφ. Ἀποσπ. 284· μέλλ. πτύξω (ἀνα-) Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1256· ἀόρ. ἔπτυξα Ὅμ., κτλ. - Μέσ., Ὅμηρ., κτλ.· μέλλ. πτύξομαι (προσ-) Ὅμηρ.· ἀόρ. ἐπτυξάμην Ἀριστοφ. Νεφ. 267. - Παθ., Ὅμ.· ἀόρ. ἐπτύχθην (ἀν-, δι-) Ξεν. Κύρ. 7. 5, 5, Σοφοκλ. Ἀντ. 709· ὡσαύτως ἀόρ. β΄ ἐπτύγην [ῠ], (ἀν-) Ἱππ. 558· 28·, ἴδε Κόντου Φιλολογικάς Παρατηρήσεις ἐν Ἀθηνᾶς τόμ. Θ΄, σ. 158· πρκμ. ἔπτυγμαι Ἀππ., κτλ., (ἀν-) Εὐρ. Ἠλ. 357· ὡσαύτως πέπτυκται Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 9, 10· ὑπερσ. ἔπτυκτο (προσ-) Πινδ. Ι. 2. 56. (Ἂν εἶναι συγγενὲς τῷ πυκινός, πυκνός, ἡ πρώτη αὐτοῦ ῥίζα θὰ εἶναι ΠΥΚ, μετὰ ταῦτα ἐπεκταθεῖσα καὶ δασυνθεῖσα ΠΤΥΧ, ὅθεν τὰ πτὺξ (πτυχός), (πτυχή). Διπλώνω, χιτῶνα, εἵματα πτύξαι Ὀδ. Α. 439., Ζ. 111. 252· ἐπὶ ἐπιδέσμου, Ἱππ. Ἀγμ. 758· πτύξας ἐπ’ αὐταῖς χεῖρας, περιβαλὼν αὐτὰς διὰ τῶν χειρῶν, ἐναγκαλισθεὶς αὐτάς, Σοφ. Ο. Κ. 1911· καὶ πτύξας τὸ βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν, διπλώσας ἢ κλείσας τὸ βιβλίον... ἐκάθισεν, Εὐαγγ. κ. Λουκ. δ΄, 50. ΙΙ. Παθ., ἔγχεα δ’ ἐπτύσσοντο, προσήγγιζον ἀλλήλοις, Ἰλ. Ν. 184· γραμματεῖα ἐπτυγμένα, δεδιπλωμένα, Ἡρῳδιαν. 1. 17· πύργοι ἐπτ. (ἴδε πτυκτὸς 2), Ἀππ. Ἐμφυλ. 4. 72. 2) πτύσσεται = ἀναπτύσσεται, χιτὼν... ἀμφὶ μηρὸν πτύσσεται Σοφ. Ἀποσπ. 791. ΙΙΙ. Μέσ., συγκαλύπτομαι, σκεπάζομαι, μήπω, πρὶν ἂν τουτὶ πτύξωμαι, πρὶν σκεπασθῶ μὲ τοῦτο, Ἀριστοφάν. Νεφ. 267.

French (Bailly abrégé)

f. πτύξω, ao. ἔπτυξα, pf. inus.
Pass. ao. ἐπτύχθην, pf. πέπτυγμαι et ἔπτυγμαι;
1 plier (un vêtement, etc.), acc.;
2 en gén. replier, recourber : χεῖρας ἐπί τινι SOPH enlacer qqn de ses bras ; p. anal. balancer (un javelot avant de le lancer);
Moy. πτύσσομαι s’envelopper de.
Étymologie: R. Πτυχ, plier.

English (Autenrieth)

aor. part. πτύξᾶσα, mid. ipf. ἐπτύσσοντο: fold, fold together; pass., ‘were bent,’ Il. 13.134.

English (Strong)

probably akin to petannumi (to spread; and thus apparently allied to πέτομαι through the idea of expansion, and to πτύω through that of flattening; compare πατέω); to fold, i.e. furl a scroll: close.

English (Thayer)

1st aorist participle πτύξας; in classical Greek from Homer down; to fold together, roll up: τό βιβλίον, A. V. closed); see ἀναπτύσσω (and cf. Schlottmann in Riehm under the word Schrift; Strack: in Herzog edition 2under the word Sehreibkunst, etc. Compare: ἀναπτύσσω.)

Greek Monolingual

ΝΑ
1. διπλώνω, μαζεύω, τυλίγω (α. «πτύσσω τα ιστία» β. «πτυσσόμενα έπιπλα» γ. «καὶ πτύξας τὸ βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτη», ΚΔ
δ. «ἡ μὲν τὸν πτύξασα καὶ ἀσκήσασα χιτῶνα», Ομ. Οδ.)
2. (μέσ. και παθ.) πτύσσομαι
σχηματίζω πτυχώσεις, κάνω πτυχές
νεοελλ.
φρ. «πτύξον!»
ναυτ. ναυτικό παράγγελμα σε εκτέλεση του οποίου μαζεύεται και τυλίγεται το πανί ιστιοφόρου πλοίου
αρχ.
1. κλείνω το στόμα
2. μέσ. καλύπτομαι, σκεπάζομαι («πρὶν ἄν τουτὶ πτύξωμαι, μὴ καταβρεχθῶ», Αριστοφ.)
3. παθ. λυγίζω, κάμπτομαι («ἔγχεα δ' ἐπτύσσοντο θρασειάων ἀπὸ χειράων σειόμεν'», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Το ρ. πτύσσω (< πτυχ-) αποτελεί παρ. της ριζικής λ. πτύξ, πτυχός (βλ. λ. πτυχή). Το ρ. πτύσσω απαντά κυρίως με κατάλ. -σσ-ω (και σπανιότατα -ττ-ω, πρβλ. δια-πτύττω), γεγονός που ερμηνεύεται, κατά μία άποψη, ως προσπάθεια αποφυγής τών τριών όμοιων συμφώνων στην ίδια λ. (πρβλ. πτίσσω: πτίττω), ενώ, κατ' άλλη άποψη, λιγότερο πιθανή, ως ιωνισμός].

Greek Monotonic

πτύσσω: μέλ. πτύξω, αόρ. αʹ ἔπτυξα — Μέσ., μέλ. πτύξομαι, αόρ. αʹ ἐπτυξάμην — Παθ., αόρ. αʹ ἐπτύχθην, αόρ. βʹ ἐπτύγην [ῠ], παρακ. ἔπτυγμαι· γʹ ενικ. παρακ. ἔπτυκτο· διπλώνω, χιτῶνα εἵματα πτύξαι, διπλώνω τα ενδύματα και τα τοποθετώ δίπλα, σε Ομήρ. Οδ.· χεῖρας πτύξαι ἐπί τινι, τυλίγω, βάζω τα χέρια μου γύρω από, εναγκαλίζομαι, σε Σοφ.· βιβλίον πτύσσω, διπλώνω ή κλείνω το βιβλίο, σε Καινή Διαθήκη — Παθ., προσεγγίζω, σε Ομήρ. Ιλ. — Μέσ., συγκαλύπτομαι, σκεπάζομαι, σε Αριστοφ.