Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χῶμα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: χῶμα Medium diacritics: χῶμα Low diacritics: χώμα Capitals: ΧΩΜΑ
Transliteration A: chō̂ma Transliteration B: chōma Transliteration C: choma Beta Code: xw=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (χόω, χώννυμι)

   A earth thrown up, bank, mound, thrown up against the walls of cities to take them, αἵρεε τὰς πόλιας χώμασι Hdt.1.162; χ. ἔχουν πρὸς τὴν πόλιν The.2.75, cf. LXX.Ez.21.22(27), Hb.1.10, OGI90.24 (Rosetta, ii B. C., pl.).    2 dyke to hinder a river from overflowing, Hdt.1.184: freq. in Pap., PPetr.3pp.125,341 (iii B. C.), etc.; βασιλικὸν χ. Wilcken Chr.11 A8 (ii B. C.); δημόσιον χ. POxy.290.34 (i A. D.).    3 dam, Hdt.7.130.    4 mole or pier, carried out into the sea, jetty, Id.8.97, D.50.6, Arg.Id.51, IG11(2).199A33(Delos, iii B. C.), etc.    5 promontory, spit of sand, A.Supp.870 (lyr.).    II sepulchral mound, Hdt.1.93, 9.85, A.Ch.723(anap.), S.Ant.1216, etc.; τάφων χώματα γαίας E.Supp. 53 (lyr.); χῶμα μὴ χοῦν ὑψηλότερον πέντε ἀνδρῶν ἔργον Pl.Lg. 958e.    III mass of soil in which roots are found, cj. in Thphr. HP2.5.2.    IV heap of rubbish, ruin, LXX Jo.8.28, Is.25.2, Lib. Or.61.13.    V τὸ χ. τῆς γῆς the dust of the earth, LXX Ex.8.16.

German (Pape)

[Seite 1386] τό, aufgeschüttete, aufgeworfene Erde, Schutt, Damm, Wall, Her. 1, 184; bes. Grabhügel, 1, 93. 9, 85; τάφων χώματα γαίας Eur. Suppl. 54; Aesch. Ch. 712 Suppl. 849; Soph. Ant. 1201; Eur. Hec. 221 Alc. 999 u. öfter; Plat. Legg. XII, 947 e; Thuc. 2, 75; auch die ausgegrabene Erde, die, nachdem sie an der Luft locker u. fruchtbar geworden ist, wieder in die Gruben geworfen wird, um darin Bäume zu pflanzen; Theophr. u. Geopon.

Greek (Liddell-Scott)

χῶμα: τό, (χόω, χώννυμι) γῆ ἀναρριπτομένη καὶ συσσωρευμένη πρὸς τὰ τείχη πόλεως πρὸς ἅλωσιν αὐτῆς, αἵρεε τὰς πόλιας χώμασι Ἡρόδ. 1. 162· χ. ἔχουν πρὸς τὴν πόλιν Θουκ. 2. 75· πρβλ. Ἑβδ. (Β΄ Βασιλ. Κ΄, 15, Ἡσ. ΛΖ΄, Ἱερ. Ϛ΄, 6). 2) πρόχωμα ἐγειρόμενον παρὰ τὴν ὄχθην ποταμοῦ ὅπως κωλύῃ τὴν ὑπερχείλισιν ἢ πλήμμυραν Ἡρόδ. 1. 184. 3) φραγμός, ὁ αὐτ. 7. 130. 4) προκυμαία ἢ ἀποβάθρα προβαίνουσα ἐπὶ πολὺ ἐντὸς τῆς θαλάσσης, «μῶλος», Λατ. moles, ὁ αὐτ. 8. 97, Δημ. 1208· 4, πρβλ. 1228, 1·― ὡσαύτως, ἀκρωτήριον, ἀμμώδης γλῶσσα, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 870. ΙΙ. ὡς τὸ Λατ. tumulus, τύμβος, κοινῶς «τούμπα», ὕψωμα ἐκ χώματος, ἐπὶ τάφου, Ἡρόδ. 1. 93., 9. 85, Αἰσχύλ. Χο. 273, Σοφ. Ἀντιγ. 1216, κλπ.· τάφων χώματα γαίας Εὐρ. Ἱκ. 54· χῶμα μὴ χοῦν ὑψηλότερον [ἢ] πέντε ἀνδρῶν ἔργον Πλάτ. Νόμ. 958Ε. ΙΙΙ. ὡσαύτως γῆ ἀνασκαφεῖσα ὅπως ἐκτιθεμένη εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀέρος γίνῃ κατάλληλος πρὸς φυτείαν, Θεοφρ. πρ. Φυτ. Ἱστ. 2. 5, 2. IV. παρὰ τοῖς Ἑβδ. ὡσαύτως, σωρὸς ἐρειπίων, (Ἰησ. Η΄, 28, Ἡσ. ΚΕ΄, 2). ― Πρβλ. χόω, καὶ τὰ σύνθετα αὐτοῦ, ἐκ-, δια-, κατα-, συγ-.

French (Bailly abrégé)

χώματος (τό) :
I. terrassement, terrasse :
1 pour se défendre contre l’ennemi;
2 terrasse élevée par les assiégeants pour s’approcher de la ville;
II. p. ext. :
1 toute jetée, même en pierres ; môle;
2 digue pour empêcher le débordement d’un fleuve;
3 toute élévation de terre naturelle (atterrissement, dune, promontoire);
4 amas de terre d’un tombeau, tombe, tombeau.
Étymologie: χώννυμι.

Spanish

tierra

Greek Monolingual

το / χῶμα, -ώματος, ΝΜΑ, και διαλ. τ. χούμα Ν
το από λεπτά κοκκία αποτελούμενο εύθρυπτο έδαφος
νεοελλ.
1. σκόνη («ο αέρας γέμισε χώμα τα παράθυρα»)
2. έδαφος («έπεσε από ψηλά στο χώμα»)
3. γη, τόπος («το άγιο χώμα της πατρίδας»)
4. φρ. α) «έφαγε η πλάτη του χώμα» — έπεσε σε ύπτια θέση
β) «έφαγε η μύτη [ή η μούρη] του χώμα» — τον έριξε ο αντίπαλος μπρούμυτα
γ) «τον κύλισε στο χώμα» — τον έριξε καταγής
δ) «τον έφαγε το [μαύρο] χώμα» — πέθανε και τον έθαψαν
αρχ.
1. επίχωμα, τεχνητό ύψωμα για την κατάληψη τείχους («ὁρῶντες τὸ χῶμα αἰρόμενον», Θουκ.)
2. ανάχωμα σε όχθη ποταμού
3. αποβάθρα, μώλος
4. αμμώδης γλώσσα εδάφους, ακρωτήριο
5. τύμβος, τάφος (α. «οὔτε τάφων χώματα γαίας ἐσορῶ», Ευρ.
β. «ὄμβρων μεγάλων ἐπιπεσόντων καὶ χώματος περιρραγέντος ἐξέωσε τὰς σοροὺς τὸ ῥεῡμα», Πλάτ.)
6. σωρός από ερείπια («ἔθηκας πόλεις εἰς χῶμα», ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χω- του αρχ. χώννυμι «σχηματίζω σωρό, φράζω, αποκλείω» + κατάλ. -μα (πρβλ. ζώννυμι: ζῶμα)].

Greek Monotonic

χῶμα: -ατος, τό (χόω
I. ανάχωμα, σωρός χώματος, σηκωμένος ενάντια στα τείχη της πόλης για την άλωσή της, σε Ηρόδ., Θουκ.· πρόχωμα στην όχθη ποταμού για να εμποδίσει υπερχείλιση, σε Ηρόδ.· φράγμα, στον ίδ.· μόλος ή προβλήτα, που φτάνει στη θάλασσα, Λατ. moles, στον ίδ., Δημ.
II. όπως το Λατ. tumulus, τύμβος, σε Ηρόδ., Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

χῶμα: ατος τό χώννυμι
1) земляная насыпь, вал Her., Thuc.;
2) плотина, гать Her., Diod.;
3) дамба, мол Her., Dem.;
4) коса, мыс (Σαρπηδόνιον χ. Aesch.);
5) могильная насыпь, курган Trag., Plat.

Middle Liddell

χῶμα, ατος, τό, [χόω]
I. earth thrown up, a bank, mound, thrown up against the walls of cities to take them, Hdt., Thuc.:— a dike to hinder a river from overflowing, Hdt.:— a dam, Hdt.:— a mole or pier, carried out into the sea, Lat. moles, Hdt., Dem.
II. like Lat. tumulus, a sepulchral mound, Hdt., Trag.