Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐταξία

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: εὐταξία Medium diacritics: εὐταξία Low diacritics: ευταξία Capitals: ΕΥΤΑΞΙΑ
Transliteration A: eutaxía Transliteration B: eutaxia Transliteration C: eftaksia Beta Code: eu)taci/a

English (LSJ)

ἡ,

   A good arrangement, τῶν φλεβῶν, of a gem, AP9.695 (pl.); τῶν τῆς ψυχῆς μερῶν πρὸς ἄλληλα Pl.Def.411d; ψυχῆς πρὸς ἡδονάς ibid.e; good condition, ὅπλων καὶ ἵππων X.Mem.3.3.14.    2 good order, discipline, Th.6.72; orderly behaviour, Pl.Alc.1.122c, etc.; as a subject of competition, SIG1061.4 (Samos, ii B.C.), cf.IG22.417; in a state, orderliness, order, ἡ εὐνομία εὐταξία Arist.Pol.1326a30, cf. 1321a4; ὁ αἱρεθεὶς ἐπὶ τὴν εὐ. IG7.4254.    3 moderation in diet, Erasistr. ap. Placit.5.30.3.    4 continence, Gal.8.451.    II Stoic term, practical judgement, tact, Stoic.3.64, al.

Greek (Liddell-Scott)

εὐταξία: ἡ, καλὴ τακτοποίησις, τῶν λίθων Ἀνθ. Π. 9. 695· τῶν τῆς ψυχῆς μέτρων πρός ἄλληλα Πλάτ. Ὅροι 401 D τῆς ψυχῆς πρὸς ἡδονὰς αὐτόθι Ε· - καλὴ κατάστασις, ὅπλων καὶ ἵππων Ξεν. Ἀπομν. 3. 3. 14. 2) καλὴ τάξις, πειθαρχία, Θουκ. 6. 72· εὔτακτος διαγωγή, Πλάτ. Ἀλκ. 1. 122C ἐν πολιτείᾳ, τάξις, ἡ εὐνομία εὐταξία Ἀριστ Πολιτικ. 7 4. 8., πρβλ. 6. 6, 5. 6. 8, 1. 3) μετριότης ἐν τῇ διαίτῃ, Ἐρασίστρ. παρὰ Πλουτ. 2. 911Β. ΙΙ. ὡς φιλοσοφ. ὅρος, ἡ ἕξις τοῦ λέγειν καὶ πράττειν πᾶν ἐν τῷ προσήκοντι χρόνῳ καὶ τόπῳ, πρβλ. Κικ. 1. 40.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. bon ordre, disposition régulière;
II. p. suite
1 bon état (d’armes, de chevaux) ; fig. bon ordre, discipline;
2 juste mesure, modération;
3 t. stoïc. bon jugement, habitude de dire et de faire ce qui convient en temps opportun.
Étymologie: εὔτακτος.

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐταξία) εύτακτος
1. η καλή τάξη, η τακτοποίηση
2. η τήρηση της τάξεως, η πειθαρχία
3. σεμνότητα, φρονιμάδα
αρχ.
1. η καλή κατάσταση
2. (για πόλεις) η ευνομία
3. η μετριότητα στη διατροφή
4. εγκράτεια, αγνότητα
5. (στη φιλοσ. τών Στωικών) η έξη του να πράττει και να λέει κάποιος καθετί που αρμόζει σε τόπο και σε χρόνο.

Greek Monotonic

εὐταξία: ἡ,
1. καλή διευθέτηση, τακτοποίηση, καλή κατάσταση, σε Ξεν.
2. καλή τάξη, πειθαρχία, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

εὐταξία: ἡ тж. pl.
1) хорошее состояние (ὅπλων καὶ ἵππων Xen.);
2) правильное расположение (τῶν ἀστέρων Arst.; τῶν φλεβῶν Anth.; τῶν μερῶν πρὸς ἄλληλα εὐ. Plat.);
3) строгий порядок, дисциплина (ἔς τι Thuc.; ἐν τῷ κόσμῳ Arst.): ἡ εὐνομία εὐ. Arst. правовой порядок;
4) умеренность, воздержность Polyb., Plut.

Middle Liddell

εὐταξία, ἡ, [from εὔτακτος
1. good arrangement, good condition, Xen.
2. good order, discipline, Thuc.