Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτίσις

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κτίσις Medium diacritics: κτίσις Low diacritics: κτίσις Capitals: ΚΤΙΣΙΣ
Transliteration A: ktísis Transliteration B: ktisis Transliteration C: ktisis Beta Code: kti/sis

English (LSJ)

[ῐ], εως, ἡ, (κτίζω) A founding, settling, Th.6.5; ἀποικιῶν Isoc. 12.190, cf. Plb.9.1.4 (pl.), etc. 2 loosely, = πρᾶξις, κούφα κ. an easy achievement, Pi.O.13.83. 3 creation, κ. κόσμου Ep.Rom. 1.20; ἀπ' ἀρχῆς κτίσεως Ev.Marc.10.6, 13.19, etc. II created thing, creature, LXX Ju.9.12, Ev.Marc.16.15, Ep.Rom.8.19, etc.: in plural, LXX To.8.5. III authority created or ordained, 1 Ep.Pet.2.13.

German (Pape)

[Seite 1520] ἡ, Anbauung, Ansiedlung, Gründung, bes. πόλεων, Pol. 10, 24, 3; ὁ περὶ τὰς ἀποικίας καὶ κτίσεις καὶ συγγενείας τρόπος τῆς ἱστορίας 9, 1, 4, öfter; ὁ περὶ τὴν κτίσιν τῶν ἀποικιῶν πόλεμος Isocr. 12, 190; Strab. oft. – Das Schaffen, τοῦ κόσμου, N. T.; übh. Bewerkstelligen, Machen, Sp.; das Unternehmen, Pind. Ol. 13, 83.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
fondation (de colonies, de villes);
NT: la Création.
Étymologie: κτίζω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κτίσις -εως, ἡ [κτίζω] het stichten, stichting (van een stad):; μετὰ Συρακουσῶν κτίσιν na de stichting van Syracuse Thuc. 6.5.3; uitbr. handeling:. κοῦφα κτίσις een gemakkelijke handeling Pind. O. 13.83. christ. schepping;; ἀπὸ κτίσεως κόσμου vanaf de schepping van de wereld NT Rom. 1.20.; ἀπὸ δὲ ἀρχῆς κτίσεως bij het begin van de schepping NT Marc. 10.6; schepsel:. οὐκ ἔστιν κτίσις ἀφανὴς geen schepsel blijft verborgen NT Hebr. 4.13. instelling, gezag:. ὑποτάγητε πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν κύριον onderwerpt u aan elk menselijk gezag omwille van de Heer NT 1 Pet. 2.13.

Russian (Dvoretsky)

κτίσις: εως (τῐ) ἡ
1 основ(ыв)ание, созда(ва)ние (ἀποικιῶν Isocr.; πόλεων Polyb.; Ῥώμης Plut.; ἀπὸ κτίσεως κόσμου NT);
2 действие, мероприятие Pind.;
3 творение, тварь (λατρεύειν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα NT);
4 власть, начальство (ὑποτάσσειν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει NT).

English (Slater)

κτῐσις creation τελεῖ δὲ θεῶν δύναμις καὶ τὰν παρ' ὅρκον καὶ παρὰ ἐλπίδα κούφαν κτίσιν (byz.: κτῆσιν. codd.) (O. 13.83)

English (Strong)

from κτίζω; original formation (properly, the act; by implication, the thing, literally or figuratively): building, creation, creature, ordinance.

English (Thayer)

κτίσεως, ἡ (κτίζω), in Greek writings the act of founding, establishing, building, etc.; in the N. T. (Vulg. everywhere creatura (yet creatio))
1. the act of creating, creation: τοῦ κόσμου, κτίσμα, creation i. e. thing created (cf. Winer's Grammar, 32); used a. of individual things and beings, a creature, a creation: חֲדָשָׁה בִּרִיָה (cf. Schöttgen, Horae Hebr 1:328,704 f)), καινή κτίσις is used of a man regenerated through Christ, the sum or aggregate of created things: ἀρχή, 3; (ἡ κτίσις τῶν ἀνθρώπων, Teaching of the Twelve etc.
c. 16 [ET])); ὅλῃ ἡ κτίσις, πᾶσακτίσις, Lightfoot on Col. as below)), πᾶσα κτίσις, σωτήρ πάσης κτίσεως, Acta Thomae, p. 19 edition Thilo (sec. 10, p. 198, Tdf. edition) (see πᾶς, I:1c.); ἀπ' ἀρχῆς κτίσεως, οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, not of this order of created things, some particular kind or class of created things or beings: thus of the human race, πάσῃ τῇ κτίσει, ἐν πάσῃ ( adds τῇ) κτίσει τῇ ὑπό τόν οὐρανοῦ, among men of every race, nature), πᾶσακτίσις, an institution, ordinance: Pindar, others.))

Greek Monotonic

κτίσις: [ῐ], -εως, ἡ (κτίζω
1. ίδρυση, θεμελίωση, ἀποικιῶν, σε Ισοκρ. κ.λπ.
2. όχι ακριβώς = πρᾶξις, πράξη, ενέργεια,σε Πίνδ.
3. η Κτίση, η δημιουργία του σύμπαντος, στον ίδ.
II. 1. αυτό που έχει δημιουργηθεί, δημιούργημα, πλάσμα, στο ίδ.
2. δημιουργημένη αρχή ή ορισμένη, στο ίδ.

Greek (Liddell-Scott)

κτίσις: ῐ, εως, ἡ, (κτίζω) ἵδρυσις, θεμελίωσις, ἀποικιῶν Ἰσοκρ. 272Ε· πόλεων Πολύβ. 9. 1, 4, κτλ. 2) οὐχὶ ἀκριβῶς, = πρᾶξις, ἔργον, Πινδ. Ο. 13. 118. 3) τὸ ποιεῖν τι, δημιουργία· κυρίωςδημιουργία τοῦ κόσμου, Ἐπιστ. πρ. Ρωμ. α΄, 20. ΙΙ. ὅ,τι ἐδημιουργήθη, τὸ σύμπαν, ἡ φύσις, ὁ κόσμος, Εὐαγγ. κ.Μάρκ. ι΄, 6, ιγ΄, 19, κτλ. 2) πρᾶγμα δημιουργηθέν, δημιούργημα, αὐτόθι ις΄, 15, Ἐπιστ. πρ. Ρωμ. η΄, 19, κτλ.· ἐν τῷ πληθ., Ἑβδ. (Τωβὶτ Η΄, 5) ΙΙΙ. ἀρχὴ ἢ διάταξις, ὑποτάγητε οὖν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν Κύριον, «ὑποτάγητε τοῖς κοσμικοῖς ἄρχουσιν, ὡς ὁ Κύριος διέταξεν» Οἰκουμέν. ἐν Καιν. Διαθ. ὑπὸ Φαρμακίδου τ. 6, σ. 265, Α΄ Ἐπιστ. Πέτρ. β΄, 13.

Middle Liddell

κτῐ́σις, εως κτίζω
I. a founding, foundation, ἀποικιῶν Isocr., etc.
2. loosely, = πρᾶξις, a doing, an act, Pind.
3. a creating, the creation of the universe, NTest.
II. that which was created, the creation, NTest.
2. an authority created or ordained, NTest.

Chinese

原文音譯:kt⋯sij 克提西士
詞類次數:名詞(19)
原文字根:創造 相當於: (בָּרָא‎) (יׄוצֵר‎ / יָצַר‎)
字義溯源:原始的構成,創造,受造之物,受造,被造,萬物,制度;源自(κτίζω)*=創造)。參讀 (κτίζω)同源字
出現次數:總共(19);可(3);羅(7);林後(1);加(1);西(2);來(2);彼前(1);彼後(1);啓(1)
譯字彙編
1) 受造之物(7) 羅1:25; 羅8:19; 羅8:20; 羅8:21; 羅8:22; 羅8:39; 來9:11;
2) 創造(6) 可10:6; 羅1:20; 林後5:17; 加6:15; 彼後3:4; 啓3:14;
3) 受造的(3) 可16:15; 西1:15; 西1:23;
4) 制度(1) 彼前2:13;
5) 被造的(1) 來4:13;
6) 萬物(1) 可13:19

English (Woodhouse)

act of founding, establishment of a colony, founding

⇢ Look up "κτίσις" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)