Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κραίνω

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: κραίνω Medium diacritics: κραίνω Low diacritics: κραίνω Capitals: ΚΡΑΙΝΩ
Transliteration A: kraínō Transliteration B: krainō Transliteration C: kraino Beta Code: krai/nw

English (LSJ)

Od.19.567: fut.

   A κρᾰνέω Emp.111.2; Att. contr. κρᾰνῶ A.Ch. 1075, E. Supp.375 [κρᾱνῶ in compd. ἐπικρᾱνεῖ A.Ag.1340 codd., nisi leg. -κράνῃ vel -κραίνει]: aor. ἔκρᾱνα ib.369; Ep. and Ion. ἔκρηνα, inf. κρῆναι, Od.5.170, Herod.7.69 (dub.):—Med., fut. inf. in pass. sense κρᾰνέεσθαι Il.9.626: aor. ἐπ-εκρήναντο Q.S.14.297:—Pass., fut. κρανθήσομαι A.Pr.911: aor. ἐκράνθην Pi.P.4.175, E.Hec.219: κέκρανται 3sg. pf. Pass., A.Supp.943, also 3pl., E.Hipp. 1255 (sed leg. συμφορά).—Hom. (v. infr.) mostly uses the Ep. pres. κραιαίνω, impf. ἐκραίαινεν, aor. imper. κρήηνον, κρηήνατε, inf. κρηῆναι: 3sg. pf. Pass. ἐπι-κεκράανται Od.4.616: plpf. ἐπι-κεκράαντο ib.132: aor. ἐκρᾱάνθην Theoc.25.196. (Orig. κρᾱαίνω (ἐκράαινεν has Ms. authority in Il.5.508, ἐπεκράαινε in 2.419, ἐπεκράανε in 3.302; cf. κράανον· τέλεσον Hsch., ἐπικραᾶναι· τῇ κεφαλῇ ἐπινεῦσαι, τελέσαι Id.), contr. κραίνω, κρῆναι, etc. and by distraction κραιαίνω, κρηῆναι, etc.: κρᾱαίνω from κρᾱς -ṇ-yω (κάρα, κράατα) = κεφαλαιόω 'achieve'.):—poet. Verb, accomplish, fulfil, τόδε μοι κρήηνον ἐέλδωρ Il.1.41, 504, cf. Od.17.242; οἵ μευ φέρτεροί εἰσι νοῆσαί τε κρῆναί τε better than I both to conceive and accomplish, 5.170; κρῆνον νῦν καὶ ἐμοὶ… ἔπος ὅττι κεν εἴπω 20.115; καί τε κραίνουσιν ἕκαστα, of the Thriae, h.Merc.559; ἐπεὶ μούνῳ σοι ἐγὼ κρανέω τάδε πάντα Emp. l. c.; μαντεύματα κ. give true oracles, E.Ion 464 (lyr.); δίκας θνατοῖσι κραίνων B.12.45; τοῦ δ' ἐκραίαινεν ἐφετμάς Il.5.508, cf. Pi.O.3.11; οἵ ῥ' ἔτυμα κραίνουσι those dreams come true, Od.19.567; freq. in A., esp. of Fate, as Pr.512, al., cf. S.OC914, Tr. 127 (lyr.), etc.:—Pass., with fut. Med., to be accomplished, brought to pass, οὐ γάρ μοι δοκέει μύθοιο τελευτὴ τῇδέ γ' ὁδῷ κρανέεσθαι Il. 9.626; πατρὸς δ' ἀρὰ… τότ' ἤδη παντελῶς κρανθήσεται A.Pr.911, cf. 213; κέκρανται ψῆφος the vote hath been cast, Id.Supp.943; ψῆφος ἡ κρανθεῖσα E.Hec.219; λάχη τάδ' ἐφ' ἁμὶν ἐκράνθη A.Eu.347 (lyr.):— for the phrase ἐπὶ χείλεα κεκράαντο, v. ἐπικραίνω; of a person, ἐκράνθην I was perfected (Sch. ἐπετελέσθην), Pi.Pae.9.34.    2 ordain, A.Ag.369 (lyr.), E.El.1248, Supp.139.    II = τιμᾶν, Hsch.; so perh. in h.Merc.427 κραίνων ἀθανάτους τε θεοὺς καὶ γαῖαν ἐρεμνήν, ὡς ἐγένοντο (less prob. finishing [the tale of] the gods and earth, how they were made).    III abs., exercise sway, reign, δώδεκα γὰρ κατὰ δῆμον… ἀρχοὶ κραίνουσι Od.8.391: c. acc. cogn., κ. σκῆπτρα sway the staff of rule, S.OC449; θέμιστας Orph.A.1297.    2 after Hom., c. gen., reign over, govern, στρατοῦ, τῆς χώρας, τῆσδε γῆς, χθονός, S. Aj.1050, OC296, 862, 926: in later Ep. c. dat., Orph. A.475: c. acc., κ. Διὸς οἴκους IG14.433 (Tauromenium); ἐπὶ σπλῆνα κ., of a vein, dominate, Aret.CA2.2, cf. CD1.2.    IV intr., come to an end, result in a thing, ποῖ δῆτα κρανεῖ; A.Ch.1075 (anap.); of disease, culminate, be at its worst, Aret.SD2.8, CA1.1.    2 Medic., of bones, etc., terminate, ὅπῃ κραίνουσι Hp.Art.45, cf. Aret.SD1.7, 8; extend, ἀπὸ ἥπατος ἐς νεφρούς Id.CA2.6.

Greek (Liddell-Scott)

κραίνω: μέλλ. κρᾰνέω Ἐμπεδ. 25 Stern, Ἀττ. συνῃρ. κρᾰνῶ Αἰσχύλ. Χο. 1075, Εὐρ., κρᾱνῶ ἐν συνθέσει: ἀντεπικρᾱνεῖ, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1340· πρβλ. φᾱνῶ, μέλλ. τοῦ φαίνω· ἀόρ. ἔκρᾱνα Τραγ., Ἐπικ. ἔκρηνα Ὀδ. ― Μέσ., ἀπαρ. μέλλ. μετὰ παθ. σημασ. κρᾰνέεσθαι Ἰλ.· ἀόρ. ἐπεκρήναντο Κόϊντ. Σμ. 14. 297. ― Παθ., μέλλ. κρανθήσομαι Αἰσχύλ. Πρ. 911· ἀόρ. ἐκράνθην Πίνδ., Εὐρ.· κέκρανται γϳ παθ. πρκμ. ἑνικόν τε καὶ πληθ., πρβλ. Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 943, Εὐρ. Ἱππ. 1255. ― Ἀλλ’ ὁ Ὅμ. κατὰ τὸ πλεῖστον μεταχειρίζεται τὸν Ἐπικ. ἐκτεταμ. ἐνεστ. κραιαίνω, παρατ. ἐκραίαινεν, ἀόρ. προστ. κρήηνον, κρηήνατε, ἀπαρ. κρηῆναι· γϳ παθ. πρκμ. κεκράανται καὶ ὑπερσ. κεκράαντο· οὕτω ἐκρᾱάνθην Θεόκρ. 25. 196. (Ἐκ τῆς √ΚΡΑ, ΚΡΑΝ παράγονται ὡσαύτως αἱ λ. κραντήρ, κράντωρ, κράτος (αὐτοκράτωρ), κρέων, κρείων, καὶ ἴσως Κρόνος· πρβλ. Σανσκρ. kr.i (facere), kartr.-i (creator)· Λατ. cre-o, καὶ πιθ. caeri-monia· Λιθ. kur-iú (aedifico).) Ποιητ. ῥῆμα, ἐκτελῶ, ἐκπληρῶ, τόδε μοι κρήηνον ἐέλδωρ Ἰλ. Α. 41, 504, πρβλ. Ὀδ. Ρ. 242· οἵ μευ φέρτεροί εἰσι νοῆσαί τε κρῆναί τε, καλλίτεροί μου καὶ εἰς τὸ νὰ ἐπινοήσωσι καὶ εἰς τὸ νὰ ἐκτελέσωσι, Ε. 170· κρῆνον νῦν καὶ ἐμοί... ἔπος ὅττι κεν εἴπω Υ. 115· τοῦ δ’ ἐκραίαινεν ἐφετμὰς Ἰλ. Ε. 508, πρβλ. Πινδ. Ο. 3. 19· οἵ ῥ’ ἔτυμα κραίνουσιν, ἐκπληροῦνται, ἀληθεύουσιν, Ὀδ. Τ. 567· συχν. παρ’ Αἰσχύλ., ἰδίως ἐπὶ τῆς Μοίρας, ὡς ἐν Πρ. 512, Ἀγ. 369, κ. ἀλλ.· ὡσαύτως Σοφ. Ο. Κ. 914, Τρ. 127, Εὐρ. Ἠλ. 1248, κτλ. ― Παθ., μετὰ μέσ. μέλλ., ἐκτελοῦμαι, λαμβάνω τέλος, οὐ γάρ μοι δοκέει μύθοιο τελευτὴ τῇδέ γ’ ὁδῶ κρανέεσθαι, «τέλος λήψεσθαι» Ἰλ. Ι. 626 (622)· οὕτω παρὰ Τραγ., πατρὸς δ’ ἀρά... τότ’ ἤδη παντελῶς κρανθήσεται; Αἰσχύλ. Πρ. 911, πρβλ. 211· κέκρανται ψῆφος, ἡ ψῆφος ἔχει ὁρισθῆ, ὁ αὐτ. Ἱκέτ. 943, πρβλ. Εὐμ. 347· κρανθεῖσα ψῆφος, ἡ ὑπερισχύουσα ψῆφος, Εὐρ. Ἑκ. 219, κτλ.· ― περὶ τῆς φράσεως, ἐπὶ χείλεα κεκράαντο, ἴδε ἐν λέξ. ἐπικραίνω. 2) ἐν Ὕμνῳ Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 427, κραίνων ἀθανάτους τε θεοὺς καὶ γαῖαν ἐρεμνήν, ὡς ἐγένοντο, (ἔνθα τὸ κραίνων κοινῶς ἑρμηνεύεται διὰ τοῦ τιμῶν), πιθανῶς σημαίνει: τελειώνων τὴν διήγησιν τῶν θεῶν καὶ τῆς γῆς, πῶς δηλ. ἐγένοντο· ὁ Ἕρμαν. προτείνει κλείων, ψάλλων περὶ τῶν... ΙΙ. ἀπολ., ἐξασκῶ ἐξουσίαν, ἄρχω, δώδεκα γὰρ κατὰ δῆμον... ἀρχοὶ κραίνουσιν Ὀδ. Θ. 391· μετὰ συστοίχ. αἰτ., σκῆπτρα κραίνειν, κυβερνᾶν μετὰ σκήπτρου, Σοφ. Ο. Κ. 449. 2) μεθ’ Ὅμ., μετὰ γεν., βασιλεύω, ἡγεμονεύω, διοικῶ, τοῦ στρατοῦ, τῆς χώρας, γῆς, χθονὸς Σοφ. Αἴ. 1050, Ο. Κ. 296, 862, 926· παρὰ μεταγεν. Ἐπικ. μετὰ δοτ., Ἕρμανν. εἰς Ὀρφ. σ. XIX· μετ’ αἰτ., κρ. Διὸς οἴκους Ἑλλην. Ἐπιγράμμ. προλ. σ. XVIII. ΙΙΙ. ἀμετάβ., φθάνω εἰς πέρας, καταλήγω εἴς τι ὡς τὸ τελευτάω, Ἱππ. π. Ἀέρ. 810, Αἰσχύλ. Χο. 1075.

French (Bailly abrégé)

f. κρανῶ, ao. ἔκρανα, pf. inus.
Pass. ao. ἐκράνθην;
I. tr. 1 achever, accomplir, réaliser : ἐέλδωρ IL, ἔπος OD réaliser un souhait ; ἐφετμάς IL accomplir des ordres ; οἵ ῥ’ (ὄνειροι) ἔτυμα κραίνουσιν OD ceux-là (des songes) accomplissent des choses vraies, càd qui se réalisent ; Pass. être accompli, s’accomplir, se réaliser;
2 avoir le pouvoir d’accomplir, càd être le maître, commander, gén. : στρατοῦ, χώρας, γῆς, χθονός SOPH commander à une armée, à un pays ; σκῆπτρα κρ. SOPH tenir le sceptre du commandement;
II. intr. s’accomplir, se terminer, aboutir ; p. suite c. ὑπάρχειν, être.
Étymologie: R. Κρα, produire, cf. lat. creare.

English (Autenrieth)

κραίνουσι, ipf. ἐκραίαινε, aor. imp. κρήηνον, κρῆνον, inf. κρηῆναι, κρῆναι, mid. fut. inf. κρανέεσθαι (for κεκράανται, -ντο, see κεράννῦμι): accomplish, fulfil, bring to pass; fut. mid. as pass., Il. 9.626; ‘bear sway,’ Od. 8.391.

English (Slater)

κραίνω
   1 fulfil, bring to fulfilment κραίνων ἐφετμὰς Ἡρακλέος προτέρας ἀτρεκὴς Ἑλλανοδίκας ἀνὴρ (O. 3.11) κεῖνος κραίνει σέθεν εὐτυχίαν (sc. Ἑρμᾶς) (O. 6.81) τῶν μὲν κλέος ἐσλὸν Εὐφάμου τ' ἐκράνθη σόν τε (P. 4.175) ὣς ἄρ' εἰπὼν ἔντυεν τερπνὰν γάμου κραίνειν τελευτάν (P. 9.66) met., ]ἐκράνθην ὑπὸ δαιμονίῳ τινὶ συνάγεν θρόον (ἐπετελέσθην Σ: <δείματι> supp. Wil. I have been granted fulfilment ) (Pae. 9.34)

Greek Monolingual

(I)
κραίνω και κραιαίνω και κρααίνω (Α)
(ποιητ. ρ.)
1. φέρω εις πέρας, τελειώνω, εκτελώ (α. «οἵ μεν φέρτεροί εἰσι νοῆσαί τε κρῆναί τε», Ομ. Οδ.
β. «οὐ γάρ μοι δοκέει μύθοιο τελευτὴ τῆδέ γ' ὁδῷ κρανέεσθαι», Ομ. Ιλ.)
2. πραγματοποιώ, εκπληρώνω (α. «οἵ ρ' ἔτυμα κραίνουσι», Ομ. Οδ.
β. «μαντεύματα κραίνει», Ευρ.
γ. «ἀρὰ Κρόνου τότ' ἤδη παντελῶς κρανθήσεται», Αισχύλ.)
3. διατάζω («ἔπραξεν ὡς ἔκρανεν», Αισχύλ.)
4. ασκώ εξουσία, κυβερνώ, άρχω (α. «δώδεκα γὰρ κατὰ δῆμον... βασιλῆες ἀρχοι κραίνουσι», Ομ. Οδ.
β. «ὁ κραίνων τῆσδε τῆς χώρας», Σοφ.)
5. καταλήγω, έρχομαι εις πέρας («ποῑ δῆτα κρανεῑ, ποῑ καταλήξεις... μένος ἄτης;», Αισχύλ.)
6. (για νόσο) βρίσκομαι στο κρίσιμο σημείο
7. ιατρ. α) (για οστό) λήγω («ὅπη κραίνουσι», Ιπποκρ.)
β) εκτείνομαι, εξαπλώνομαι («κραίνειν ἀπὸ ἥπατος ἐς νεφρούς», Αρετ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχικός θεωρείται ο τ. κρᾱαίνω, που αποτελεί μετονοματικό παρ. ενός ονόματος με σημ. «κεφάλι», του οποίου σώζεται η γεν. κρά-ατος < κράσ-ατος < IE krs-n- (αλλά βλ. και λ. κάρα), όπως ὀνομ-αίνω < ὄνομα, -τος. Η κυριολεκτική σημ. του ρ. θα πρέπει να ήταν «τοποθετώ την κεφαλή», άρα το ἄκρον, εξ ου και «αποτελειώνω, φέρω εις πέρας». Παρόμοιες, από σημασιολογικής απόψεως, λέξεις είναι το καρανώ και το γαλλ. achever. Από τον ενεστ. κρᾱ-αίνω προέκυψε ο ιων. αόρ. κρη-ῆναι, που συναιρέθηκε σε κρῆναι, και από αυτόν ο μτγν. ενεστ. κραίνω κατά το σχήμα φῆναι: φαίνω. Ο ενεστ. κραιαίνω φαίνεται ότι προέκυψε από συνδυασμό τών κρααίνω και κραίνω.
ΠΑΡ. αρχ. κραντήρ, κράντης, κράντωρ.
ΣΥΝΘ. αρχ. αυτόκρανος].
(II)
βλ. κρένω.

Greek Monotonic

κραίνω: μέλ. κρᾰνῶ, αόρ. αʹ ἔκρᾱνα, Επικ. ἔκρηνα — Μέσ., απαρ. μέλ. με Παθ. σημασία κρᾰνέεσθαι — Παθ., μέλ. κρανθήσομαι, αόρ. αʹ ἐκράνθην· κέκρανται, γʹ Παθ. παρακ. μαζί και ενικ. και πληθ.· ο Όμηρ. χρησιμ. περισσότερο τον Επικ. ενεστ. κραιαίνω, παρατ. ἐκραίανεν, αόρ. αʹ προστ. κρήηνον, κρηήνατε, απαρ. κρηῆναι· γʹ Παθ. παρακ. κεκράανται, και υπερσ. κεκράαντο· ομοίως ἐκρᾱάνθην, σε Θεόκρ.·
I. 1. εκπληρώνω, πραγματοποιώ, ικανοποιώ, σε Όμηρ., Τραγ. — Παθ., με Μέσ. μέλ., εκπληρώνομαι ή πραγματοποιούμαι, σε Ομήρ. Ιλ., Ευρ.· βλ. ἐπικραίνω.
2. τελειώνω τη διήγηση του..., με αιτ., σε Ομηρ. Ύμν.
II. 1. απόλ., ασκώ εξουσία, άρχω, με σύστ. αντ., κρ. σκῆπτρα, πάλλω, κραδαίνω το βασιλικό σκήπτρο, σε Σοφ.
2. με γεν., διακυβερνώ, βασιλεύω, δεσπόζω, τοῦ στρατοῦ, τῆς χώρας, στον ίδ.
III. αμτβ., καταλήγω, φέρνω εις πέρας, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

κραίνω: (aor. ἔκρᾱνα - эп. ἔκρηνα, эп. imper. aor. κρῆνον, inf. aor. κρῆναι, 3 л. sing. pf. κέκρανται - 3 л. pl. κεκράανται, 3 л. pl. ppf. κεκράαντο; inf. fut. med.-pass. κρᾰνέεσθαι; aor. pass. ἐκράνθην)
1) приводить в исполнение, исполнять, осуществлять, свершать (τόδε ἐέλδωρ, ἔπος, ἐφετμάς Hom.; ὑπόσχεσιν Aesch.): οἱ (ὄνειροι) ἔτυμα κραίνουσιν Hom. (некоторые) сновидения сбываются; οἵ μευ φέρτεροί εἰσι νοῆσαί τε κρῆναί τε Hom. они сильнее меня и в помыслах, и в делах;
2) делать, совершать: οὔ μοι δοκέει τῇδε γ᾽ ὁδῷ κρανέεσθαι Hom. этим путем, мне кажется, ничего не достигнуть;
3) отделывать: χρυσῷ ἐπὶ χείλεα κεκράαντο Hom. края (корзинки) были сверху отделаны золотом;
4) решать, постановлять: μία ψῆφος κέκρανται Aesch. принято единодушное решение; κρανθεῖσα ψῆφος Eur. принятое решение;
5) повелевать, править, управлять (χώρας, χθονός Soph.): κ. στρατοῦ Soph. командовать армией; θρόνους καὶ σκῆπτρα κ. Soph. владеть престолами и скиптрами, т. е. обладать царской властью;
6) иметь (в чем-л. исход, чем-л.) заканчиваться (ποῖ δῆτα κρανεῖ μένος ἄτης; Aesch.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κραίνω [~ κράατος] ep. praes. κραιαίνω, ep. imperf. 3 sing. κραῖνε, ἐκράαινεν en ἐκραίαινεν; aor. Ιon. ἔκρηνα, ep. imperat. κρήηνον, 2 plur. κρηήνατε, ep. Ιon. inf. κρῆναι en κρηῆναι, aor. pass. 3 plur. ἐκράανθεν; perf. ep. med.-pass. 3 sing. ἐπὶ... κεκράανται, plqperf. med.-pass. 3 plur. κεκράαντο; fut. Ιon. κρανέω, inf. med. κρανέεσθαι volbrengen, vervullen:; τὸ δέ μοι κρήηνον ἐέλδωρ vervul deze wens voor mij Il. 1.41; pass.: ἀρὰ Κρόνου τότ ’ ἤδη παντελῶς κρανθήσεται dan zal dus de vervloeking van Kronos uiteindelijk volledig in vervulling gaan Aeschl. PV 911. vaststellen, ratificeren:. χρὴ πράσσειν ἃ μοῖρα Ζεύς τ ' ἔκρανε σοῦ πέρι je moet doen wat het lot en Zeus over jou besloten hebben Eur. El. 1248. heersen (over):; δώδεκα... βασιλῆες... κραίνουσι twaalf koningen heersen er Od. 8.391; met acc.:; σκῆπτρα κραίνειν de scepter zwaaien Soph. OC 449; met gen.: ποῦ ’ σθ ’ ὁ κραίνων τῆσδε τῆς χώρας; waar is de heerser van dit land? Soph. OC 296. intrans. op... uitlopen, aflopen:. ποῖ... κρανεῖ; waar zal het eindigen? Aeschl. Ch. 1075.

Middle Liddell


I. to accomplish, fulfil, bring to pass, Hom., Trag.:—Pass., with fut. mid., to be accomplished or brought to pass, Il., Eur.; v. ἐπικραίνω.
2. to finish the tale of… , c. acc., Hhymn.
II. absol. to exercise sway, to reign, c. acc. cogn. κρ. σκῆπτρα to sway the staff of rule, Soph.
2. c. gen. to reign over, govern, τοῦ στρατοῦ, τῆς χώρας Soph.
III. intr. to fulfil one's course, Aesch.