Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνύω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀνύω Medium diacritics: ἀνύω Low diacritics: ανύω Capitals: ΑΝΥΩ
Transliteration A: anýō Transliteration B: anyō Transliteration C: anyo Beta Code: a)nu/w

English (LSJ)

(ᾰνῠ), Il.4.56, Ar.Ra.606, Att. ἀνύτω or ἁνύτω Th.2.75, Pl.R.486c, al.: impf.

   A ἤνυον Hdt.9.66, E.Hec.1167: fut. ἀνύσω [ῠ], S.Aj.607, Ar.Ra.649, Ep. ἐξ-ανύω 11.11.365: aor. ἤνῠσα Od.24.71, A.Pers.726, etc.; poet. ἥνυσσα (Dor. ᾱν-) Pi.P.12.11, A.R.4.413, Ep. ἄνυσσα [ᾰ] Hes.Th.954, Maiist.57 (ὑπ-): pf. ἤνῠκα Pl.Plt. 264b:—Pass., pf. ἤνυσμαι Plb.8.29.1, etc., δι-ήνυσμαι X.Cyr.1.4.28: aor. ἠνύσθην Plb.32.3.17, D.Chr.3.127: fut. ἀνυσθήσομαι J.AJ1.19.1, Ael.VH1.21:—Med., ἀνύομαι Pi.P.2.49, Bion Fr.4.6: impf. ἠνυτόμην A.Ag.1159: fut. ἀνύσομαι (v. infr.): aor. ἠνυσάμην A.Pr.700, S.Tr. 995(lyr.), inf. ἀνύσασθαι X.An.7.7.24 (Valck.)—Non-thematic forms are found in poets: impf. Act. ἄνῠμες, Dor. for ἤνυμεν, Theoc.7.10: pres. Pass. ἄνυται Opp.H.3.427, Nic.Al.599: impf. Pass. ἤνῠτο Od.5.243 (nisileg.ἤνετο); Dor. ἄνῠτο Theoc.2.92. [ῠ in all parts: hence ἀνῦσαι in Tryph.126, ἀνῡσάμενοι in AP10.12 should be written with σσ: ἀνύων is corrupt in Nonn.D.21.16]:—effect, accomplish, ἤνυτο δ' ἔρλον Od.5.243 (v. supr.), cf.A.Pers.726, etc.; πρὸς θανάτῳ θάνατον ἀνύσασα S.Tr.886; ἀρωγάν Id.Ph.1145 (lyr.); τοὔπος ὡς ἄρ' ὀρθὸν ἤνυσας Id.Ant.1178, cf. OC454: abs., οὐδὲν ἤνυε he did no good, Hdt.9.66; εἴ τι ἔμελλεν ἀνύτειν whatever was like ly to forward the work, Th.2.75; σμικρὸν ἀνύτειν Pl.Sph.230a, al.; ἧσσον ἁνύτειν Th.2.76; οὐδὲν ἤνυε τούτοις D.21.104; ἀ. εἴς τι to conduce towards... Pl.Ax.369d: c. acc. et inf., Ἀπόλλων . . ἐκεῖνον ἤνυσε φονέα γενέσθαι brought it to pass that... S.OT720:—Med., accomplish for one's own advantage, ἀνύσσεσθαι τάδε ἔργα (if not in pass. sense, will be accomplished) Od.16.373, cf. Hp.Ep.27; θεός . . τέκμαρ ἀνύεται Pi.P.2.49, cf. Ar.Pl.196, dub. in Pl.Phd.69d.    2 make an end of, destroy, φλόξ σε ἤνυσεν Od.24.71; kill, Pi.P.12.11.    3 c. dupl. acc., make, cause to be, ἠνύσατ' ἐκτοπίαν φλόγα S.OT166 (lyr.), Nic.Al.400.    4 make, εἰκόνα AP 12.56 (Mel.).    5 finish a journey, ὅσσον τε πανημερίη γλαφυρὴ νηῦς ἤνυσεν (sc. ὁδοῦ) as much as a ship gets over in a day, Od.4.357; so πολλὴν κέλευθον ἤνυδεν A.Pers.748; πορείαν Onos.6.1: c. acc. loci, ὄφρα τάχιστα νηῦς ἀνύσειε θαλάσσης . . ὕδωρ Od.15.294, cf. Thgn.511, S.Ant.231.    6 in Trag. freq. abs. (sc. ὁδόν or κέλευθον), make one's way, win, πρὸς πόλιν Id.Tr.657 (lyr.); ἐπὶ ἀκτάν E.Hipp.743; also θάλαμον ἀνύτειν (i.e. εἰς θάλαμον) reach the bridal chamber, S.Ant. 805 (lyr.); ἀ. Ἅιδαν Id.Aj.607 (lyr.), E.Supp.1142 (lyr.): metaph., ζυγὰ ἤνυσε δούλια Τροία (s.v.l.) Id.Tr.599 (Τροίᾳ Sch.): rarely with inf. instead of acc., στρατὸς ἤνυσε περᾶν succeeded in crossing, A.Pers. 721: with Adj., come to be, εὐδαίμων ἀνύσει καὶ μέγας S.Ph.720 (lyr.).    7 in Pass. of Time, come to an end, χρόνος ἄνυτο Theoc. 2.92, cf. Eus.Mynd.63.    8 in Pass. of persons, grow up, ἠνυτόμαν τροφαῖς (lyr.) A.Ag.1159.    9 get, obtain, γαστρὶ φορβάν S.Ph.711 (lyr.), cf. Theoc.5.144; τίνος χρείας ἀνύσαι; i.e. τίνος χρείας προσπίτνετε, ὥστε ἀνύσαι αὐτήν; S.OC1755:—Med., χρείαν ἠνύσασθε ye obtained it, A.Pr.700, cf. Ch.858, S.Tr.995 (lyr.); τοῦτο ἐκ Μοιρέων ἠνύσατο AP7.506 (Leon.).    II c. part., οὐκ ἀνύω φθονέουσα I gain nothing by grudging, Il.4.56.    2 in Com., do quickly, make haste, οὐ μέλλειν... ἀλλ' ἀνύειν Ar.Pl.607, cf. Ra.606; οὐκ ἀνύσεις τι; make haste! ib.649; ἀλλ' ἄνυσον, οὐ μέλλειν ἐχρῆν Fr.102: c. part., ἄνυε πράττων make haste about it, Pl.413; ἄνυσον ὑποδησάμενος make haste and get your shoes on, V.1168, cf. Av.241; ἄνυσόν ποτ' ἐξελθών Pherecr.40: more freq. in part. ἀνύσας, or ἀνύσας τι with a Verb, ἄνοιγ', ἄνοιγ' ἀνύσας make haste and open the door, Ar.Nu.181; ἀνάβαιν' ἀνύσας V.398; σὺδ' ἔγχεον πιεῖν ἀνύσας τι Eq.119, cf. V.202,847, 1158, Pl.648,974; βοηθησάτω τις ἀνύσας Ach.571; νῦν οὖν ἀνύσαντε φροντίσωμεν Eq.71; ἀκολουθήσεις ἐμοὶ ἀνύσας τι Nu.506, cf. 1253; ἀπόδωμεν ἀνύσαντε Pax872. (The distinction of meaning ἀνύτω accomplish, make way, ἀνύω hasten, is doubtful, cf. AB411.—Att. ἁνύω acc. to Hdn.Gr.1.541, Phryn.PSp.23B., cf. καθανύσαι X.HG 7.1.15 (Hsch.); but κατανύειν (q.v.) occurs in Trag., cf. ταῦτ' ἀνύσηται Ar.Pl.196.) (I.-E. sen-, pres. stem s[ngnull]neu-, cf. Skt. sanoti 'wins'.)

German (Pape)

[Seite 267] att. ἀνύτω (ἄνω, vgl. ἄνυμι), fut. ἀνύσω, 1) eigtl. nach oben vollenden, von einer Mauer, Thuc. 2, 75; übh. vollenden, die Arbeit fertigen, οὐδὲν ἤνυε Her. 9, 66; ἤνυον Xen. Cyr. 5, 5, 22. 7, 3, 14; εἰκόνα, das Bild vollenden, Mel. 11 (XII, 56); – γαστρὶ φορβάν, dem Leibe Nahrung verschaffen, Soph. Phil. 703; ἀρωγάν τινι, beistehen, 1130; vgl. O. C. 1755; οἷον ἤνυσεν κακόν Aesch. Pers. 712; πικρὸν ἔρωτα Theocr. 1, 93; βραδεῖς μῦθοι πλεῖστον ἀνύουσι σοφόν Eur. Phoen. 456. Bes. κέλευθον, ὁδόν, einen Weg zurücklegen, Aesch. Pers. 734; Leon. Al. 38 (VII, 547). So ὅσσον ἤνυσε νηῦς, so viel ein Schiff zurücklegt, sc. ὁδοῦ Od. 4, 357; ὄφρα τάχιστα νηῦς ἀνύσειε θέουσα θαλάσσης ὰλμυρὸν ὕδωρ Od. 15, 294. Dah. ἀνύειν εἴς τι, πρός τινα, wohin gelangen; πρὸς πόλιν Soph. Tr. 654; ἐπί τι Eur. Hipp. 743; εἴς τι Opp. Hal. 3, 135; öfter bei den sp. D. Auch mit dem bloßen acc., Tragg., θάλαμον, das Brautgemach erreichen, Soph. Ant. 805; vgl. Eur. Suppl. 1141 Troad. 595; Ἅιδαν Soph. Ai. 608; ζυγὰ δούλια ἀνύσαι, ins Sklavenjoch gelangen, Eur. Tr. 595; σοφὸν γῆρας Ep. ad. 458 (IX, 145), das Alter erreichen. – 2) ein Ende machen, zerstören, φλόξ σε ἤνυσεν Od. 24, 71; Pind. P. 12, 11. – 3) mit dem partic., οὐκ ἀνύω φθονέουσα, ich richte durch Beneiden nichts aus, Il. 4, 56; oft bei Att., bes. schnell zu Stande bringen, ἀνύσατε πετόμενα, flieget schnell, Ar. Av. 241; ἄνυσον ὑποδησάμενος, mach schnell fertig, Vesp. 1168, u. öfter; nach häufiger ἀνύσας ἄνοιγε, τρέχε, öffne schnell u. s. w., Ach. 545 Nubb. 182 u. öfter; vgl. Luc. Pisc. 47; auch ohne Zusatz, ἀνύετον, macht schnell, Ar. Ran. 606; οὐκ ἀνύσεις; 649. – 4) Auch mit dem inf., στρατὸς ἤνυσε περᾶν, das Heer bewerkstelligte es überzusetzen, Aesch. Pers. 707; mit einem adj., Soph. Phil. 711 ἀνύσει εὐδαίμων, d. i. γενήσεται. – Med., für sich, zu seinem Vortheil zu Stande bringen; ἀνύσσεσθαι τάδε ἔργα Od. 16, 373 ist pass.; erlangen, τάλαντα Ar. Plut. 196; vgl. Theocr. 5, 144; παρά τινος Aesch. Prom. 701; τὰ Μοιρέων Leon. Tar. 95 (VII, 506); πῶς ἴσον εἰποῦσ' ἀνύσωμαι; wie soll ich entsprechende Worte finden? Aesch. Ch. 845. Die Vorschrift der Atticisten, bei Att. ἁνύω, ἁνύτω zu schreiben, findet sich in den Handschriften nicht bestätigt.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνύω: Ἀττ. ἀνύτω ἢ ἁνύτω (Πόρσ. Φοίν. 463, Ἐλμσλ. Βάκχ. 1098), πρβλ. ἀρύω, ἀρύτω. Οἱ καθαροὶ τύποι εἶναι σπάνιοι, ὡς Ἰλ. Δ. 56, Εὐρ. Ἑκ. 1167, Ἀριστοφ. Βάτρ. 606: παρατ. ἤνυον Ἡρόδ. 9. 66, Ἀττ.: - μέλλ. ἀνύσω [ᾰνῠ-], Σοφ. Αἴ. 607, Ἀριστοφ. Βάτρ. 649: - ἀόρ. ἤνυσα Ὀδ. Ω. 71, Αἰσχύλ. Πέρσ. 726, κτλ.· ποιητ. ἤνυσα (Δωρ. ἄνυσσα) Πινδ. Π. 12. 20, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 413, Ἐπ. ἄνυσσα [ᾰ] Ἡσ. Θ. 954: - πρκμ. ἤνῠκα Πλάτ. Πολιτικ. 264Β: - Παθ., πρκμ. ἤνυσμαι Πολύβ. 8. 31, 1, κτλ. (διήνυσμαι Ξεν.): ἀόρ. ἠνύσθην ὁ αὐτ. 32. 7, 17: μέλλ. ἀνυσθήσομαι Αἰλ. Π. Ἱ. 1. 21: - Μέσ., ἀνύομαι Πινδ. Π. 2. 90, Βίων· ἀνύτομαι Ξεν. Ἀν. 7. 7, 24: παρατ. ἠνυτόμην Αἰσχύλ. Ἀγ. 1159: μέλλ. ἀνύσομαι (ἴδε κατωτ.): ἀόρ. ἠνυσάμην Τραγ., ἀνύσασθαι Ξεν. - Παρὰ ποιηταῖς εὑρίσκομεν καί τινας τύπους ἐσχηματισμένους ὡς ἐξ ἐνεστῶτος ἄνυμι, τοιοῦτοι δὲ εἶναι ὁ ἐνεργ. παρατ. ἄνῠμες, Δωρ. ἀντὶ ἤνυμεν, Θεόκρ. 7. 10: ὁ παθ. ἐνεστ. ἄνυται Ὀππ. Ἁλ. 3. 427, Νικ.: ὁ παθ. παρατ. ἤνῠτο Ὀδ. Ε. 243., Δωρ. ἄνῠτο Θεόκρ. 2. 92: - ἀλλ’ ὁ Meineke θέλει νὰ διορθώσῃ ἄνομεν, ἄνεται, ἄνετο ἐκ τοῦ ἐνεστ. τοῦ ῥήμ. ἄνω, ὃ ἴδε. [τὸ υ ἁπανταχοῦ τοῦ ῥήματος βραχὺ (ῠ)· ὥστε τὸ ἀνῦσαι ἐν Τρυφ. 126, ἀνῡσάμενοι ἐν Ἀνθ. Π. 10. 12, πρέπει νὰ γραφῶσι διὰ διπλοῦ σ· τὸ ἀνύων παρὰ Νόνν. Δ. 21. 16 εἶναι πλημμελές, δι’ ὃ καὶ ὁ Koechly γράφει ἐάσω ἀντὶ ἀνύων]. Ἀπεργάζομαι, ἐπιτελῶ, καταρτίζω, ἐκτελῶ, περαίνω, τελεσφορώ, Λατ. conficere, ἤνυτο δ’ ἔργον Ὀδ. Ε. 243, πρβλ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 726, κτλ.· πῶς ἐμήσατο πρὸς θανάτῳ θάνατον ἀνύσασα μόνα; Σοφ. Τρ. 886· ἀρωγὰν ὁ αὐτ. Φ. 1145· τοὔπος ὡς ἄρ’ ὀρθὸν ἤνυσας ὁ αὐτ. Ἀντ. 1178, πρβλ. Ο. Κ. 454: - ἀπολ., οὐδὲν ἤνυε, οὐδὲν κατώρθου, Ἡρόδ. 9. 66· εἴ τι ἔμελλεν ἀνύτειν, ὅ,τι θὰ συνετέλει εἰς τὸ ἔργον, Θουκ. 2. 75· σμικρὸν ἀνύτειν Πλάτ. Σοφ. 230Α, κ. ἀλλ.· ἦσσον ἀνύτειν Θουκ. 2. 76· οὐδὲν ἤνυε τούτοις, οὐδὲν κατώρθου διὰ τῶν μέτρων τούτων, Δημ. 548. 18· ἀν. εἴς τι, συντελῶ εἴς τι, Πλάτ. Ἀξ. 369D· μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., Ἀπόλλων... ἐκεῖνον ἤνυσε φονέα γενέσθαι, ἔφερε τὰ πράγματα οὕτως ὥστε νά…, Σοφ. Ο. Τ. 720. - Μέσ., κατορθῶ τι πρὸς τὸ ἐμὸν συμφέρον, ἀνύσσεσθαι τάδε ἔργα (ἔνθα πολλάκις ἐκλαμβάνεται ὡς παθ., θὰ ἐκτελεσθῶσι), Ὀδ. Π. 373· οὕτω καὶ παρ’ Ἀττ., Ἀριστοφ. Πλ. 196, Πλάτ. Φαίδων 69D· ἀλλὰ τὸ μέσ. εἶναι ἐν χρήσει ὡσαύτως καὶ ὡς τὸ ἐνεργ., Ἡρόδ. 1. 91, Πινδ. Π. 2. 90. 2) καταναλίσκω, ἐπεὶ δή σε φλὸξ ἤνυσεν Ἡφαίστοιο, «ἔκαυσεν, ἐτελείωσε» (Σχόλ.) Ὀδ. Ω. 71· καὶ μετὰ ἰδιαιτέρας σημασ., ἠνύσατ’ ἐκτοπίαν φλόγα, ἐποιήσατε ἐκτοπίαν, ἐξωρίσατε, Σοφ. Ο. Τ. 166, ἴδε σημ. Jebb ἐν τόπῳ, πρβλ. Νικ. Ἀλεξιφ. 400: ὡσαύτως, φονεύω (ἐν ταύτῃ τῇ σημασ. ὁ Ὅμ. ἔχει ἐξανύω), Πινδ. Π. 12. 20. 3) διανύω, διατρέχω, ὅσσον τε πανημερίη γλαφυρὴ νηῦς ἤνυσεν (ἐνν. ὁδοῦ), ὅσην ὁδὸν δύναται νὰ διανύσῃ πλοῖον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, Ὀδ. Δ. 357· οὕτω, πολλὴν κέλευθον ἤνυσεν Αἰσχ. Πέρσ. 747: ὡσαύτως μετ’ αἰτ. τόπου, ὄφρα τάχιστα νηῦς ἀνύσειε... θαλάσσης... ὕδωρ Ὀδ. Ο. 294, πρβλ. Θέογν. 511, Σοφ. Ἀντ. 231. 4) παρ’ Ἀττ. συχνάκις ἀπολ. (ἐξυπακουομένου ὁδὸν ἢ κέλευθον) ὡς τὸ ἐξανύω ἢ τὸ τελέω, ἀφικνοῦμαι, φθάνω, πρὶν τάνδε πρὸς πόλιν ἀνύσειε Σοφ. Τρ. 657· ἐπὶ ἀκτὰν Εὐρ. Ἱππ. 743· ὡσαύτως, θάλαμον... ἀνύτουσαν (ὅ ἐ. εἰς θάλαμον), φθάνουσαν εἰς τὸν θάλαμον, Σοφ. Ἀντ. 805· ἀν... Ἅιδαν ὁ αὐτ. Αἴ. 607, Εὐρ. Ἱκ. 1142· μεταφ., δούλια ζυγὰ ἀνύσαι, νὰ τελειώσῃ τις ἐν δουλείᾳ, Εὐρ. Τρῳ. 595: - σπανίως μετ’ ἀπαρεμ. ἀντὶ τῆς ἀιτιατ. στρατός... ἤνυσεν περᾶν, κατώρθωσε νὰ διαβῇ, Αἰσχύλ. Πέρσ. 721· καὶ μετ’ ἐπιθ. κατὰ παράλειψιν τοῦ εἶναι, καταλήγω, γίνομαι εἰς τὸ τέλος, εὐδαίμων ἀνύσει καὶ μέγας (ἐνν. ὤν), τελευτῶν εὐδαιμονήσει, Σοφ. Φ. 720. 5) ἐν τῷ παθ. ἐπὶ χρόνου, φθάνω εἰς τέλος, τελειώνω, χρόνος ἄνυτο Θεόκρ. 2. 92. 6) ἐν τῷ παθ. ὡσαύτως, ἐπὶ προσ., αὐξάνομαι, «μεγαλώνω», ἠνυτόμαν τροφαῖς (λυρ.), Αἰσχύλ. Ἀγ. 1159. 7) λαμβάνω, προμηθεύομαι, ἀν. γαστρὶ φορβὰν Σοφ. Φ. 713· πρβλ. Θεόκρ. 5. 144· τίνος χρείας ἀνύσαι; ὅ ἐ. τίνος χρείας προσπίτνετε, ὥστε ἀνύσαι αὐτήν; Σοφ. Ο. Κ. 1755: - Μέσ., χρείαν ἠνύσασθε, ἐπετύχετε, ἐλάβετε, Αἰσχύλ. Πρ. 700· πρβλ. Χο. 858, Σοφ. Τρ. 996, καὶ ἴδε ἐξανύω 6. ΙΙ. μετὰ μετοχ., οὐκ ἀνύω φθονέουσα, οὐδὲν κερδαίνω διὰ τοῦ φθόνου, Ἰλ. Δ. 56. 2) παρὰ κωμ. πράττω τι ταχέως, σπεύδω, οὐ μέλλειν... ἀλλ’ ἀνύειν Ἀριστοφ. Πλ. 607, πρβλ. Βατρ. 606, 649· ἀλλ’ ἄνυσον, οὐ μέλλειν ἐχρῆν Ἀποσπ. 110· ἐν χρήσει πολλάκις ὅπως καὶ τὸ φθάνω, ἄνυε πράττων, σπεῦδε, «κάμε γρήγορα» Πλ. 413· ἄνυσον... ὑποδησάμενος, κάμε γρήγορα καὶ βάλε τὰ ὑποδήματά σου, Σφ. 1168, πρβλ. Ὄρν. 241· ἄνυσὸν ποτ’ ἐξελθών, «κάμε γρήγορα καὶ ἔβγα ἐπὶ τέλους» Φερεκρ. ἐν «Δουλοδιδασκάλῳ» 5· ἀλλὰ συχνότερον κατὰ μετοχ. ἀνύσας ἢ ἀνύσας τι καὶ μεθ’ ἑτέρου ῥήματος, ἄνοιγ’, ἄνοιγ’ ἀνύσας, σπεῦσον καὶ ἄνοιξον, Ἀριστοφ. Νεφ. 181· ἀνάβαιν’ ἀνύσας Σφ. 398· ἀλλ’ ἀνύσας τρέχε Πλ. 229· λέγ’ ἀνύσας αὐτόθι 349· σὺ δ’ ἔγχεον πιεῖν ἀνύσας τι Ἱππ. 118· πρβλ. Σφῆκ. 202, 847, 1158, Πλ. 648, 974· βοηθησάτω τις ἀνύσας Ἀχ. 571· νῦν οὖν ἀνύσαντε φροντίσωμεν Ἱππ. 71· ἀκολουθήσεις ἐμοὶ ἀνύσας τι Νεφ. 506, πρβλ. 1253· ἀποδῶμεν... ἀνύσαντε Εἰρ. 872.

French (Bailly abrégé)

att. ἁνύω, impf. ἥνυον, ao. ἥνυσα, pf. ἥνυκα;
Pass. f. ἁνυσθήσομαι, ao. ἡνύσθην, pf. ἥνυσμαι;
1 mener à terme, accomplir, achever souvent avec idée de vitesse : ἔργον OD une œuvre ; ἀρωγὰν ἔς τινα SOPH apporter du secours à qqn ; θάνατον SOPH accomplir un meurtre ; οὐδὲν ἀ. HDT ne venir à bout de rien, ne rien faire de bon ; σμικρόν, πολλὰ ἀ. ATT parvenir à un résultat de peu d’importance, de grande importance ; avec un part. : οὐκ ἀνύω φθονέουσα IL je ne gagne rien à être jalouse ; avec un inf. : στρατὸς ἥνυσε περᾶν ESCHL l’armée réussit à passer ; avec un adj. : εὐδαίμων ἁνύσει SOPH il finira par être heureux ; abs. en parl. d’oracles accomplir ; avec une prop. inf. amener à ce résultat que ; abs. ne pas perdre de temps : οὐ μέλλειν, ἀλλ’ ἁνύτειν AR ne pas perdre de temps, mais faire vite ; ἅνυε πράττων AR fais vite ; λέγ’ ἁνύσας AR dis vite ; ἁν. ὁδόν, πλοῦν mener à bien un voyage, une traversée ; ὅσσον νηῦς ἤνυσεν (s.e. ὁδοῦ) OD tout l’espace que parcourt un navire (en un jour) ; ἀν. θαλάσσης ὕδωρ OD faire la traversée complète (le plus vite possible) ; abs. ἁνύτειν ou ἁνύειν parvenir : πρὸς πόλιν SOPH, ἐπὶ ἀκτάν EUR à la ville, au rivage ; ᾃδαν SOPH descendre aux enfers;
2 faire pousser, faire croître ; Pass. croître, grandir;
3 faire sourdre, faire jaillir;
4 amener à sa fin, faire périr, détruire, acc.;
Moy. ἀνύομαι (f. ἀνύσομαι, att. ἁνύσομαι) mener à terme pour soi, venir à bout de : τι de qch ; παρά τινος ESCHL obtenir qch de qqn.
Étymologie: DELG skr. sanoti, gagner.

English (Autenrieth)

(ἄνω), aor. ἤνυσε, opt. ἀνύσειε, pass. ipf. ἤνυτο, mid. fut. inf. ἀνύσσεσθαι: bring to an end, accomplish; θοῶς δέ οἱ ἤνυτο ἔργον, Od. 5.243, abs. Il. 4.56, mid. Od. 16.373 ; ἐπεὶ δή σε φλὸξ ἤνυσεν, had ‘consumed,’ Od. 24.71; of ‘traversing’ space (as we say, a ship ‘makes’ so many knots), ὅσσον τε πανημερίη γλαφυρὴ νηῦς | ἤνυσεν, δ 3, Od. 15.294.

English (Slater)

ᾰνῠω [
   a act., kill Περσεὺς ὁπότε τρίτον νυσσεν κασιγνητᾶν μέρος ἐνναλίᾳ Σερίφῳ λαοῖσί τε μοῖραν ἄγων (Boeckh e Σ: ἄυσεν codd.) (P. 12.11) ]
   b med., accomplish θεὸς ἅπαν ἐπὶ ἐλπίδεσσι τέκμαρ ἀνύεται (P. 2.49)

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ἁνύω Ar.Pl.196, Hdn.Gr.1.541, Phryn.PS p.23; cf. tb. ἄνυμι

• Prosodia: [ᾰνῠ-]

• Morfología: [act. impf. ἄνυε Theoc.21.19, aor. part. ἀνύσσας Hes.Th.954, Thgn.511, med. ἀνυσσάμενος AP 10.12, inf. ἀνύσσαι Triph.126, med. ἀνύσσεσθαι Od.16.373]
I tr. gener. c. suj. de pers.
1 realizar, llevar a cabo c. compl. dir. de n. de acción o abstr. μέγα ... ἔργον Hes.Th.954, cf. Triph.126, τάδ' ἤνυσεν Príamo, A.A.935, μῦθοι πλεῖστον ἀνύουσιν σοφόν los mitos cumplen una función muy sabia E.Ph.453, μάτην ... αὐτούς (πόνους) E.HF 576, tb. en v. med. τάδε ἔργα Od.16.373, cf. Hp.Ep.27 (p.420), en v. pas. κἂν ταῦθ' ἀνύσηται Ar.Pl.196
c. compl. dir. equivaliendo a un verbo ἤνυσεν ... ἀρωγάν i.e. ἀρήγειν S.Ph.1145, θάνατον ἀνύσασα i.e. θνῄσκειν S.Tr.886
conseguir, alcanzar c. compl. dir. de nombre de acción o abstr. μηδέν Hes.Op.395, cf. Hdt.9.66, γαστρὶ φορβάν S.Ph.711, ᾍδαν S.Ai.606, τίνος ... χρείας ἀνύσαι; ¿para cumplir el deseo de qué cosa? S.OC 1755, ἀνύσεις τι conseguirás algo Babr.18.16, fig. ζυγὰ δ' ἤνυσε δούλια Τροίᾳ echó sobre Troya el yugo de la esclavitud E.Tr.599
tb. en v. med. τὴν πρίν γε χρείαν ἠνύσασθ' ἐμοῦ πάρα el anterior deseo al menos lo lográsteis de mí A.Pr.700, τοῦτο ... ἐκ Μοιρέων ἠνύσατο AP 7.506 (Leon.)
ὅτε δὴ σοφὸν ἤνυσε γῆρας AP 9.145
abs. tener éxito ὡς ἀνύσαιο Theoc.18.17
sacar provecho τι ἠνύσαμεν algún provecho hemos sacado Pl.Phd.69d, abs. οὐκ ἀνύω φθονέουσ' Il.4.56
c. compl. dir. y adj. prolép. ἠνύσατ' ἐκτοπίαν φλόγα πήματος conseguísteis apartar la llama de la desgracia S.OT 166, ἤνυσε δὲ σφαλερούς Nic.Al.400.
2 cumplir oráculos, etc., c. suj. del dios παλαίφαθ' ἅ μοι Φοῖβος ἤνυσέν ποτε S.OC 454, de un adivino τοὔπος ... ὀρθὸν ἤνυσας la profecía exacta has cumplido e.d. has acertado en la profecía S.Ant.1178, tb. en v. med. θεὸς ... τέκμαρ ἀνύεται Pi.P.2.49, c. ac. e inf. Ἀπόλλων ... ἐκεῖνον ἤνυσεν φονέα γενέσθαι S.OT 720.
3 hacer, fabricar, realizar c. ac. de resultado εἰκόνα AP 12.56 (Mel.)
hacer brotar κράναν Theoc.7.6.
4 c. compl. dir. de pers. poner fin a, destruir σε φλὸξ ἤνυσεν Od.24.71, cf. AP 7.474
derrotar ἀθλητὰς ἤνυσε GVI 263.4 (Frigia II d.C.).
5 c. ac. de espacio recorrer, cruzar ὅσσον τε πανημερίη ... νηῦς ἤνυσεν Od.4.357, θαλάσσης ... ὕδωρ Od.15.294, κέλευθον A.Pers.748, τὸν ... δρόμον Theoc.21.19, τὴν ὁδόν Luc.Asin.34
c. prep. ἦλθες ... βαθὺν διὰ πόντον ἀνύσσας Thgn.511.
6 recaudar impuestos, en v. pas. τρίτον μέρος τῶν ... ἀνυομένων PMasp.32.99 (VI d.C.).
II intr. c. suj. de pers.
1 darse prisa, apresurarse abs. οὐ μέλλειν ... ἀλλ' ἁνύειν Ar.Pl.607, ἁνύετον ¡daos prisa los dos! Ar.Ra.606, οὔκουν ἁνύσεις; Ar.Ra.649, ἄνυσον· οὐ μέλλειν ἐχρῆν Ar.Fr.2
c. part. pred. ἀλλ' ἅνυε πράττων ἔν γέ τι pero por lo menos date prisa en terminar algo Ar.Pl.413, ἄνυσόν ποτ' ἐξελθών sal de una vez Pherecr.40, frec. en part. aor. c. un verb. ἄνοιγ' ἄνοιγ' ἁνύσας ¡abre, abre la puerta de una vez! Ar.Nu.181, ἀνάβαιν' ἁνύσας Ar.V.398, σὺ δ' ἔγχεον πιεῖν ἁνύσας τι Ar.Eq.119, cf. V.202, 847, 1158, Pl.648, 974, ἀκολουθήσεις ἐμοὶ ἁνύσας τι δευρὶ θᾶττον Ar.Nu.506, cf. 1253, ἀποδῶμεν τήνδε τὴν θεωρίαν ἁνύσαντε τῇ βουλῇ Ar.Pax 872.
2 abs. llegar a su término, concluir οὐκ ἄν τίς ποτε ἀνύσειεν no se terminaría nunca Pl.Lg.650a, τὸ ... μηδὲν προνοεῖν μηδὲ ἀνύειν ἀηδές pero no prever nada ni concluir, es molesto Arist.Rh.1409b4. • DMic.: a2-nu-me-no.

• Etimología: De una raíz *senH ‘conseguir’, ‘ganar’, cf. ai. sanóti ‘ganar’, het. šanḫ- ‘buscar’.

Greek Monolingual

ἀνύω κ. ἀνύτω ή ἁνύτω κ. ἄνυμι (Α)
1. εκτελώ, φέρνω σ' ένα τέλος, επιτελώ («ἤνυτο δ' ἔργον», Όμηρος
«οὐδὲν ἤνυε», Ηρόδοτος)
2. κατορθώνω κάτι, πετυχαίνω κάτι που με συμφέρει
3. τελειώνω, καταναλίσκω, εξαφανίζωἐπεὶ δή σε φλὸξ ἤνυσεν» — αφού σ' εξαφάνισε η φωτιά, Όμηρος)
4. διανύω, διατρέχω («πολλὴν κέλευθον ἤνυσεν» — έκανε πολύ δρόμο, διέτρεξε μεγάλη απόσταση, Αισχύλος)
5. προμηθεύομαι
ἀνύω γαστρὶ φορβάν» — προμηθεύομαι τρόφιμα, εξασφαλίζω την τροφή μου, Σοφοκλής)
6. παθ. φθάνω στο τέλος, τελειώνω
χρόνος ἄνυτο», Θεόκριτος)
7. παθ. μεγαλώνω, αυξάνομαι
8. κάνω κάτι γρήγορα, χωρίς αργοπορία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. sn-nu, ΙΕ. ρίζα sen -. Ο αθέματος ενεστώς άνυμι, του οποίου οι τύποι είναι σπάνιοι, συνδέεται με το αρχ. ινδ. sanoti «κατορθώνω, επιτυγχάνω» και με το χεττ. šah-zi «ψάχνει, επιδιώκει». Ο αττ. ενεστ. ἀνύτω ή ἁνύτω προήλθε από οδοντική παρέκταση. Με το ρ. ανύω σχετίζεται και το β' συνθετικό έντης «αυτός που αποτελειώνει, που πραγματοποιεί κάτι» της λ. αυθέντης.
ΠΑΡ. άνυσμα
αρχ.
άνυσις, ανυστός.
ΣΥΝΘ. (α' συνθ.) αρχ. ανυσίεργος
(β' συνθ.) διανύω
αρχ.
απανύω, διεξανύω, εξανύω, επανύω, καθανύω, προδιανύω, συνανύω, συνεξανύω.

Greek Monotonic

ἀνύω: Αττ. ἀνύτω ή ἁνύτω· παρατ. ἤνυον, μέλ. ἀνύσω [ᾰνῠ-]· αόρ. αʹ ἤνυσα, Επικ. ἄνυσσα· παρακ. ἤνῠκα — Παθ., παρακ. ἤνυσμαι, αόρ. αʹ ἠνήσθην (από το ρήμα ἄνω
I. 1. επηρεάζω, κατορθώνω, επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, Λατ. conficere, με αιτ. πράγμ., σε Όμηρ. κ.λπ.· απόλ., οὐδὲν ἤνυε, δεν έκανε καλά, σε Ηρόδ.· με αιτ. και απαρ., πραγματοποίησε, έφερε τα πράγματα ώστε να..., σε Σοφ. — Μέσ., επιτυγχάνω για το όφελος κάποιου, σε Ομήρ. Οδ., Πλάτ. κ.λπ.
2. επιφέρω τέλος, καταστρέφω, σε Όμηρ. κ.λπ.
3. ολοκληρώνω ταξίδι, ὅσσον νηῦς ἤνυσεν, τόσο όσο μπορεί ένα πλοίο να κάνει, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως, ἀν. θαλάσσης ὕδωρ, φθάνει ως το θαλασσινό νερό, στο ίδ.
4. απόλ. στην Αττ., καταφθάνω, πρὸς πόλιν, σε Σοφ.· ἐπὶ ἀκτάν, σε Ευρ.· επίσης, θάλαμον ἀνύτειν, φθάνει στη νυφική κάμαρα, σε Σοφ.· με απαρ., ἤνυσεπερᾶν, κατόρθωσε να περάσει, σε Αισχύλ.· και με επίθ. το εἶναιπαραλείπεται, εὐδαίμων ἀνύσει, θα γίνει ευτυχισμένος, σε Σοφ.
5. Παθ., λέγεται για το χρόνο, καταλήγω, σε Θεόκρ.
6. Παθ. επίσης λέγεται για πρόσωπα, μεγαλώνω, αναπτύσσομαι, σε Αισχύλ.
7. λαμβάνω, προμηθεύομαι, φορβάν, σε Σοφ. κ.λπ.
II. με μτχ., οὐκ ἀνύω φθονέουσα, δεν κερδίζω τίποτα από φθόνο, σε Ομήρ. Ιλ.
III. κάνω γρήγορα, επισπεύδω, σε Αριστοφ.· έπειτα όπως το φθάνω, ἄνυε πράττων, κάνε γρήγορα γι' αυτό, στον ίδ.· ἄνυσον ὑποδησάμενος, κάνε γρήγορα και βάλε τα υποδήματά σου, στον ίδ.· επίσης ἀνύσας με προστ., ἄνοιγ' ἄνοιγ' ἀνύσας, βιάσου και άνοιξε την πόρτα, στον ίδ.· ἀνύσας τρέχε, λέγ' ἀνύσας, στον ίδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνύω: и ἁνύω, атт. тж. ἀνύτω и ἁνύτω, эп. тж. ἄνυμι (impf. ἤνυον и ἤνυτον, fut. ἀνύσω - эп. тж. ἀνύω, aor. ἠνῠσα, pf. ἤνῠκα; pass.: aor. ἠνύσθην, pf. ἤνυσμαι) реже med.
1) завершать, заканчивать, исполнять (ἔργον Hom.; εἰκονα Anth.): ἀνύσαι θάνατον Soph. совершить убийство; ἀνύσαι ἀρωγὰν ἔς τινα Soph. оказать помощь кому-л.; ἀπαγορεύων οὐδὲν ἤνυε Her. своими попытками разубедить он ничего не добился; ἤνυσε περᾶν Aesch. ему удалось пройти; ἀνύσασθαί τι παρά τινος Aesch. добиться чего-л. от кого-л.; ἀνύσαι ἐκτόπιόν τι Soph. удалить что-л. прочь; ἀνύσει εὐδαίμων ἐκ κείνων Soph. он выйдет счастливым из этих обстоятельств; Ἀπόλλων οὐκ ἐκεῖνον ἤνυσεν φονέα γενέσθαι Soph. не оправдалось предсказание Аполлона, что он (Эдип) станет убийцей; εἴ τι ἠνυσάμην Plat. если я в чем-л. преуспел;
2) проделывать, совершать, проходить (πολλὴν κέλευθον Aesch.; χιλίους σταδίους Plut.);
3) прибывать, приходить, достигать (πρὸς πόλιν Soph.; ἐπὶ ἀκτάν Eur.): ποτανοὶ ἤνυσαν τὸν Ἃιδαν Eur. они улетели в Аид; ζυγὰ δούλια ἀνύσαι Eur. попасть в рабство; πῶς ἴσον εἰπὼν ἀνύσωμαι; Aesch. как найти мне (нужные) слова?; ἀμφὶ σὰς ἀϊόνας ἠνυτόμαν τροφαῖς Aesch. я вырос(ла) на твоих берегах; γῆρας ἀνύσαι Anth. дожить до старости;
4) торопиться, спешить (οὐ μέλλειν, ἀλλ᾽ ἀνύτειν Arph.): ἄνυε πράττων Arph. поспеши, поскорее; δὸς ἀνύσας Luc. давай поскорее;
5) претерпевать, переносить (ἐς τέλος μοίρας Theocr.);
6) приводить, доставлять (γαστρὶ φορβάν Soph.; med. τὰν ἀμνόν Theocr.): ἀ. κράναν Theocr. заставить забить источник; εἰς πομπὴν καὶ ῥημάτων ἀγλαϊσμὸν ἀνύτει Plat. это ведет к пышному пустословию;
7) уничтожать, истреблять (φλὸξ ἤνυσέν τινα Hom.; τρίτον μέρος τινός Pind.): ὁ χρόνος ἄνυτο φεύγων Theocr. время быстро уходило.

Middle Liddell

[the Verb ἄνω]
I. to effect, achieve, accomplish, complete, Lat. conficere, c. acc. rei, Hom., etc.; absol., οὐδὲν ἤνυε he did no good, Hdt.; c. acc. et inf. to bring to pass that . . , Soph.:—Mid. to accomplish for one's own advantage, Od., Plat., etc.
2. to make an end of, destroy, Hom., etc.
3. to finish a journey, ὅσσον νηῦς ἤνυσεν much as a ship can do, Od.; so, ἀν. θαλάσσης ὕδωρ to make its way over the sea water, Od.
4. in attic absol. to make one's way, πρὸς πόλιν Soph.; ἐπὶ ἀκτάν Eur.; also, θάλαμον ἀνύτειν to reach the bridal chamber, Soph.; with inf., ἤνυσε περᾶν succeeded in crossing, Aesch.; and with an adj., εἶναι being omitted, εὐδαίμων ἀνύσει will come to be happy, Soph.
5. Pass. of Time, to come to an end, Theocr.
6. in Pass. also of persons, to grow up, Aesch.
7. to get, procure, φορβάν Soph., etc.
II. with a partic., οὐκ ἀνύω φθονέουσα I gain nothing by gruding, Il.
III. to do quickly, make haste, Ar.; then, like φθάνω, ἄνυε πράττων make haste about it, Ar.; ἄνυσον ὑποδησάμενος make haste and get your shoes on, Ar.; also ἀνύσας with an imperat., ἄνοιγ', ἄνοιγ' ἀνύσας make haste and open the door, Ar.; ἀνύσας τρέχε, λέγ' ἀνύσας Ar., etc.