Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δράω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: δράω Medium diacritics: δράω Low diacritics: δράω Capitals: ΔΡΑΩ
Transliteration A: dráō Transliteration B: draō Transliteration C: drao Beta Code: dra/w

English (LSJ)

(A), Aeol. 3pl.

   A δραῖσι Alc.Supp.27.11, subj. δρῶ, δρᾷς, δρᾷ, opt. δρῴην, Ep. δρώοιμι Od.15.317; παρα-δρώωσι ib.324: impf. ἔδρων: fut. δράσω: aor. 1 ἔδρᾱσα, Ion. ἔδρησα Thgn.954: pf. δέδρᾱκα:—Pass., aor. 1 ἐδράσθην, δρασθείς, Th.3.38, 6.53: pf. δέδρᾱμαι (δεδρασμένων is f. l. in Id.3.54):—do, accomplish, esp. do some great thing, good or bad (acc. to some δ. was the equiv. Dor. Verb for Att. πράττειν, Arist.Po.1448b1), αἶψά κεν εὖ δρώοιμι μετὰ σφίσιν ἅσσ' ἐθέλοιεν Od.15.317 (where the Sch. interprets it διακονοίην, δουλεύοιμι I would serve... cf. δρήστης) ; ἄνδρες δραῖσιν ἀτάσθαλοι Alc. l. c.; opp. πάσχω, freq. in Trag., εὖ δρῶσαν, εὖ πάσχουσαν A.Eu. 868; ἄξια δράσας ἄξια πάσχων Id.Ag.1527; κακῶς δράσαντες οὐκ ἐλάσσονα πάσχουσι Id.Pers.813; of one in extreme perplexity, τί πάθω; τί δὲ δρῶ; Id.Th.1062, cf.Ch.899; δρῶν ἀντιπάσχω χρηστά S.Ph.584; prov., "δράσαντι παθεῖν τριγέρων μῦθος τάδε φωνεῖ A.Ch.313; δράσαντι γάρ τοι καὶ παθεῖν ὀφείλεται Id.Fr.456, cf. S.OT1272; τά γ' ἔργα μου πεπονθότα… μᾶλλον ἢ δεδρακότα acts of suffering rather than of doing, Id.OC267; ὁ δρῶν the doer, whoever he be, A.Ag.1359, etc.; ὁ δράσας the culprit, Pl.Lg.879a, cf. S.Tr.1108; ὁ δεδρακώς Id.OT246, D.23.40; used to avoid repetition of a verb, Th.2.49, al.: c. dupl. acc., οἷ' ἔργ' ὁ παῖς μ' ἔδρασεν S.Ph.940, cf. OC854, etc.: with Adv., εὖ, κακῶς δρᾶν τινά, do one a good or ill turn, Thgn.108, S.Aj.1154; δρᾶν τι εἴς τινα Id.OC976; τί τινι Id.OT1402; πάντα δρᾶν try every way, cj. in E.Hipp.284; παντὸς εἶχε δρῶντος ἡδονήν was satisfied with the doing, S.OC1604; τὰ δρώμενα what is doing or being done, ib.1644, cf. D.C.37.57: sg., τὸ δρώμενον S.El.40, Th.5.102; τί δράσω; to express helplessness or despair, S.Aj.920, etc.; for οἶσθ' οὖν ὃ δρᾶσον; v. Εἴδω fin.    2 of things, τουτὶ τί δρᾷ τὸ ποτήριον; Ar.Eq.237; ὅπερ ἡ λίθος δρᾷ τὸν σίδηρον Luc.Im.1: so, generally, to be active, εἰς ἄλληλα πάσχειν καὶ δ. Chrysipp.Stoic.2.135, cf. Prisc.Lyd.4.10.    II offer sacrifice or perform mystical rites, δ. τὰ ἱερά IG12.4, cf. 188, Ath.14.660a, Paus.1.43.2, Iamb.Myst. 1.21, etc.:—Pass., τὰ δρώμενα Gal.UP7.14, Sopat. in Rh.8.1 W., etc.; τὰ δημοσίᾳ δρώμενα Plu.Num.9.
δράω (B),

   A = ὁράω, A.D.Adv.139.8, EM287.7.

German (Pape)

[Seite 666] Wurzel von διδράσκω, δρᾶναι.

Greek (Liddell-Scott)

δράω: (Α), ὑποτακτ. δρῶ, δρᾷς, δρᾷ, εὐκτ. δρῷμι, Ἐπ. δρώοιμι, Ὀδ. Ο. 317, οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ παρ’ Ὁμήρῳ (πρβλ. ὑποδρήσσω)· παρατ. ἔδρων· μέλλ. δράσω· ἀόρ. α΄, ἕδρᾱσα, Ἰων. ἔδρησα, Θέογν. 954· πρκμ. δέδρᾱκα. - Παθ., ἀόρ. α΄, ἑδράσθην, δρασθεὶς Θουκ. 3. 38., 53· πρκμ. δεδρᾶμαι, οὐδέποτε δέδρασμαι, διότι παρὰ Θουκ. 3. 54 πρέπει νὰ γραφῇ δεδραμένων ἐκ χ/φων (ὁ Κούρτ. παραβάλλει τὸ Λιθ. darau, = πράττω). Ποιῶ, πράττω, ἐνεργῶ, κατορθώνω, Λατ. agere, συχνάκις παρ’ Ἀττ. πεζοῖς καὶ ποιηταῖς, (κατὰ τὸν Ἀριστ. Ποιητ. 3, δρᾶν ἦτο τὸ παρὰ Δωρ. ἰσοδύναμον ῥῆμα πρὸς τὸ Ἀττ. πράττειν), αἷψά κεν εὖ δρώοιμι μετὰ σφίσιν, ὅττι θέλοιεν Ὀδ. Ο. 317 (ἔνθα ὁ Σχολ. ἑρμηνεύει διακονοίην, διακονοίην, δουλεύοιμι, ἤθελον ὑπηρετεῖ…, πρβλ. δρήστης)· - ἀκολούθως, ὡς ἀντίθ. τῷ πάσχω, ἐν ταῖς φράσ. εὖ δρῶσαν, εὖ πάσχουσαν, Αἰσχύλ. Εὐμ. 868· ἄξια δράσας, ἄξια πάσχων ὁ αὐτ. Ἀγ. 1527· κακῶς δράσαντες οὐκ ἐλάσσονα πάσχουσι ὁ αὐτ. Πέρσ. 813· ἐπὶ τοῦ εὑρισκομένου ἐν ἐσχάτῃ ἀμηχανίᾳ, τί πάθω; τί δὲ δρῶ; ὁ αὐτ. Θήβ. 1057, πρβλ. Χο. 899· δρῶν ἀντιπάσχω χρηστὰ Σοφ. Φ. 584· παροιμ., «δράσαντι παθεῖν», τριγέρων μῦθος τάδε φωνεῖ Αἰσχύλ. Χο. 313 (ἔνθα ἴδε Blomf.) δράσαντι γάρ τοι καὶ παθεῖν ὀφείλεται ὁ αὐτ. Ἀποσπάσμ. 267, πρβλ. Σοφ. Ο. Τ. 1272 (ἴδε ἐν λ. ῥέζωὡσαύτως, ἔργα πεπονθότα… μᾶλλον ἢ δεδρακότα, πράξεις παθητικαὶ μᾶλλον ἢ ἐνεργητικαί, ὁ αὐτ. Ο. Κ. 267, κάλλιστα παριστανόμενον διὰ τοῦ Σαιξπηρείου «more simned against than sinning», θεωρουμένων τῶν πράξεων ὡς εἰ ἦσαν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος· - ὁ δρῶν, ὁ πράττων, πᾶς ὁ πράττων, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1359, Σοφ., κτλ.· ὁ δράσας, ὁ πράξας, ὁ ἔνοχος, Πλάτ. Νόμ. 878Β, πρβλ. Σοφ. Τρ. 1108· ὁ δεδρακὼς ὁ αὐτ. Ο. Τ. 246· - μετὰ διπλῆς αἰτ., οἶ’ ἔργ’ ὁ παῖς μ’ ἔδρασεν ὁ αὐτ. Φ. 946, πρβλ. Ο. Κ. 854. κτλ.· ὡσαύτως μετ’ ἐπιρρ., εὖ, κακῶς δρᾶν τινα, εὐεργετεῖν, κακοποιεῖν τινα, Θέογν. 108, Σοφ. Αἴ. 1154· ὡσαύτως, δρᾶν τι εἴς τινα Σοφ. Ο. Κ. 976· τί τινι Ο. Τ. 1402· ― πάντα δρῶ, δοκιμάζω πάντα, Valck. Ἱππ. 284· τὰ δρώμενα, τὰ πραττόμενα, Ο. Κ. 1644· τί δράσω; πρὸς ἔκφρασιν ἐγκαταλείψεως ἢ ἀπελπισμοῦ, Αἴ. 909, 920. κτλ.· οἶσθ’ οὖν ὃ δρᾶσον; ἴδε * εἴδω ἐν τέλ. ΙΙ. ὁ δρῶν Συλλ. Ἐπιγρ. 214. 24.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
impf. ἔδρων, f. δράσω, ao. ἔδρασα, pf. δέδρακα;
Pass. ao. ἐδράσθην, pf. δέδραμαι;
faire ; particul.
1 agir (p. opp. à être inactif) ; servir, être serviteur ou servante : αἶψά κεν εὖ δρώοιμι μετὰ σφίσιν, ὅττι θέλοιεν OD dès lors, je les servirais bien pour tout ce qu’ils voudraient;
2 agir, faire (p. opp. à πάσχω) : εὖ δρῶσαν, εὖ πάσχουσαν ESCHL faisant le bien, bien traitée ; κακῶς δράσαντες οὐκ ἐλάσσονα πάσχουσι ESCHL ayant fait le mal, ils éprouvent des maux aussi grands ; πολλὰ δρῶν ἀντιπάσχω χρηστά SOPH rendant beaucoup de services, j’en reçois en échange ; τά γ’ ἔργα μου πεπονθότ’ ἐστὶ μᾶλλον ἢ δεδρακότα SOPH ce que j’ai fait est d’un homme qui a subi (la fatalité) plutôt qu’il n’a volontairement agi;
3 faire, exécuter, accomplir : τι, qch ; δρᾶν τι, faire qch, réussir, p. opp. à οὐδὲν ποιεῖν, ne venir à bout de rien, ne pas réussir ; τὸ δρώμενον, l’action, le fait ; τὰ δρώμενα, les faits, les événements ; en mauv. part faire (un mauvais coup), commettre (un crime) : τὸν δεδρακότα SOPH meurtrier (de Laïus) ; avec double rég. : δρ. τινά τι, τι εἴς τινα, τί τινι, faire qch (du bien, du mal) à qqn ; εὖ ou κακῶς δρᾶν τινα SOPH faire du bien ou du mal à qqn ; τὰ εὖ δεδραμένα THC les bienfaits ; en outre, δράω s’emploie dans div. locut. : τί δράσω ; SOPH que ferai-je ? pour marquer le découragement ou le désespoir ; οἶσθ’ ὃ δρᾶσον ; AR sais-tu ce que tu dois faire ?
Étymologie: R. Δρα, faire.

English (Autenrieth)

opt. δρώοιμι: work, do work as servant (δρηστήρ), Od. 15.317†.

Spanish (DGE)

huir μαινόμενοι δ<ρ>άντων πρὸς δώματα αὐτο<ῦ> ἕκαστος que huyan enloquecidos cada uno a su casa (los demonios) dud. en SEG 42.818.5 (Falasarna IV a.C.), τὸ δρῶ σημαίνει ... τὸ φεύγω An.Boiss.1.412, cf. διδράσκω.

• Etimología: De *dreH2-, forma no red. rel. διδράσκω q.u.

• Prosodia: [-ᾱ-]

• Morfología: [pres. opt. 1a sg. δρώοιμι Od.15.317, 1a plu. δρῴημεν E.Cyc.132, inf. δρῇν Hp.Mul.2.133, v. med. inf. δρῆσθαι Gal.18(1).780; aor. ind. ἔδρησα Thgn.954, part. δρήσας Thgn.954, pero δρᾰσας AP 8.192 (Gr.Naz.), v. pas. part. δρασθείς Th.6.53, Trag.Adesp.664.22, Ph.2.220, Parth.21.3; perf. 3a plu. δεδράχασιν Soz.HE 5.9.12]
I tr. en v. act.
1 c. ac. de pron. o adj. neutr. o c. ac. int. hacer, llevar a cabo
a) con las manos o el cuerpo, fís. δρᾶσαι τόδ' ἔργον οὐκ ἔτλης αὐτοκτόνως A.A.1635, νενο<μο>θ<έ>τηται ... ἐπὶ ταῖς χερσίν, ἅ τε δεῖ αὐτὰς δρᾶν καὶ ἃ οὐ δεῖ se ha legislado ... para las manos, lo que deben hacer y lo que no Antipho Soph.B 44.3, frec. ref. acciones violentas τήν γε δράσασαν τάδε la que ha hecho esto S.Tr.1108, ταῦτά σοι δράσαντι una vez que hayas hecho eso S.OC 491, μηδὲν ξυνιεὶς ὧν ἔδρων εἰς οὕς τ' ἔδρων habla Edipo, S.OC 976, εἰ ... ἔλευσσες οἷ' ἔδρασε S.Tr.897, τάδε χρὴ ταχέως δρῆν esto hay que hacerlo rápido Aret.SA 2.2.5
ref. movimientos y esfuerzos en que interviene el cuerpo δρῶσ' οὐδέν no hacen progreso alguno tirando de una cuerda, Ar.Pax 481, δρᾶν ταῦτ' ἀνάγκη del trabajo de Hefesto, A.Pr.72, οὐ πάνυ δύνανται δρᾶν ciertos movimientos, Hp.Mochl.5, ἐπειδὰν ὁδοιπορήσῃ καὶ ἔργον τι δράσῃ cuando camina o hace algún esfuerzo Hp.Mul.2.118, cf. Ar.Pax 305, en cont. sexual σε ... νομίσας εἶναι σαπρὸν κοὐδὲν δύνασθαι δρᾶν pensando que estás podrido y eres incapaz de hacer nada Ar.V.1381, cf. Lys.911, en la danza ὥστ' εἴ τις ὀρχοῖτ' εὖ, θέαμ' ἦν· νῦν δὲ δρῶσιν οὐδέν Pl.Com.138;
b) hacer, obrar gener. o abstr., op. actividades intelectuales, esp. ‘hablar’, ‘pensar’ τί δράσω; μητέρ' αἰδεσθῶ κτανεῖν; A.Ch.899, cf. Demod.1.2, Critias Eleg.3.2, ὡς πᾶν ἐμοῦ δράσοντος que yo estoy dispuesto a hacer de todo S.OT 145, οἷ' ἔργα δράσας S.El.751, cf. Ai.920, E.Cyc.131, ποιεῖν καὶ δρᾶν μίᾳ τέχνῃ συνάπαντα ἐπίστασθαι saber crear y hacer todo con un solo arte Pl.Sph.233d, ἀπορίομες τί χρὴ δρᾶν X.HG 1.1.23, cf. Cyr.3.3.53, Hp.Morb.Sacr.15, σὺ δ' εἰπέ, ἐν δικαστηρίοις οἱ ἀντίδικοι τί δρῶσιν; Pl.Phdr.261c, cf. Herod.5.28, PPetr.2.9.1.2 (III a.C.), πρὸς τὸ συμπέρασμα δρᾶν τι hacer algo hasta el fin Aristeas 194, cf. Plu.Lys.14, Luc.Tim.31, Hierocl.Facet.239, 1Ep.Clem.45.7
sustituyendo a un verbo de acción más preciso ya mencionado o implícito δρᾶσαι γάρ, ὥσπέρ ἐστιν, οὐκ ἀρνούμεθα no negamos el hecho en sí (haber matado a Clitemnestra), A.Eu.611, ἔδρασαν ἐς φρέατα τῇ δίψῃ (beber agua), Th.2.49, (χρὴ) δρῇν δὲ ταῦτα (untar de aceite), Hp.Mul.2.133, οἱ πλεῖστοι τοῦτο δρῶσι la mayoría hacen esto (volar las aves), Arist.HA 563b10, cf. Ar.Pax 845, Arist.Pol.1261a22
op. λέγειν o sinón. ὡς μάθοι τί χρὴ δρῶντ' ἢ λέγοντα δαίμοσιν πράσσειν φίλα A.Pr.660, cf. S.OT 72, Pl.Smp.218a, R.538b, op. πάσχειν: τί πάθω; τί δὲ δρῶ; τί δὲ μήσωμαι; A.Th.1057, τὰ γ' ἔργα μου πεπονθότ' ἐστι μᾶλλον ἢ δεδρακότα mis actos los he sufrido más que los he cometido S.OC 267, πάνθ' ὅσα δράσειν ἐνενόησε παθὼν ἀνὰ κράτος sufriendo por la fuerza todo cuanto pensaba hacer Ph.1.153, cf. D.C.38.45.5
fig. c. suj. de cosa τί δρᾷ τὸ Χαλκιδικὸν ποτήριον; ¿qué hace aquí la copa calcídica? Ar.Eq.237;
c) c. adj. neutr. plu. como ac. int., calificando moralmente conducta o acciones ὅσια δρῶν εὔφραινε θυμόν alégrate de hacer cosas piadosas e.d. de actuar piadosamente B.3.83, πολλοὶ δρῶντες τὰ αἴσχιστα λόγους ἀρίστους ἀσκέουσιν Democr.B 53a, οὔτε νῦν καλὰ δρᾷς οὔτε πρόσθεν S.OC 854, ἔδρα κακά S.OT 1272, δράσαντι δ' αἰσχρὰ δεινὰ τἀπιτίμια E.Hec.1086, θαυμαστὰ δρῶντες haciendo extravagancias Pl.Tht.151a, cf. Plt.296e, Vett.Val.16.14, op. πάσχειν: ἄξια δράσας, ἄξια πάσχων A.A.1527, ὁ μὲν γὰρ ἔδρασε δεινά, ἡ δὲ ἔπαθε Gorg.B 11.7, cf. S.Ph.584, E.Ep.4.23, γελοῖα δρῶσιν ἐν ταῖς πομπαῖς Plu.2.378d, cf. I.AI 16.99, de anim. (αἶγας) ἐν ἐργασίμοις χωρίοις δρώσας κακά cabras que causan destrozos en campos de labor Pl.Lg.639a;
d) c. dat. de pers. o anim. o c. giro prep. hacer a o para οἷον νῦν ἡμεῖς δρῶμεν τοῖς ποιμνίοισι (gobernarlos), Pl.Lg.713d
de donde servir αἶψα κεν εὖ δρώοιμι μετὰ σφίσιν ἅσσ' ἐθέλοιεν al punto haría bien junto a ellos lo que quisieran e.d. les serviré en cuanto quieran, Od.l.c., πᾶν δέ σοι δρῴημεν ἄν pero todo lo haríamos por ti E.l.c.
tb. hacer contra οἷ' ἔργα δράσας ὑμίν S.OT 1402;
e) dór., equiv. a át. πράττειν Arist.Po.1448b1.
2 c. ac. de pers.:
a) c. adv. tratar τὸν κακῶς με δρῶντα δεινοῖς ἀνταμείβεσθαι κακοῖς Archil.210.2, μὴ δρᾶ τοὺς τεθνηκότας κακῶς no maltrates a los muertos S.Ai.1154, cf. Plb.6.6.2, 36.8.5;
b) c. dos ac., int. y de pers., sent. neg. hacer mal, causar daño οἷ' ἔργ' ὁ παῖς μ' ἔδρασεν Ἀχιλλέως qué cosas me ha hecho el hijo de Aquiles S.Ph.940, πολλὰ κακὰ δρῶντα τοὺς ἄλλους causar desgracias a los demás Pl.Ep.352d, cf. R.338b, πολλὰ καὶ ἄτοπα ... ἀλλήλους ἔδρασαν D.C.17.2, cf. 18.6, 11, D.P.Au.1.16
sent. posit. hacer bien ὅσ' ἡμᾶς τἀγαθὰ δέδρακας cuánto bien nos has hecho Ar.Pax 1199, cf. CEG 890.4 (Atenas IV a.C.), Aesop.30
fig. c. suj. de cosa ὅπερ καὶ ἡ λίθος ἡ Ἡρακλεία δρᾷ τὸν σίδηρον lo que hace la piedra heraclea al hierro Luc.Im.1.
3 hacer, fabricar, crear Ῥεύδον ἔδρασε como firma en una vasija SEG 33.244 (Ática, arc.).
II intr. en v. med.-pas.
1 c. suj. de actividades hacerse, practicarse, ejercitarse τὸ δὲ δίκαιον καὶ καλόν Th.5.107, cf. Ar.Pax 1039, las artes, Pl.Plt.288c, cf. Ph.l.c., πολλὰ τῶν γαμικῶν Plu.2.667b, cf. Ant.13, Crass.10, τὰ δεδραμένα κακά E.HF 1160.
2 part. neutr. subst. τὸ δρώμενον la acción, la actuación, los actos μετὰ δὲ τοῦ δρωμένου ἔτι καὶ στῆναι ἐλπὶς ὀρθῶς Th.5.102, τὰ δεδραμένα E.Or.1318, Andr.808, Th.3.54, Ar.Ec.579, αἰσχυνόμενοι δέ τινες τοῖς δρωμένοις D.C.37.57.3, cf. X.Eph.4.5.6, Hld.7.21.1
en la danza τὰ δρώμενα posturas, pasos Lib.Or.64.117
milit. maniobras, evoluciones de caballería, Arr.Tact.36.4
gener. las acciones llevadas a cabo, los hechos, lo sucedido ἴσθι πᾶν τὸ δρώμενον aprende todo lo que ha sucedido S.El.40, cf. Critias B 25.21, τὸ δρασθέν lo ocurrido Th.3.38, Trag.Adesp.l.c., Parth.l.c., plu. τὰ ... περὶ τοὺς Ἑρμᾶς δρασθέντα los hechos acaecidos con los Hermes Th.6.53, τὰ δρώμενα los hechos S.OC 1644, Luc.Nigr.34, op. τὰ λεγόμενα D.C.98.1.
III abs.
1 gener. actuar, obrar
a) c. suj. de pers. δρήσας δ' οὐκ ἔδρησ' habiendo obrado, en realidad no obré Thgn.954, δράτω, κρατείτω τόνδε τὸν βραχὺν χρόνον ὅπως θέλει actúe, impere en este breve tiempo como quiera A.Pr.939, δρᾶσαι δὲ χειρὶ δυνατός capaz de obrar con sus manos E.Fr.389, cf. Rh.105, Fr.291, ὁ δρῶν el que actúa A.A.1359, Plb.31.13.12, cf. Prisc.Lyd.4.10
c. adv. εὖ δρᾶν hacer bien, obrar bien Democr.B 96, Thgn.108, εὖ δρῶσαν, εὖ πάσχουσαν A.Eu.868, cf. Pers.813, βούλομαι ... καλῶς δρῶν ἐξαμαρτεῖν μᾶλλον ἢ νικᾶν κακῶς prefiero fracasar obrando bien que vencer obrando mal S.Ph.95;
b) c. suj. de cosas y abstr. actuar medicamentos, principios, Hp.Mul.1.74, 78, 2.205, Plu.2.258c, τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν ... εἰς ἄλληλα δρῶντα καὶ πάσχοντα Chrysipp.Stoic.2.135, cf. Pl.Ti.33d, Phdr.270d, Aristid.Quint.68.3
fil. τὸ δρῶν el agente Pl.Ti.64e, τὸ δρῶν αἴτιον, τὸ πῦρ la causa eficiente, el fuego Ph.1.565.
2 jur. part. act. subst. el autor, el causante, el culpable ὁ δράσας Antipho 4.4.8, Pl.Lg.865e, 879a, Thphr.De elig.magistr.A 63, ὁ δεδρακώς S.OT 246, D.47.69, ὁ δρῶν Arist.Ath.57.4
gener. el autor material Aesop.178.11, ἡ δράσασα ψυχή el alma culpable Pl.Lg.873a, τὸ δρῶν la acción Plu.2.457a
op. ὁ παθών ‘la víctima’, D.21.43, 23.40, IG 9(2).513.3 (Larisa III a.C.)
prov. δράσαντι παθεῖν que sufra el culpable e.d. el que la hace la paga A.Ch.313, cf. Fr.456, Pl.Lg.872e, AP l.c.
3 tener fuerza, dominar Hsch., An.Boiss.1.412, cf. δραίνω 2.
IV usos esp.
1 representar, interpretar en cont. teatral o paród. ἐοικότα δὲ τῷ λόγῳ δρῶσιν ... αἱ Μεγαρέων γυναῖκες las mujeres megareas representan cosas similares a la leyenda Paus.1.43.2, δρᾶν τὰ τοῦ κήρυκος hacer el papel de heraldo Plu.Alc.19, c. ac. int. σὺ δὲ κατ' Ἀνταῖόν τί μοι μᾶλλον δοκεῖς τὸ δρᾶμα δρᾶν me parece que tú más bien representas el papel de Anteo Pl.Tht.169b
abs. actuar θεάματα ... ὅσα ἐν ποτῷ εὐφραίνονται Αἰνιᾶνες, οἱ μὲν δρῶντες, οἱ δὲ ὁρῶντες Max.Tyr.22.4.
2 cont. relig. cumplir, oficiar, celebrar sacrificios o rituales:
a) c. ac. δρōσι τὰ hιερά dud. en IG 13.4B.4 (V a.C.), cf. Orác. en SEG 40.956 (Heraclea I a./d.C.), τὰ ὄργια ... ἀπόρρητα Plu.Alc.34, cf. 2.418b, (θυσία) ἣν ὁ μὲν ἄρχων ἐπὶ τῆς κοινῆς ἑστίας δρᾷ Plu.2.693e, en v. pas. τὰς δὲ ταύτῃ (Ariadna) δρωμένας θυσίας Plu.Thes.20, cf. Philostr.VA 1.29
abs. ὁ δρῶν el oficiante S.OC 1604
sacrificar [τέλεον] IG 13.244C.11 (V a.C.), οἱ παλαιοὶ τὸ θύειν δρᾶν ὠνόμαζον Ath.660a, cf. Hsch.s.uu. δράσειν y δρᾶν, Eust.1661.48;
b) en v. med.-pas. c. suj. de fiestas y rituales celebrarse, cumplirse θυσία Paus.2.35.8, τὰ Πλυντήρια Plu.Alc.34, τὰ ἱερά Plu.2.81d, πομπὴ Ἡλίου τε καὶ Ὡρῶν Porph.Abst.2.7, θεραπεία Iambl.Myst.1.21, cf. D.H.1.80, Arr.Tact.33.4, Plu.Rom.21, 2.169d, 291a, en v. pas. Plu.Rom.27, Cam.33
part. subst. τὰ δρώμενα actos de culto, acciones rituales, ritos en Eleusis y otros lugares τὰ ἐν Ἐλευσῖνι δρώμενα Paus.2.14.1, τὰ δεικνύμενα καὶ δρώμενα περὶ τοὺς θεούς Plu.2.352c, τὰ δρώμενά τε καὶ λεγόμενα ὑπὸ τῶν ἱεροφαντῶν Gal.3.576, τὰ δημοσίᾳ δρώμενα ritos públicos Plu.Num.9, cf. Sopat.Rh.Tract.121.11, Aristid.Or.22.2, Paus.2.22.3, 3.20.5, 8.31.7, Hippol.Haer.5.9.10.
3 medic. operar, intervenir τὸ καθαρείως δρᾶν operar de forma higiénica Hp.Epid.6.4.7, cf. Off.3, Gal.l.c.
4 gram., abs. ser sujeto en part. subst. τὸ δεδρακὸς πρόσωπον A.D.Pron.24.20, τό τε δρῶν καὶ τὸ δρώμενον el sujeto y el objeto A.D.Pron.114.8.

• Etimología: De *dr-eH2-, rel. lituan. daraũ, darýti, let. darît ‘hacer’.

falso pres. creado sobre ὑπόδρα ver torvamente, mirar torvamente A.D.Adu.139.8, EM 287.3, 7G., An.Boiss.1.412, cf. 2 δρᾶσις, 2 δρατός, δέρκομαι.

Greek Monotonic

δράω: υποτ. δρῶ, δρᾷς, δρᾷ, ευκτ. δρῷμι, Επικ. δρώοιμι, παρατ. ἔδρων, μέλ. δράσω, αόρ. αʹ ἔδρᾱσα, Ιων. ἔδρησα, παρακ. δέδρᾱκα — Παθ. αόρ. αʹ ἐδράσθην, παρακ. δέδρᾱμαι· πράττω, κάνω, ενεργώ, ιδίως, πραγματοποιώ, κατορθώνω κάτι μεγάλο, καλό ή κακό, πρβλ. Λατ. facinus, σε Αττ.· συχνά, αντίθ. προς το πάσχω, ἄξια δράσας ἄξια πάσχων, σε Αισχύλ.· κακῶς δράσαντες οὐκ ἐλάσσονα πάσχουσι, στον ίδ.· παροιμ., «δράσαντι παθεῖν», εάν κάνεις κάτι περίμενε και τις συνέπειές του, στον ίδ.· πεπονθότα μᾶλλον ἢ δεδρακότα, πράξεις παθητικές περισσότερο παρά ενεργητικές, σε Σοφ.· ομοίως, τὸ δρῶν, εκτέλεση ενός πράγματος, στον ίδ.· εὖ ή κακῶς δρᾶν τινα, ευεργετώ ή βασανίζω κάποιον, σε Θέογν., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

δράω: (pf. pass. δέδραμαι - v. l. тж. δέδρασμαι) делать, действовать, поступать, совершать, исполнять (εὖ τι Hom.; τὸ ποιεῖν οἱ Πελοποννήσιοι δρᾶν, οἱ Ἀθηναῖοι πράττειν προσαγορεύουσιν Arst.; αἱ δρώμεναι θυσίαι Plut.): εὖ δ., εὖ πάσχειν Aesch. делать добро и видеть добро (от других); τὰ ἔργα μου πεπονθότ᾽ ἐστὶ μᾶλλον ἢ δεδρακότα Soph. я скорее невольная жертва своих дел, чем (их) виновник; ὁ δεδρακώς Soph. или ὁ δράσας Plat., Arst. виновник совершенного; παθὼν πρότερον ἢ δράσας Plut. погибнув прежде, чем успел выполнить (свое намерение): δ. τινά τι, τινί τι и τι εἴς τινα Soph. причинять кому-л. что-л.; τὰ δίκαια δ. Arst. поступать справедливо; τί δράσω; Soph. что мне делать?; οἶσθ᾽ ὃ δρᾶσον; Arph. знаешь (ли), что (тебе делать)?; τουτὶ τί δρᾷ τὸ ποτήριον; Arph. что означает эта чаша?; τὰ δρώμενα Soph. и τὰ δρασθέντα Thuc. деяния, дела; τὰ εὖ δεδραμένα (v. l. δεδρασμένα) Thuc. благодеяния, услуги.

Frisk Etymological English

2.
Grammatical information: v.
Meaning: to see (A.D. Adv. 139,8, EM 287,7)
Derivatives: δρᾶσις = βλέψις; οἱ δρατοί = ὀφθαλμοί
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: These forms were imagined by grammarians to explain ὑπόδρα.
Grammatical information: v.
Meaning: make, do (Od.; Att. prose πράττω, ποιέω).
Other forms: Aeol. 3. sg. δραῖσι, aor. δρᾶσαι etc.
Compounds: Compp. with ἀνα-, ἀντι-, ἐπι-, παρα-, συν-, ὑπο-.
Derivatives: δρᾶμα action, spectacle, drama (A.) with dimin. δραμάτιον (Plu.) and δραματικός dramatic (Arist.); with analog. σ (cf. δρηστήρ below) δρασμάτων πανουργημάτων H. and δρασματικός = δραστήριος (Cat. Cod. Astr.); lengthened form δραμοσύνη holy service (Attica IVa), beside δρησμοσύνη id. (h. Cer. 476) from *δρήσμων, cf. Chantr. Form. 174. - δρᾶσις action, strength (A. D.) with τὸ δράσιμον (A. Th. 554; s. Arbenz Die Adj. auf -ιμος 78). - with analog. σ (Schwyzer 531): δρηστήρ, f. δρήστειρα (Od.), δρήστης, δράστης, δράστας (Archil., Pi.) servant, -maid (s. Fraenkel Nom. ag. 1, 167f.) with δραστήριος active (A.), δραστηριότης (Eust.) and δραστηριώδης (Gal.), δραστικός active (Pl.), δρηστοσύνη obligingness (ο 321); denomin. δρηστεύω serve (with holy actions) (Lesbos). - Desider. δρασείω want to do (S.). - Beside δράω, after βαίνω, φαίνω etc. δραίνω want to do, can do (Κ 96, Herod.; Ionismus, Bechtel Lex., Chantraine Gramm. hom. 1, 343) with ὀλιγο-δρανέων who can do little (Il.; from ὀλίγα δραίνειν to ὀλιγηπελέων, cf. Schwyzer 724, Chantraine Gramm. hom. 1, 349; also Bechtel Lex. s. ὀλιγοδρανέω, diff. ), with ὀλιγοδρανία (A.), ὀλιγοδρανής (Ar.); innovation ἀδρανής (LXX, Arr.) with ἀδράνεια (Hdn.), ἀδρανίη (A.R.), ἀδρανέω not be active (Arat.), ἀδρανίζω id. (sch.); retrograde δράνος ἔργον, πρᾶξις, ὄργανον, ἄγαλμα, κατασκεύασμα, δύναμις H. (and NGr. δράνα tendril?, Bogiatzides Ἀρχ. Ἐφ. 27, 115ff.), δρανεῖς δραστικοί H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: If δραίνω is younger, the root was δρα- (cf. κρα-, τλα- etc.). Connection with Baltic, Lith. daraũ, darýti, Latv. darît do, make, build is quite uncertain (cf. Schwyzer 675). (On darýti Fraenkel Lit. et. Wb.: caus. of derù, derė́ti be useful further connecting Skt. dhár-ma-, dhāráyati hold fest etc. (?). - On δράω, δρᾶμα see Snell Philol. Suppl. 20 : 1 (1928) 1ff. and Philol. 85, 141ff. - The general idea do, make is a late abstraction, which is why expressions for it diverge very much. Cf. πράττω, ποιέω, ἔρδω.

Middle Liddell


to do, esp. to do some great thing, good or bad, cf. Lat. facinus, attic; often opp. to πάσχω, ἄξια δράσας ἄξια πάσχων Aesch.; κακῶς δράσαντες οὐκ ἐλάσσονα πάσχουσι Aesch.; proverb., "δράσαντι παθεῖν" doers must suffer, Aesch.; πεπονθότα μᾶλλον ἢ δεδρακότα things of suffering rather than of doing, Soph.; so, τὸ δρῶν the doing of a thing, Soph.:— εὖ or κακῶς δρᾶν τινα to do one a good or ill turn, Theogn., Soph.

Frisk Etymology German

δράω: {drá̄ō}
Forms: äol. 3. sg. δραῖσι, Aor. δρᾶσαι usw.
Grammar: v.
Meaning: machen, tun (seit Od.; att. Prosa πράττω, ποιέω).
Composita : Kompp. mit ἀνα-, ἀντι-, ἐπι-, παρα-, συν-, ὑπο-.
Derivative: Ableitungen: δρᾶμα Handlung, Schauspiel, Drama (A. usw.) mit dem Deminutivum δραμάτιον (Plu. u. a.) und δραματικός dramatisch (Arist. usw.); daneben mit analog. σ (vgl. δρηστήρ usw. unten) δρασμάτων· πανουργημάτων H. und δρασματικός = δραστήριος (Cat. Cod. Astr.); erweiterte Form δραμοσύνη heiliger Dienst (Attika IVa), daneben δρησμοσύνη ib. (h. Cer. 476) von *δρήσμων, vgl. Chantraine Formation 174, Porzig Satzinhalte 224. — δρᾶσις Handlung, Aktivum, Stärke (A. D., Luk.) mit τὸ δράσιμον (A. Th. 554; vgl. Arbenz Die Adj. auf -ιμος 78). — Mit analog. σ (Schwyzer 531): δρηστήρ, f. δρήστειρα (Od.), δρήστης, δράστης, δράστας (Archil., Pi. usw.) ‘Diener, -in’ (vgl. Fraenkel Nom. ag. 1, 167f.) mit δραστήριος wirksam (A., Th. usw.), δραστηριότης (Eust.) und δραστηριώδης (Gal.), δραστικός wirksam (Pl. usw.; auch direkt auf δράω bezüglich), δρηστοσύνη Dienstfertigkeit, Gewandtheit im Dienen (ο 321); denominatives Verb δρηστεύω ‘Diener (bei der heiligen Handlung) sein’ (Lesbos). — Desiderativum δρασείω tun wollen (S., E., Ar.). — Neben δράω, wahrscheinlich als Neubildung nach βαίνω, φαίνω usw. steht δραίνω tun wollen, tun können (Κ 96, Herod.; Ionismus, Bechtel Lex., Chantraine Gramm. hom. 1, 343) mit der Zusammenbildung ὀλιγοδρανέων wenig könnend, ohnmächtig (Il., späte Prosa; von ὀλίγα δραίνειν nach ὀλιγηπελέων u. a., vgl. Schwyzer 724, Chantraine Gramm. hom. 1, 349; auch Bechtel Lex. s. ὀλιγοδρανέω mit anderer Analyse), wovon ὀλιγοδρανία (A.), ὀλιγοδρανής (Ar., Luk.); späte Neubildungen ἀδρανής (LXX, Arr. usw.) mit ἀδράνεια (Hdn. u. a.), ἀδρανίη (A.R., Kall. u. a.), ἀδρανέω unwirksam, schwach sein (Arat., Opp. u. a.), ἀδρανίζω ib. (Sch.); daraus rückgebildet δράνος· ἔργον, πρᾶξις, ὄργανον, ἄγαλμα, κατασκεύασμα, δύναμις H. (wozu ngr. δράνα Weinranke?, Bogiatzides Ἀρχ. Ἐφ. 27, 115ff.), δρανεῖς· δραστικοί H.
Etymology : Wenn man von dem wahrscheinlich neugebildeten δραίνω nebst Ableitungen absieht, gehen sämtliche Formen dieses Verbs einschließlich der Nominalbildungen auf eine einsilbige langvokalische Wurzel δρα- (vgl. κρα-, τλα- usw.) zurück, von der seit alters eine zweisilbige Form im Baltischen, lit. daraũ, darýti, lett. darît tun, machen, bilden vermutet wird (vgl. Schwyzer 675 m. A. 7 m. Lit.). Anders über darýti Fraenkel Lit. et. Wb.: Kaus. von derù, derė́ti taugen, brauchbar sein (mit Mühlenbach-Endzelin s. darît) mit weiterem Anschluß an aind. dhár-ma- Satzung, Gesetz, dhāráyati festhalten usw. (?). — Über δράω, δρᾶμα handelt Snell Philol. Suppl. 20 : 1 (1928) 1ff. und Philol. 85, 141ff. — Der allgemeine Begriff tun, machen ist eine späte Abstraktion, die Ausdrücke dafür wechseln mithin stark von Sprache zu Sprache. Vgl. πράττω, ποιέω, ἔρδω.
Page 1,416-417