Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φρύγω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: φρῠγω Medium diacritics: φρύγω Low diacritics: φρύγω Capitals: ΦΡΥΓΩ
Transliteration A: phrýgō Transliteration B: phrygō Transliteration C: frygo Beta Code: fru/gw

English (LSJ)

[ῡ], Ar.Ec.221, etc. (in late writers also φρύττω, in Pass., Dsc.2.148 (v.l.), Sch.Od.9.388): fut. φρύξω (v. infr.), Dor.

   A -ξῶ Theoc.7.66: aor. ἔφρυξα Cratin.143.2 (hex.), Hp.Ulc.11, 12:—Pass., aor. ἐφρύχθην Hom.Epigr.14.4. Gal.6.289 (v.l.); ἐφρύγην [ῠ] Hp.Ulc.12, AP7.293 (Isid.Aeg.), Gal.6.289: pf. πέφρυγμαι Pherecr.159, Th.6.22, Hp.Acut. (Sp.) 47:—roast or parch, τραγήματα Ar.Ra.511, cf. Ec.221; φρύξας, ἑψήσας κἀπ' ἀνθρακιᾶς ὀπτησας Cratin. l.c.; φρύξαντες ἀπέψουσι Hdt.2.94; ἐρετμοῖσι φρύξουσι (Kuhn for φρίξουσι) they shall cook with the [wood of the] oars, Orac. ap. Hdt.8.96:—Pass., φρύγεται τραγήματα Ar.Ec.844; πεφρυγμένοι ἐρέβινθοι Pherecr. l.c.; πεφρ. κριθαί roasted barley, Th.6.22; κυμινον πεφρ. Sor.1.119.    2 of the sun, parch, Theoc.6.16, 12.9; of thirst, ἐφρύγη δίψευς ὕπο AP l.c. (The relation to Lat. frīgo 'roast', Skt. bhṛjjáti 'he roasts', bhṛṣṭá- 'roasted', is not clear.)

German (Pape)

[Seite 1311] auch φρύσσω, φρύττω, dörren, rösten, braten; zuerst Hom. ep. 14, 4; Orac. bei Her. 8, 96; kom. φρύγει τι δρᾶμα καινόν Teleclid. fr. inc. 2; πεφρυγμένας κριθάς Thuc. 6, 22; Folgde; auch vom Durste, ἐφρύγη δίψεος ὕπο Isidor. 4 (VII, 293); Ael. H. A. 17, 37.

Greek (Liddell-Scott)

φρύγω: [ῡ] παρὰ μεταγεν. ὡσαύτως φρύττω, Διοσκ. 2. 177, Σχολ. εἰς Ὀδ. Ι. 388· ἐν Θεοκρ. 12. 9 φρύγω (φέρεται ἤδη ἐκ διορθώσεως)· μέλλ. φρύξω ἴδε κατωτ., Δωρ. -ξῶ Θεόκρ. 7. 66· ― ἀόρ. ἔφρυξα Κρατῖνος ἐν «Ὀδυσσεῦσι» 5, Ἱππ. 874Η, 875Η ― Παθ. ἀόρ. ἐφρύχθην Ὁμηρ. Ἐπιγράμμ. 14. 4, Χρησμ. Σιβ. 8. 237, Γαλην.: ἐφρύγην [ῠ] Ἱππ. 876C, Ἀνθ. (ἴδε κατωτ. 2). ― Πρκμ. πέφρυγμαι. (Ἐκ τῆς √ΦΡΥΓ παράγονται ὡσαύτως αἱ λέξεις φρύγανον, φρύγετρον, φρυγεύς, φρυκτός· πρβλ. Σανσκρ. bhοrǵ, bhr.ig-am?, Λατ. frîg-o). Ξηροψήνω, τουρκ. «καβουρδίζω», Ἀριστοφ. Βάτρ. 511, Ἐκκλ. 221· φρύξας, ἑψήσας κἀπ’ ἀνθρακιᾶς ὀπτήσας Κρατῖν. ἔνθ’ ἀνωτ.· φρύξαντες ἕψουσι Ἡρόδ. 2. 94· ἐρετμοῖσι φρύξουσι, θὰ μαγειρεύσουν μὲ τὰ ξύλα τῶν κωπῶν (κατὰ τὴν διόρθωσιν τοῦ Kühn ἀντὶ φρίξουσι) Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 8. 96· μεταφορ., ὃς (ἐξυπακ. Μνησίλοχος) φρύγει τι δρᾶμα καινὸν Εὐριπίδῃ, καὶ Σωκράτης τὰ φρύγαν’ ὑποτίθησι Τηλεκλείδης ἐν Ἀδήλ. 2, πρβλ. Dind. ἐν Ἀριστοφ. Ἀποσπ. σ. 512· ― Παθ., φρύγεται τραγήματα Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 844· πεφρυγμένοι ἐρέβινθοι Φερεκρ. ἐν Ἀδήλ. 2· πεφρ. κριθαί, «καβουρδισμένον κριθάρι», Θουκ. 6. 22. 2) ἐπὶ τοῦ ἡλίου, καταξηραίνω, ὡς παρὰ Λατ. τὸ tοrrere, Θεόκρ. 6. 16., 12. 9· καὶ ἐπὶ δίψης, ἐφρύγη δίψευς ὕπο Ἀνθ. Παλατ. 7. 293.

French (Bailly abrégé)

f. φρύξω, ao. ἔφρυξα, pf. inus.
Pass. ao. ἐφρύχθην, ao.2 ἐφρύγην, pf. πέφρυγμαι;
faire griller, faire rôtir, brûler ; Pass. être grillé, rôti.
Étymologie: R. Φρυγ, griller, cf. lat. frigo.

Spanish

asar, abrasar

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και φρύττω ΜΑ, και φρύσσω Α
φρυγανίζω, ξεροψήνω, καβουρντίζω (α. «φρυγμένα σύκα» β. «φρυγέντα καρπόν», Γεωπ.
γ. «φρυγομένων ἐρεβίνθων», Γαλ.)
αρχ.
1. (για τον ήλιο) ξηραίνω με την θερμότητά μου («σκιερὴν δ' ὑπὸ φηγὸν ἡελίου φρύγοντος ὁδοιπόρος ἔδραμον ὥς τις», Θεόκρ.)
2. παθ. φρύγομαι
ξηραίνομαι από τη δίψα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. φρύγω, κατά την επικρατέστερη άποψη, ανάγεται στην ΙΕ ρίζα bher- «ψήνω, βράζω» και έχει σχηματιστεί από τη μηδενισμένη βαθμίδα bhr- με επέκταση της ρίζας με το φωνήεν -- / -- (πρβλ. φρῡγω, ἐφρῠγην) και το ουρανικό -g-
Με τον ίδιο τρόπο, αλλά επεκτεταμένοι με διαφορετικά φωνήεντα, έχουν σχηματιστεί οι τ.: λατ. fr-i-go «ψήνω, τηγανίζω» και αρχ. ινδ. bhrjjat i «ψήνει»].

Greek Monotonic

φρύγω: [ῠ], μέλ. φρύξω, Δωρ. -ξῶ, αόρ. αʹ ἔφρυξα· Παθ., αόρ. αʹ ἐφρύχθην, αόρ. βʹ ἐφρύγην [ῡ], παρακ. πέφρυγμαι·
1. ξεροψήνω ή τηγανίζω, σε Αριστοφ.· ἐρετμοῖσι φρύξουσι, θα μαγειρέψουν με τα ξύλα των κουπιών, σε Χρησμ. παρ' Ηροδ. — Παθ., πεφρυγμέναι κριθαί, καβουρδισμένο κριθάρι, σε Θουκ.
2. λέγεται για τον ήλιο, τσουρουφλίζω, Λατ. torrere, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

φρύγω: (ῡ) (fut. φρύξω - дор. φρυξῶ; pass.: aor. 1 ἐφρύχθην, aor. 2 ἐφρύγην с ῠ, pf. πέφρυγμαι)
1) жарить, поджаривать или сушить (καρπόν Her.; τραγήματα Arph.): πεφρυγμέναι κριθαί Thuc. жареный ячмень;
2) накаливать, подогревать (sc. κοτύλους καὶ κάναστρα Hom.);
3) жечь, печь, палить зноем (τὸ θέρος φρύγει Theocr.): φρυγῆναι δίψευς (дор. = δίψεος) ὕπο Anth. быть истомленным жаждой.

Middle Liddell


1. to roast or fry, Ar.; ἐρετμοῖσι φρύξουσι they shall cook with the wood of] the oars, Orac. ap. Hdt.:—Pass., πεφρυγμέναι κριθαί roasted barley, Thuc.
2. of the sun, to parch, Lat. torrere, Theocr.

Frisk Etymology German

φρύγω: (υ),
{phrúgō}
Forms: sp. auch φρύσσω, -ττω, Aor. φρῦξαι, Pass. φρυχθῆναι, φρυγῆναι, Fut. φρύξω, Perf. Med. πέφρυγμαι,
Grammar: v.
Meaning: ‘rösten, dörren. braten’ (ion. att.).
Composita : auch m. κατα-, περι- u.a.,
Derivative: Mehrere Ableitungen. 1. φρύγανον, meist pl. -ανα n. kleines trockenes Holz, dürre Reiser, Reisig, Brennstoff (ion. att.) mit Demin. -άνιον (Dsk.) und -ανίς (Eust.); -ανίτης (κάλαμος) zum Brennstoff geeignet (Pap. IIIa), -ανῖτις (ὕλη) ib. (Hld.; Redard 111); -ανικός von dürrem Reisig (Thphr. u.a.), -ανώδης zum Reisig gehörig, reisigartig (Thphr., Dsk.); -ανίζω ’φ. sammeln’ (Poll.) mit -ανισμός m. ‘das Sammeln von φ.’ (Th.), -ανιστής m. (sp.), -ανίστρια f. (Ar.) ‘Reisigsammler(in)’. — 2. φρύγετρον n. ‘Gefäß od. Gerät zum Rösten’ (Lex Solon. ap. Poll., H.). 3. -εύς m. ib., auch Röster (Theopomp. Kom., Poll.), eher direkt von φρύγω als mit Boßhardt 48 von *φρυγή; dazu -εύω = φρύγω (Poll.). 4. -ία· ἡ φρύγουσα, -ιος· ξηρος H., -ιον n. Reisig, Brennholz (LXX), Platz zum Rösten (EM). 5. -μόν· καῦσιν H. 6. -ίνδα παίζειν mit gerösteten Bohnen spielen (Poll., H.). 7. φρῦξις f. das Rösten, Verdorrtheit (sp.). 8. φρυκτός geröstet (Sor.), als Subst. m. (vgl. σκηπτός, στρεπτός u.a.) Feuerbrand, Fackel, Feuersignal (A., Th. u.a.) mit φρυκτωρός m. Wächter der Feuersignale mit -ωρία, -ωρέω (A., Th., E., Ar. u.a.), -ώριον n. der Posten des Feuerwächters, Signalstation (Arist., Plu., Hdn.); φρυκτός (sc. κύαμος) m. geröstete Bohne als Los verwendet (Plu.), ‘zur Abstimmung (statt ψῆφος) gebraucht’ (Poll., EM, Suid.); φρυκτοί m. pl. kleine Bratfische (Kom. IVa), φρυκτά· ξηρὰ ἰχθύδια εὐτελῆ H.; Gegensatz ἑψητοί Kochfische, s. Strömberg Fischn. 89.
Etymology : Ohne genaue außergriech. Entsprechung. Gegenüber φρύγω stehen mit abweichendem Vokalismus die gleichbedeutenden lat. frīgō, -ere und aind. bhr̥jjáti. Obwohl offenbar miteinander zusammenhängend, lassen sich diese Verba auf keine gemeinsame idg. Grundform zurückführen. Mit dem Universalmittel der Wurzelerweiterung bhr-ū-g-, bhr-i-g-, bhr̥-g- (WP. 2, 165 f., Pok. 137 mit Persson Beitr. 2, 860 m. A. 2) läßt sich keine befriedigende Lösung erreichen; es wäre tatsächlich ein Wunder, wenn an eine Wurzel bher- rösten, backen, kochen nach eventueller Hinzufügung wechselnder Vokale gerade dasselbe gutturale Element angetreten wäre. Weit glaubhafter ist, daß dasselbe Grundwort seinem expressiven Charakter gemäß unter dem Emfluß verschiedener formaler und begrifflicher Assoziationen im Laufe der Jahrhunderte oder Jahrtausende umgeformt wurde; vgl. v. d. Osten-Sacken IF 28, 150 ff., wo mit schallnachahmenden Faktoren gerechnet wird, und Ernout-Meillet s.v. — Weitere Formen m. reicher Lit. bei W.-Hofmann und Mayrhofer s.vv.
Page 2,1046-1047