Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χηλός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: χηλός Medium diacritics: χηλός Low diacritics: χηλός Capitals: ΧΗΛΟΣ
Transliteration A: chēlós Transliteration B: chēlos Transliteration C: chilos Beta Code: xhlo/s

English (LSJ)

ἡ,

   A large chest, coffer, χηλοῦ δ' ἀπὸ πῶμ' ἀνέῳγε καλῆς δαιδαλέης Il.16.221; ἐϋξέστῃ ἐνὶ χηλῷ Od.13.10, etc.; κενεᾶς ἐν πυθμένι χηλοῦ Theoc.16.10.    II coffin, IG12(8).600.6 (Thasos).

German (Pape)

[Seite 1352] ἡ, Kiste, Kasten, Schrank, Kleider und anderes Geräth aufzubewahren; oft bei Hom.: χηλοῦ δ' ἀπὸ πῶμ' ἀνέῳγεν καλῆς, δαιδαλέης Il. 16, 221; ἐκ χηλοῖο λαβών 228; δέπας δ' ἀπέθηκ' ἐνὶ χηλῷ 254; εἵματα μὲν ἐϋξέστῃ ἐνὶ χηλῷ κεῖται καὶ χρυσὸς πολυδαίδαλος Od. 13, 10, u. sonst; gew. durch κιβωτός erklärt, wie Schol. Lycophr. 239.

Greek (Liddell-Scott)

χηλός: -οῦ, ἡ, μέγα κιβώτιον, χηλοῦ δ’ ἄπο πῶμ’ ἀνέῳγεν καλῆς, δαιδαλέης Ἰλ. Π. 221· ἐϋξέστῃ ἐνὶ χηλῷ Ὀδ. Μ. 10, κτλ.· κενεᾶς ἐπὶ πυθμένι χηλῶ Θεόκρ. 16.10.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ἡ) :
coffre pour serrer les vêtements, les objets précieux, etc.
Étymologie: R. Χα, s’ouvrir, être ouvert ; v. χαίνω.

English (Autenrieth)

(χαίνω): chest, coffer.

Greek Monolingual

ὁ, Α
1. μεγάλο ξύλινο κιβώτιο, σεντούκι για φύλαξη ενδυμάτων και σκευών, συνήθως διακοσμημένο (α. «χηλοῡ δ' ἄπο πῶμ' ἀνέῳγεν καλῆς, δαιδαλέης», Ομ. Ιλ.
β. «χηλοῡ... καλεῑται δὲ παρὰ μὲν Λάκωσι κιβωτός, παρὰ δὲ Ἀττικοῑς λάρναξ», Σχόλ. Ιλ.)
2. φέρετρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαϊκός τ. άγνωστης ετυμολ. Οι συνδέσεις της λ. τόσο με τον τ. χηλή όσο και με τα ρ. χαίνω, χάσκω (πρβλ. χή-μη) παραμένουν ανεπιβεβαίωτες].

Greek Monotonic

χηλός: -οῦ, ἡ, μεγάλο κιβώτιο ή χρηματοκιβώτιο, σε Όμηρ., Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

χηλός: ὁ сундук, ларь Hom., Theocr.

Middle Liddell

χηλός, οῦ,
a large chest or coffer, Hom., Theocr.

Frisk Etymology German

χηλός: {khēlós}
Grammar: f. (zum Genus Schw.-Debrunner 34 A. 2)
Meaning: Kiste, Lade, Truhe (P, Od., Theok., Epigr. Thasos).
Derivative: Davon viell. χήλινον (ἄγγος) kistenähnliches Gefäß (Anakr. 37); oder zu χηλή (s.d.)?
Etymology : Wenn mit A. D. "ἀπὸ τῆς διαστάσεως τῆς κατὰ τὴν ἄνοιξιν γενομένης", mit χήμη (s.d.) zu χάσκω.
Page 2,1094