Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαίνω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: χαίνω Medium diacritics: χαίνω Low diacritics: χαίνω Capitals: ΧΑΙΝΩ
Transliteration A: chaínō Transliteration B: chainō Transliteration C: chaino Beta Code: xai/nw

English (LSJ)

   A v. χάσκω.

German (Pape)

[Seite 1324] im praes. selten, u. erst bei Sp. (vgl. χάσκω), fut. χανοῦμαι, u. nach Buttm. Aenderung in H. h. Ven. 252 χήσομαι, s. Lexil. II p. 119; aor. ἔχανον, perf. κέχηνα (nach Apoll. Dysc. auch κέχαγκα), mit Präsensbdtg, – gähnen, klaffen, sich aus einander thun, platzen, bersten, τότε μοι χάνοι εὐρεῖα χθών, dann thue sich die Erde auf, mich zu verschlingen, Il. 4, 182. 8, 150, vgl. 17, 417. – Bes. den Mund aufthun, aufsperren, von Menschen u. Thieren, αἷμα ἀνὰ στόμα καὶ κατὰ ῥῖνας πρῆσε χανών 16, 350; vom Löwen, ἐάλη τε χανών, 20, 168; νεοσσῶν κεχηνότων Anacr. 25, 12. Dah. χαίνειν πρός τι, den Mund wogegen, wonach öffnen, um es herunterzuschlucken, πρὸς κῦμα Od. 12, 350; u. eben so = mit offenem Munde Etwas zu verschlingen suchen, übh. heftige Begier wonach haben, schnappen, haschen, od. trachten wonach, Ar. Nub. 983; κέχηνα πρὸς τὸ τέλος τῆς ἀκροάσεως Luc. Icarom. 3; πρὸς τὸ ἀργύριον Pisc. 34; τὸ κεχηνός, die Oeffnung, Tim. 18; auch εἴς τι, Ar. u. A.; u. περί τι, Jac. Ach. Tat. p. 847. – Auch χαίνειν πρός τινα, den Mund gegen Jem. aufsperren, aus Bewunderung od. Aufmerksamkeit, Ar. Equ. 649. 801; u. πρός τι, Etwas anstaunen, Luc. Alex. 9. – Dah. auch Ausdruck müssiger Trägheit, gaffen, Maulaffen feil haben, οἱ κεχηνότες, die Maulaffen, Ar. Ran. 988; ἄνω κεχηνὼς ἢ κάτω συμ μεμυκώς Plat. Rep. VII, 529 b. – Seltner = den Mund zum Sprechen öffnen, H. h. Cer. 469, nach Ilgens Em.; u. c. acc., δεινὰ ῥήματα κατά τινος χανεῖν, Schmeichelreden mit weit geöffnetem Munde gegen Jem. ausstoßen, Soph. Ai. 1206; so ὀϊζυρόν τι χανεῖν Callim. Apoll. 24.

Greek (Liddell-Scott)

χαίνω: ἴδε ἐν λ. χάσκω.

French (Bailly abrégé)

f. inus., ao.2 ἔχανον, pf.2 κέχηνα au sens d’un prés.
I. s’ouvrir, s’entrouvrir : τότε μοι χάνοι εὐρεῖα χθών IL alors que la terre s’entrouvre pour moi, càd pour m’engloutir ; τὸ κεχηνός LUC l’ouverture béante;
II. 1 en parl. d’hommes ou d’animaux ouvrir la bouche, la gueule ou le bec ; fig. rester bouche béante par l’effet de l’étonnement ou de l’attente, ou par désœuvrement (cf. franç. bayer aux corneilles) ; οἱ κεχηνότες AR les badauds ; χ. τὸ στόμα τινι ou πρός τι, ouvrir la bouche pour avaler ou saisir qch ; fig. demeurer bouche béante, càd stupéfait ou en admiration : πρός τι, devant qch, πρός τινα, κατά τινος, devant qqn;
2 ouvrir la bouche pour parler, parler : δεινά ῥήματα κατά τινος SOPH prononcer de terribles paroles contre qqn.
Étymologie: R. Χα, être béant, d’où par allong. R. Χαν ; cf. χάσκω, lat. hiare.

English (Autenrieth)

or χάσκω (root χα, cf. hisco), aor. 2 opt. χάνοι, part. χανών, perf. part. κεχηνότα: gape, yawn; ‘may the earth engulf me,’ Il. 4.182, etc.; perf. part., ‘with open mouth,’ aor., πρὸς κῦμα χανών, ‘opening my mouth’ to the wave, i. e. swallowing the water, Od. 12.350.

Greek Monolingual

ΝΜΑ
1. έχω ή σχηματίζω χάσμα (α. «το βάραθρο έχαινε μπροστά τους» β. «τότε μοι χάνοι εὐρεῑα χθών», Ομ. Ιλ.)
2. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.) κεχηνώς, -υία, -ός και κεχηνώς, -υῑα, -ός
(λόγιος τ.) αυτός που χάσκει, ιδίως από έκπληξη, κατάπληκτος (α. «τον κοίταζε κεχηνώς» β. «οὗτος δὲ κεχηνὼς βρωμησάμενος τοῦ σοῦ δίνου μέγα καὶ στράτιον κατέπαρδεν», Αριστοφ.)
3. φρ. «χαίνουσα πληγή» — ανοιχτή πληγή, τραύμα που δεν έχει κλείσει
νεοελλ.
φρ. «χαίνουσα πληγή»
μτφ. δυσάρεστη κατάσταση ή σύμπτωμα που δεν παρουσιάζει βελτίωση («οι χαίνουσες πληγές της οικονομίας»)
μσν.
1. (για καρπό) ανοίγω, σκάζω
2. (για λέξεις) παρουσιάζω χασμωδία
μσν.-αρχ.
1. χάσκω, μένω με ανοιχτό το στόμα, χασμουριέμαι («ὅτε δὴ 'κεχήνη προσδοκῶν τὸν Αἰσχύλον», Αριστοφ.)
2. μτφ. ανοίγω πολύ το στόμα, ξεστομίζω φράσεις απρόσεκτα και με θράσος
αρχ.
1. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.) χάχας, χαζός
2. παροιμ. «λύκος ἔχανεν» — μάταιες προσδοκίες, φρούδες ελπίδες (Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. χάσκω).

Greek Monotonic

χαίνω: βλ. χάσκω.

Russian (Dvoretsky)

χαίνω: (aor. 2 ἔχᾱνον, pf. 2 κέχηνα)
1) раскрываться, разверзаться (ὥς κέ οἱ γαῖα χάνοι! Hom.): τὸ κεχηνὸς τοῦ πίθου Luc. зияющее отверстие бочки; τὸ κεχηνὸς τοῦ ῥυθμοῦ Luc. пробел в стихотворном размере;
2) разевать рот или пасть Hom.: ὅτε δὴ κεχήνη προσδοκῶν τὸν Αἰσχύλον Arph. когда я с разинутым ртом ждал (представления) Эсхила; νεοσσοὶ κεχηνότες πρός τι Plut. птенцы, протягивающие разинутые клювы к чему-л.;
3) изрыгать, произносить (δεινὰ ῥήματα Soph.).

Frisk Etymology German

χαίνω: {khaínō}
See also: s. χάσκω.
Page 2,1061