Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀόριστος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἀόριστος Medium diacritics: ἀόριστος Low diacritics: αόριστος Capitals: ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Transliteration A: aóristos Transliteration B: aoristos Transliteration C: aoristos Beta Code: a)o/ristos

English (LSJ)

ον,

   A without boundaries, debatable, γῆ Th.1.139.    2 limitless, ὀρέξεις, φόβοι, ἐπιθυμίαι, Epicur.Fr.202,203.    II indeterminate, Pl.Lg.643d, Arist.Metaph. 1087a17, al.; οὐδὲν ἀνεξέταστον οὐδ' ἀ. D.4.36; ἄτακτα, ἀδιόρθωτα, ἀόρισθ' ἅπαντα ibid.; ἀ. ἀξιώματα indefinite propositions, Chrysipp.Stoic.2.5,al.; ἀ. καὶ κρίσεως προσδεόμενον, opp. ὡρισμένον, Epicur. Nat.p.31 G.; ἀ. [ἄρχων] one who holds office without limit of time, Arist.Pol.1275a26; uncertain, ζωῆς τελευτή AP9.499: Comp. πρόληψις Phld.Rh.2.189S., cf. Plot.3.9.2. Adv. -τως Pl.Lg.916e, Arist. Cat.8b9,al.    2 ἀ. ὄνομα or ῥῆμα an indefinite term, as οὐκ-ἄνθρωπος Id.Int.16a32, 16b14; of pronouns, A.D.Pron.7.1, al.    3 ὁ ἀ. (sc. χρόνος) the aorist tense, D.T.638.24, A.D.Synt.276.5,al.

German (Pape)

[Seite 272] unbegränzt, unbestimmt, nach Arist. Eth. Nic. 10, 3, 2 ὅ, τι ἐνδέχεται τὸ μᾶλλον καὶ τὸ ἧττον. Von einem Lande, γῆ Thuc. 1, 139; ἀόριστον ἐᾶν Plat. Legg. I, 643 d; ἀτάκτως καὶ ἀορίστως ἐᾶν XI, 916 d, wie Dem. ἄτακτα, ἀόριστα, ἀδιόρθωτα πάντα vrbdt, 4, 36; ἀόριστα καὶ ἀσαφῆ λέγειν Aesch. 3, 99.

Greek (Liddell-Scott)

ἀόριστος: -ον, ὁ ἄνευ ὅρίων, γῆ Θουκ. 1. 139. ΙΙ. ὁ μὴ ὡρισμένος, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ ὁρισθῇ, ἀόριστος, ἄδηλος. Πλάτ. Νόμ. 916D, συχνάκις παρ’ Ἀριστ. συνάπτεται ταῖς λέξ. ἀνεξέταστος, ἄτακτος, ἀδιόρθωτος, Δημ. 50. 16, 18· ἀόρ. ἄρχων, ὁ ἔχων τὸ ἀξίωμα ἐπ’ ἀόριστον χρόνον, Ἀριστ. Πολ. 3. 1, 6: ἀβέβαιος, ζωῆς τελευτὴ Ἀνθ. Π. 9. 499: ― Ἐπίρρ. -τως Πλάτ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀριστ. 2) ἀόρ. ὄνομα, τὸ μὴ ὡρισμένον, οἷον οὐκ ἄνθρωπος, τὸ γὰρ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνομα μὲν οὐ λέγω, ἀλλ’ ἀόριστον ὄνομα ὁ αὐτ. π. Ἑρμην. 10.1. 3) ὁ ἀόρ. (ἐνν. χρόνος) Γραμμ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 non limité;
2 indéfini, indéterminé ; t. de gramm.ἀόριστος (χρόνος) l’aoriste.
Étymologie: ἀ, ὁρίζω.

Spanish (DGE)

-ον
I 1en que no se han trazado fronteras o límites γῆ Th.1.139
indefinido μὴ ... ὃ λέγομεν εἶναι παιδείαν ἀόριστον γένηται Pl.Lg.643d, τὸ ἀ. πρὶν ὁρισθῆναι Arist.Metaph.989b18, δύναμις Arist.Metaph.1087a17
no precisado o previsto οὐδὲν ἀνεξέταστον οὐδ' ἀόριστον D.4.36, ἀ. καὶ κρίσεως προσδεόμενα Epicur.Fr.[34] 20.5, φύσις Simp.in Ph.154.20 (= Anaximandr.A 9a), μήτι γὰρ καὶ διὰ τοῦτο δύναται ἀόριστος ἡ δυὰς κεκλῆσθαι Theol.Arith.7, 11
que no ha llegado a su término del movimiento, Pythag.B 32
de ahí infinito del poder de Dios θεότητος ἀρχὴν ... ἀχώριστον καὶ ἀ. Gr.Naz.M.35.1160C.
2 lóg. indefinido ἀξιώματα Chrysipp.Stoic.2.5, gram. del subst. ὄνομα y del verb. ῥῆμα Arist.Int.16a32, 16b14, cf. PHeid.Siegmann 198.1.9 (II/III d.C.), de los pronombres, A.D.Pron.7.1, del tiempo verbal ὁ ἀ. (χρόνος) el aoristo (que designa una acción sin consideración de su duración), D.T.638.24, A.D.Synt.276.5, Macr.Exc.615.8, PMasp.350a.3, πρόληψις Phld.Rh.2.189.
3 que es por tiempo ilimitado de algunas magistraturas, Arist.Pol.1275a26, del uso de los bienes, Luc.Nigr.26.
4 vago, ambiguo ἀόριστα καὶ ἀσαφῆ πειρῶνται λέγειν Aeschin.3.99.
II 1no susceptible de ser limitado o contenido ὀρέξεις, φόβοι, ἐπιθυμίαι Epicur.Fr.[198], [216], cf. D.C.40.38
en política absoluto (τῶν μοναρχίων) ἡ δ' ἀόριστος τυραννίς Arist.Rh.1366a2.
2 indefinible subst. ἐπιστήμη ... τῶν ... ἀορίστων οὐκ ἔστι Arist.APr.32b19.
3 indeterminable, imposible de ser sometido a cálculo ἀόριστον (τὸ ἀπὸ τύχης γινόμενον) Arist.APr.32b10, ζωῆς ἀόριστος ... τελευτή AP 9.499.
III adv. -ως de forma indeterminada, confusamente ἀ. ἔχει ἡ διάνοια Arist.Cael.280b3, cf. Pl.Lg.916e, Arist.Cat.8b9.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀόριστος, -ον)
ακαθόριστος, απροσδιόριστος, ασαφής, αβέβαιος
νεοελλ.
φρ. «επ' αόριστον» — για χρονικό διάστημα χωρίς καθορισμένο τέλος
αρχ.
1. ο χωρίς καθορισμένα όρια
2. απεριόριστος, χωρίς όρια
3. φρ. αόριστος (ἄρχων)
αυτός που κατέχει κάποιο αξίωμα χωρίς καθορισμένο χρονικό όριο.

Greek Monotonic

ἀόριστος: (ὁρίζω
I. αυτός που δεν έχει όρια, σύνορα, σε Θουκ.
II. αυτός που δεν έχει καθοριστεί, απροσδιόριστος, συγκεχυμένος, σε Δημ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀόριστος:
I
1) не имеющий (точных) границ, неотмежеванный (γῆ Thuc.);
2) неопределенный Plat., Arst., Aeschin., Dem., Plut., Sext., Anth.;
3) бессрочный (ἄρχων Arst.).
II ὁ грам. (sc. χρόνος) аорист.

Middle Liddell

ὁρίζω
I. without boundaries, Thuc.
II. undefined, indefinite, Dem., etc.