Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡλιακός

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἡλιᾰκός Medium diacritics: ἡλιακός Low diacritics: ηλιακός Capitals: ΗΛΙΑΚΟΣ
Transliteration A: hēliakós Transliteration B: hēliakos Transliteration C: iliakos Beta Code: h(liako/s

English (LSJ)

Dor. ἁλιᾰκός, ή, όν

   A of the sun, solar, Zeno Stoic.1.34; φάντασμα, εἴδωλον, Demetr.Lac.Herc.1013.17; κύκλος ἡ the sun's orbit, the ecliptic (v. ἐκλειπτικός), D.S.1.98; ἡ. (sc. κύκλος), ὁ, Cleom. 1.4, etc.; φῶς ἡ. Ph.2.254, al.; ἔκλειψις ἡ. D.L.1.23; ἐνιαυτός Gem. 8.47, Placit.2.32.3; ἔτος, στέφανος ἁ., at Rhodes, Com.Adesp.336.4,6; κάνθαρος ἡ. dung-beetle (v. ἡλιοκάνθαρος), PMag.Par.1.751; τροχίσκος ἡ. (magical remedy), Nech. ap. Harp.Astr. in Cat.Cod.Astr.8(3).135; ἡλιακή (sc. περίοδος), ἡ, solar year, Plu.Caes.59. Adv. -κῶς Procl.in Prm.p.631S.

German (Pape)

[Seite 1160] 1) zur Sonne gehörig, die Sonne betreffend, ἐνιαυτός, Sonnenjahr, κύκλος, D. Sic. 1, 98, wie ἡ ἡλιακή, sc. περίοδος, Sonnenumlauf, plut. Caes. 59; ἐκλείψεις D. L. 1, 23, Sonnenfinsterniß; Sp.; τὸ ἡλιακόν, ein sonniger Ort, vgl. Mein. com. II p. 747. – 21 die Heliaia, den Gerichtshof betreffend; ἀναβὰς εἰς τὴν ἡλιακὴν τὴν τῶν θεσμοθετῶν Antiph. 6, 21, wo Taylor τὴν ἡλιαίαν vermuthet; wahrscheinlich ist στοάν oder besser σύνοδον zu ergänzen, die Versammlung der Thesmotheten.

Greek (Liddell-Scott)

ἡλιᾰκός: Δωρ. ἁλιακός, ή, όν, ἀνήκων εἰς τὸν ἥλιον, κύκλος ἡλ. ὁ κύκλος τοῦ ἡλίου, ἡ ἐκλειπτικὴ (ἴδε ἐκλειπτικός), Διόδ. 1. 98∙ ἡλ. (ἐξυπακ. κύκλος), ὁ Κλεομήδ. 1. 4. κτλ.∙ ἔκλειψις ἡλ. Διογ. Λ. 1. 23∙ ἔτος, στέφανος ἀλ., ἐν Ρόδῳ, Meineke Κωμ. Ἀποσπ. 2. 747., 5. 52. - Ἐπίρρ. ἡλιακῶς, Πρόκλ. εἰς Παρμεν. 631.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui concerne le soleil, solaire : ἡ ἡλιακή (περίοδος) révolution du soleil.
Étymologie: ἥλιος.

Spanish

del sol, solar, dorado como el sol

Greek Monolingual

και λιακός, -ή, -ό (AM ἡλιακός, -ή, -όν, Α δωρ. τ. ἁλιακός, -ή, -όν) ήλιος
αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στον ήλιο ή προέρχεται από τον ήλιο (α. «ηλιακό φως» β. «ηλιακές ακτίνες»)
νεοελλ.
1. (το αρσ. και το ουδ. ως ουσ.) ο λιακός ή το λιακό
ο τόπος όπου λιάζουν τα σύκα ή άλλα προϊόντα, δώμα, λιακωτό, ταράτσα
2. (φρ. α) «ηλιακό έτος» — το αστρικό έτος
β) «ηλιακό σύστημα» — το σύνολο τών πλανητών και τών δορυφόρων τους που στρέφονται γύρω από τον ήλιο και τον ακολουθούν στην τροχιά του
γ) «ηλιακός κύκλος» — χρονική περίοδος έντεκα ετών, που οριοθετείται μεταξύ δύο διαδοχικών εποχών κατά τις οποίες παρατηρείται ο ελάχιστος αριθμός ηλιακών κηλίδων
δ) «ηλιακό ρολόγι» — ειδική διάταξη που δείχνει τις ώρες τις ημέρας με την πρόσπτωση της σκιάς ενός γνώμονα πάνω σε γραμμές, καθεμιά από τις οποίες αντιστοιχεί σε ορισμένη ώρα
ε) «ηλιακός χρόνος» — χρόνος που μετράται με βάση την κίνηση περιφοράς της γης γύρω από τον ήλιο
στ) «ηλιακό ημερολόγιο» — σύστημα χρονολόγησης, που βασίζεται στο έτος τών τεσσάρων εποχών
1) «ηλιακές κηλίδες» — στρόβιλοι αερίων στην επιφάνεια του ήλιου, οι οποίοι συνδέονται με μια έντονη τοπική μαγνητική δραστηριότητα
η) «ηλιακή ακτινοβολία» — ηλεκτρομαγνητική ενέργεια που εκπέμπεται από τον ήλιο
θ) «ηλιακός συσσωρευτής» ή «ηλιοσυσσωρευτής» — διάταξη που μετατρέπει την ηλιακή φωτεινή ενέργεια σε ηλεκτρικό ρεύμα μικρής ισχύος
(νεοελλ.- μσν.)
1. προσήλιος, προσηλιακός, ευήλιος, αυτός που τον βλέπει ο ήλιος («ηλιακό δωμάτιο», τόπος κ.λπ.)
2. (το αρσ. ή το ουδ. ως ουσ.) ο ηλιακός, το ηλιακό(ν)
εξώστης, λιακωτό, μπαλκόνι που εκτίθεται στον ήλιο, χαγιάτι
αρχ.
1. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἡλιακή (ενν. περίοδος)
το ηλιακό έτος
2. το αρσ. ως ουσ.ἡλιακός (ενν. οίνος)
είδος κρασιού που κατασκεύαζαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι με σταφίδες και μέλι
3. φρ. α) «ηλιακός κύκλος» — ο κύκλος του ήλιου, η εκλειπτική
β) «κάνθαρος ηλιακός» — ηλιοκάνθαρος
γ) «τροχίσκος ηλιακός» — κάποιο μαγικό φάρμακο.
επίρρ...
ἡλιακῶς (Α)
κατά την περίοδο του ηλιακού έτους.

Russian (Dvoretsky)

ἡλιᾰκός: астр. солнечный (ἐνιαυτός Diod., Plut.): ἡ. κύκλος Diod., Plut. эклиптика; ἔκλειψις ἡλιακή Diog. L. солнечное затмение.