χαλαρός: Difference between revisions
καὶ λέγων ὅτι Πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ → declaring “The time has been accomplished and the kingdom of God is near: start repenting and believing in the gospel!” (Μark 1:15)
m (Text replacement - "ταῑς " to "ταῖς ") |
m (Text replacement - "οῡν" to "οῦν ") Tags: Mobile edit Mobile web edit |
||
Line 20: | Line 20: | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-ή, -ό / [[χαλαρός]], -ά, -όν, ΝΜΑ<br />αυτός που δεν [[είναι]] [[τεντωμένος]] ή [[σφιχτός]], αυτός που [[είναι]] [[άτονος]], [[πλαδαρός]] (α. «χαλαρή [[ζώνη]]» β. «χαλαρό [[δέρμα]]» γ. «[[χαλαρά]]... ὑποδήματα... | |mltxt=-ή, -ό / [[χαλαρός]], -ά, -όν, ΝΜΑ<br />αυτός που δεν [[είναι]] [[τεντωμένος]] ή [[σφιχτός]], αυτός που [[είναι]] [[άτονος]], [[πλαδαρός]] (α. «χαλαρή [[ζώνη]]» β. «χαλαρό [[δέρμα]]» γ. «[[χαλαρά]]... ὑποδήματα... γοῦν | ||
χαίρεις φορῶν», <b>Αριστοφ.</b><br />δ. «ἀφίεσαν τὴν δοκὸν χαλαραῑς ταῖς ἁλύσεσιν», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> [[υποτονικός]], [[χωρίς]] [[σθένος]] (α. «χαλαρό κυβερνητικό [[διάβημα]]» β. «χαλαρή εμπορική [[κίνηση]]»)<br /><b>2.</b> (για λόγο, γραπτό ή προφορικό) [[χωρίς]] [[ζωντάνια]], [[χωρίς]] [[πνοή]], [[χωρίς]] [[ενδιαφέρον]], [[φτωχός]] σε [[περιεχόμενο]] (α. «χαλαρή η [[αγόρευση]] της υπεράσπισης» β. «[[χαλαρός]] [[προεκλογικός]] [[λόγος]]»)<br /><b>3.</b> (για θεατρικό ή κινηματογραφικό [[έργο]]) [[χωρίς]] σφιχτοδεμένη [[πλοκή]]<br /><b>4.</b> (για ήθη και αξίες) ο [[χωρίς]] [[συνέπεια]] ή [[αυστηρότητα]], [[ελευθέριος]] («χαλαρή [[ηθική]]»)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>τὸ χαλαρόν</i><br />η [[χαλαρότητα]]<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «χαλαρὰ [[κοτυληδών]]» — χαλαρή [[άρθρωση]], μη σφιχτή [[άρθρωση]] (<b>Αριστοφ.</b>)<br />β) «χαλαροὶ πόροι» — ανοιχτοί πόροι (<b>Αριστοτ.</b>)<br />γ) «χαλαραὶ ἁρμονίαι» — μελωδίες, μουσικές συνθέσεις [[χωρίς]] ρυθμό και [[αρμονία]] (<b>Πλάτ.</b>). <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br />[[χαλαρώς]] / <i>χαλαρῶς</i>, ΝΜΑ, και [[χαλαρά]] Ν<br />όχι [[σφιχτά]], [[χωρίς]] στερεή [[σύνδεση]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>μτφ.</b> [[χωρίς]] [[ένταση]], άτονα, υποτονικά.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>χαλῶ</i> «[[χαλαρώνω]]» (<b>πρβλ.</b> απρμφ. αορ. <i>χαλάσαι</i>) <span style="color: red;">+</span> [[επίθημα]] -<i>ρός</i> (<b>πρβλ.</b> [[λαγαρός]]: <i>λαγάσαι</i>, [[τάλαρος]]: <i>ταλάσαι</i>]. | |||
}} | }} | ||
{{lsm | {{lsm |
Revision as of 14:27, 27 March 2021
English (LSJ)
ά, όν, A slack, loose, δέρματα Hp.Aph.5.71; ὑποδήματα Ar.Th.263; ἁλύσεις Th.2.76; χαλινός X.Eq.10.3, cf. 7.1; θῶραξ ib. 12.1; χ. κοτυληδών loose, supple joint, Ar.V.1495 (anap.); χ.κνήμη, opp. σκληρά, X.Eq.7.6; χ. ἁρμονίαι loose, languid, effeminate music, Pl.R.398e; χαλαρωτέραν . . ἐποίησε χορδαῖς δώδεκα (sc. τὴν μουσικήν) Pherecr.145.5; χ. πόροι relaxed, open pores, Arist.HA514a32; τὸ χ., = χαλαρότης, Anaximen.1. Adv. -ρῶς Hp.Fract.16; χ. ἐνηρμόσθαι, δεδέσθαι, Plb.34.3.5, Gp.5.8.4.
German (Pape)
[Seite 1326] nachgelassen, schlaff, lose; ὑποδήματα Ar. Th. 263; ἁλύσεις Thuc. 2, 76; χαλινός Xen. equ. 10, 3; ἄρθρα, die durch Verrenkung schlaff oder lahm geworden, MMedle.; vgl. νῦν γὰρ ἐν ἄρθροις τοῖς ἐμοῖς στρέφεται χαλαρὰ κοτυληδών Ar. Vesp. 1494; – übertr., ἁρμονίαι χαλαραί, schlaffe Tonweisen ohne feste harmonische Verbindung der Tonsätze, Plat. Rep. III, 398 e. – Adv., χαλαρῶς ἐνήρμοσται ἡ ἐπιδορατὶς δόρατι Pol. 34, 3,5.
Greek (Liddell-Scott)
χᾰλᾰρός: -ά, -όν, ὡς καὶ νῦν, χαλαρός, δέρμα Ἱππ. Ἀφορ. 1256· ὑποδήματα Ἀριστοφ. Θεσμ. 263· ἁλύσεις Θουκ. 2. 76. χαλινὸς Ξεν. Ἱππ. 10. 3, πρβλ. 7, 1· θώραξ αὐτόθι 12, 1· χ. κοτυληδών, ἄρθρωσις χαλαρὰ οὐχὶ συνεσφιγμένη, χαύνη, Ἀριστοφ. Σφ. 1495· οὕτω, χ. κνήμη, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σκληρὰ, Ξεν. Ἱππ. 7, 6· χ. ἁρμονίαι, ἐκτεθηλυμμέναι, ἄτονοι μουσικαὶ ἁρμονίαι, Πλάτ. Πολ. 398Ε· χαλαρωτέραν... ἐποίησε χορδαῖς δώδεκα (ἐξυπακ. τὴν μουσικὴν) Φερεκράτης ἐν «Χείρωνι» 1. 5· χ. πόροι, ἀνειμένοι, ἀνοικτοὶ πόροι, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 4, 2· ― τὸ χαλαρόν, = χαλαρότης, Ἀναξίμ. παρὰ Πλουτ. 2. 947F. ― Ἐπίρρ. -ρῶς, Ἱππ. περὶ Ἀγμ. 763.
French (Bailly abrégé)
ά, όν :
1 lâche, non serré ; fig. mou, efféminé ; subst. τὸ χαλαρόν, relâchement (de la bride d’un cheval);
2 souple;
Cp. χαλαρώτερος.
Étymologie: χαλάω.
Greek Monolingual
-ή, -ό / χαλαρός, -ά, -όν, ΝΜΑ
αυτός που δεν είναι τεντωμένος ή σφιχτός, αυτός που είναι άτονος, πλαδαρός (α. «χαλαρή ζώνη» β. «χαλαρό δέρμα» γ. «χαλαρά... ὑποδήματα... γοῦν
χαίρεις φορῶν», Αριστοφ.
δ. «ἀφίεσαν τὴν δοκὸν χαλαραῑς ταῖς ἁλύσεσιν», Θουκ.)
νεοελλ.
1. υποτονικός, χωρίς σθένος (α. «χαλαρό κυβερνητικό διάβημα» β. «χαλαρή εμπορική κίνηση»)
2. (για λόγο, γραπτό ή προφορικό) χωρίς ζωντάνια, χωρίς πνοή, χωρίς ενδιαφέρον, φτωχός σε περιεχόμενο (α. «χαλαρή η αγόρευση της υπεράσπισης» β. «χαλαρός προεκλογικός λόγος»)
3. (για θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο) χωρίς σφιχτοδεμένη πλοκή
4. (για ήθη και αξίες) ο χωρίς συνέπεια ή αυστηρότητα, ελευθέριος («χαλαρή ηθική»)
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ χαλαρόν
η χαλαρότητα
2. φρ. α) «χαλαρὰ κοτυληδών» — χαλαρή άρθρωση, μη σφιχτή άρθρωση (Αριστοφ.)
β) «χαλαροὶ πόροι» — ανοιχτοί πόροι (Αριστοτ.)
γ) «χαλαραὶ ἁρμονίαι» — μελωδίες, μουσικές συνθέσεις χωρίς ρυθμό και αρμονία (Πλάτ.).
επίρρ...
χαλαρώς / χαλαρῶς, ΝΜΑ, και χαλαρά Ν
όχι σφιχτά, χωρίς στερεή σύνδεση
νεοελλ.
μτφ. χωρίς ένταση, άτονα, υποτονικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλῶ «χαλαρώνω» (πρβλ. απρμφ. αορ. χαλάσαι) + επίθημα -ρός (πρβλ. λαγαρός: λαγάσαι, τάλαρος: ταλάσαι].
Greek Monotonic
χᾰλᾰρός: -ά, -όν (χαλάω), χαλαρός, λυτός, σε Θουκ., Ξεν.· χ. κοτυληδών, χαλαρή, ευλίγιστη άρθρωση, σε Αριστοφ.· χαλαραὶ ἁρμονίαι, χαλαρή, άτονη, θηλυπρεπής μουσική, σε Πλάτ.
Russian (Dvoretsky)
χᾰλᾰρός:
1) отпущенный, ослабленный (χαλινός Xen.): ἀφεῖναι τὴν δοκὸν χαλαραῖς ταῖς ἁλύσεσι Thuc. спустить бревно на цепях;
2) раздавшийся вширь, широкий, свободный (ὑποδήματα Arph.; θώραξ Xen.; πόροι Arst.): ἐν ἄρθροις στρέφεται χαλαρὰ κοτυληδών Arph. члены легко вращаются в вертлюгах, т. е. тело легко и подвижно;
3) расслабленный, изнеженный, томный (ἁρμονίαι Plat.): χ. ἐν τῷ βαδίζειν Plut. с расслабленной походкой.
Middle Liddell
χᾰλᾰρός, ή, όν χαλάω
slack, loose, Thuc., Xen.;x. κοτυληδών a loose, supple joint, Ar.; χ. ἁρμονίαι loose, languid, effeminate music, Plat.