Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρωτογενής: Difference between revisions

From LSJ

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil

Plato, Laws, 626e
(nl)
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=protogenis
|Transliteration C=protogenis
|Beta Code=prwtogenh/s
|Beta Code=prwtogenh/s
|Definition=ές, (γενέσθαι) <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">first-born, primeval</b>, <b class="b3">κτῆμα, εἶδος</b>, <span class="bibl">Pl.<span class="title">Plt.</span>288e</span>, <span class="bibl">289b</span>; of persons, <span class="bibl">LXX <span class="title">Ex.</span>13.2</span>, <span class="bibl">Orph.<span class="title">H.</span>25.2</span>; epith. of <b class="b3">Τύχη</b>, <span class="title">Historia</span> 5.231 (Itanus); <b class="b3">Τύχη π</b>.,= <b class="b2">Fortuna Primigenia</b>, Gloss.</span>
|Definition=ές, (γενέσθαι) <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">first-born, primeval</b>, <b class="b3">κτῆμα, εἶδος</b>, <span class="bibl">Pl.<span class="title">Plt.</span>288e</span>, <span class="bibl">289b</span>; of persons, <span class="bibl">LXX <span class="title">Ex.</span>13.2</span>, <span class="bibl">Orph.<span class="title">H.</span>25.2</span>; epith. of <b class="b3">Τύχη</b>, <span class="title">Historia</span> 5.231 (Itanus); <b class="b3">Τύχη π</b>.,= [[Fortuna Primigenia]], Gloss.</span>
}}
}}
{{pape
{{pape

Revision as of 13:07, 1 July 2020

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πρωτογενής Medium diacritics: πρωτογενής Low diacritics: πρωτογενής Capitals: ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ
Transliteration A: prōtogenḗs Transliteration B: prōtogenēs Transliteration C: protogenis Beta Code: prwtogenh/s

English (LSJ)

ές, (γενέσθαι)

   A first-born, primeval, κτῆμα, εἶδος, Pl.Plt.288e, 289b; of persons, LXX Ex.13.2, Orph.H.25.2; epith. of Τύχη, Historia 5.231 (Itanus); Τύχη π.,= Fortuna Primigenia, Gloss.

German (Pape)

[Seite 805] ές, erstgeboren, ursprünglich, Plat. Polit. 289 a u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πρωτογενής: -ές, (γενέσθαι) πρωτόγονος, πανάρχαιος, εἶδος, κτῆμα Πλάτ. Πολιτ. 288Ε, 289Α· ἐπὶ προσώπων, Ὀρφ. Ὕμν. 24 (25). 2, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
premier-né, le plus ancien.
Étymologie: πρῶτος, γένος.

Spanish

primer nacido

Greek Monolingual

-ές, ΝΜΑ
1. αυτός που γεννήθηκε πρώτος, ο πρωτότοκος
2. ο αρχικός
νεοελλ.
1. αυτός που βρίσκεται στο πρώτο στάδιο μιας εξελικτικής διαδικασίας (α. «πρωτογενής εργασία» β. «πρωτογενής παραγωγή»)
2. γεωλ. (για πέτρωμα ή ορυκτό) αυτός που διατηρεί την αρχική του σύσταση και δεν έχει υποστεί καμιά εξαλλοίωση μετά τον σχηματισμό του
3. μτφ. αυτός που δεν εξελίχθηκε, δεν προάχθηκε σε πολιτισμό, ο πρωτόγονος
4. φρ. α) «πρωτογενής παραγωγή» — βλ. παραγωγή
β) «πρωτογενή αγαθά»
(οικον.) οι συντελεστές της παραγωγής, δηλ. το έδαφος, η εργασία και το αποταμιευτικό κεφάλαιο, με τον συνδυασμό τών οποίων παράγονται τα άλλα αγαθά
γ) «πρωτογενής οικονομία»
(οικον.) i) η πρώτη μορφή μη εγχρήματης οικονομίας, όπου επικρατούσε η συναλλαγή πράγματος με πράγμα, δηλ. ο αντιπραγματισμός
ii) η πρωτογενής παραγωγή
δ) «πρωτογενές ξύλωμα»
βοτ. το ξύλωμα του πρωτογενούς σώματος του φυτού, που προέρχεται από τη διαφοροποίηση κυττάρων τα οποία παράγονται από το προκάμβιο
ε) «πρωτογενές σώμα»
βοτ. το τμήμα του φυτικού σώματος που σχηματίζεται από τον πολλαπλασιασμό τών κυττάρων στα επάκρια μεριστώματα
στ) «πρωτογενή μεριστώματα»
βοτ. επάκρια μεριστώματα που βρίσκονται στις κορυφές τών οργάνων τών σπερματοφύτων όπου διαμορφώνονται σε ευδιάκριτες ζώνες διαφοροποίησης και τα οποία παράγουν τους πρωτογενείς ιστούς του βλαστού, δημιουργούν τις απαρχές τών οργάνων, κυρίως τα κλαδιά και τα φύλλα, κατά έναν γενετικά προσδιορισμένο τρόπο και συμβάλλουν στην κατά μήκος αύξηση του φυτού
ζ) «πρωτογενές φλοίωμα»
βοτ. το φλοίωμα που προέρχεται από τη διαφοροποίηση κυττάρων που παράγονται από το προκάμβιο στο πρωτογενές φυτικό σώμα
η) «πρωτογενής ξενιστής»
βιολ. ο ξενιστής στον οποίο το παράσιτο ζει για μεγάλο μέρος του κύκλου ζωής του και στον οποίο ωριμάζει σεξουαλικά
θ) «πρωτογενή ερετικά φτερά»
ζωολ. (στα πτηνά) τα φτερά που εκφύονται απευθείας στις φτερούγες, στο άκρο και στον καρπό
ι) «πρωτογενές ωοθυλάκιο» — το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης του ωοθυλακίου κατά το οποίο το ωοκύτταρο 1ης τάξεως αρχίζει να μεγεθύνεται και να περιβάλλεται από πολλές στρώσεις θυλακικών κυττάρων
ια) «πρωτογενής γεννητικός χαρακτήρας»
βιολ. η γονάδα ωοθήκη στα θηλυκά και ο όρχις στα αρσενικά άτομα
ιβ) «πρωτογενές ωάριο» — καθένα από τα ωοκύτταρα που απελευθερώνονται από τις ωοθήκες κατά τα ενεργά αναπαραγωγικά χρόνια του θηλυκού ατόμου και τα οποία υπάρχουν ήδη στον θηλυκό οργανισμό από τη γέννηση του
ιγ) «πρωτογενές σπερματοκύτταρο» — καθένα από τα σπερματογόνια τα οποία προορίζονται να αναπτυχθούν σε ώριμα σπερματοζωάρια
ιδ) «πρωτογενή λεμφοειδή όργανα»
βιολ. ο μυελός τών οστών και ο θύμος τών θηλαστικών, που παράγουν τα Β και Τ λεμφοκύτταρα αντιστοίχως, αλλά τα οποία δεν συμμετέχουν στις ανοσοαντιδράσεις
ιε) «πρωτογενής ανοσοαπόκριση» — η ανοσολογική απόκριση που δημιουργείται κατά την πρώτη επαφή με ένα αντιγόνο
ιστ) «πρωτογενής αύξηση»
βοτ. η αύξηση τών ριζών και τών βλαστών ενός φυτού από τη στιγμή της έναρξής της στα επάκρια μεριστώματα του εμβρύου ώς τη στιγμή που η επέκταση τους και η διαφοροποίησή τους θα ολοκληρωθεί
ιζ) «πρωτογενείς διαδοχές»
βιολ. σειρά διαδοχικών αλλαγών τών βιοτικών και αβιοτικών συνθηκών που συμβαίνουν στις παρθένες και νεοσχηματισμένες εκτάσεις, λ.χ. εδαφικές επιφάνειες που ελευθερώθηκαν από έναν παγετώνα ή από θάλασσα, ηφαιστειακές αποθέσεις κ.λπ.
ιη) «πρωτογενής ιστός»
βοτ. φυτικός ιστός που σχηματίζεται από κύτταρα που προέρχονται από τα πρωτογενή μεριστώματα
αρχ.
1. πανάρχαιος, παλαιότατος
2. προσωνυμία της Τύχης.
επίρρ...
πρωτογενώς Ν
σε πρώτο στάδιο, σε πρώτη φάση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο)- + -γενής (< γένος < γίγνομαι), πρβλ. κοινο-γενής, ομογενής].

Russian (Dvoretsky)

πρωτογενής: перворожденный, старейший, древнейший, первичный (τὸ κτῆμα Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρωτογενής -ές [πρῶτος, γένος] eerstgeboren, oudst.