κροτώ

From LSJ
Revision as of 20:29, 26 March 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "εῑν " to "εῖν ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

τὸ πεπρωμένον φυγεῖν ἀδύνατον → you can't escape your destiny | there is no escaping from destiny | it's impossible to escape from what is destined | it is impossible to escape from what is destined | what is fated is impossible to escape | if you're born to be hanged, then you'll never be drowned | he that is born to be hanged shall never be drowned | if you are born to be hanged then you'll never be drowned | if you're born to be hanged then you'll never be drowned| you can't outrun your fate | you cannot outrun your fate | you can't stop fate | that's the way the cookie crumbles

Source

Greek Monolingual

(AM κροτῶ, -έω, Α και κορτώ)
1. κάνω κρότο, παράγω ήχο («ὑπερώησαν δέ οἱ 'ίπποι κείν' ὄχεα κροτέοντες», Ομ. Ιλ.)
2. κάνω κάτι ή χτυπώ κάτι με αποτέλεσμα την παραγωγή κρότου («θύρσω κροτῶν γῆν», Ευρ.)
νεοελλ.
1. εκπυρσοκροτώ
2. (το αρσ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) ο κροτών
παλαιού τύπου τηλεγραφικός δέκτης ο οποίος απέδιδε με ήχο τα αφικνούμενα σήματα
3. φρ. «κροτούν αέριο» — αέριο μίγμα αποτελούμενο από υδρογόνο και οξυγόνο σε αναλογία δύο προς ένα
μσν.
1. αναχαιτίζω
2. συγκροτώ, οργανώνω
3. αποκτώ φήμη, διαδίδομαι
4. φρ. α) «κροτώ πόλεμον» — διεξάγω πόλεμο
β) «κροτώ κάποιον» — επιδοκιμάζω κάποιον
μσν.-αρχ.
χειροκροτώ («καὶ ἐν θεάτρψ κροτεῖν ὅταν οἱ ἄλλοι παύωνται», Θεόφρ.)
αρχ.
1. σφυρηλατώ, σφυροκοπώ
2. προκαλώ θόρυβο προκειμένου να συγκεντρώσω σμήνος μελισσών
3. χτυπώ το υφάδι κατά την ύφανση («ἐπιστολὰς δὲ γραφεῖν ἐν σινδόσιν λίαν κεκροτημέναις», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Για την ετυμολ. της λ. βλ. λ. κρότος.
ΠΑΡ. κρότημα, κρότηση(-ις), κρότος
αρχ.
κροτησμός, κροτητικός, κροτητός
νεοελλ.
κροτίδα.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κροτησίγομ«φος. (Β' συνθετικό) επικροτώ, συγκροτώ
αρχ.
ανακροτώ, αποκροτώ, αρτικροτώ, διακροτώ, εγκροτώ, επισυγκροτώ, κατακροτώ, παρακροτώ, περικροτώ, συνεπικροτώ
νεοελλ.
ανασυγκροτώ, αντικροτώ, εκπυρσοκροτώ, καταχειροκροτώ, ποδοκροτώ, χειροκροτώ].