κρυπτός

From LSJ
Revision as of 10:00, 19 August 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([\p{Cyrillic}]+), ([\p{Cyrillic}]+) (\()" to "$1 $2, $3 $4")

μούνη γὰρ ἄγειν οὐκέτι σωκῶ λύπης ἀντίρροπον ἄχθος → I have no longer strength to bear alone the burden of grief that weighs me down, I no longer have the strength to hold up alone the weight of grief that pushes against me, I no longer have the strength to counterbalance alone the weight of grief that acts as counterweight, I have no longer strength to balance alone the counterpoising weight of sorrow

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κρυπτός Medium diacritics: κρυπτός Low diacritics: κρυπτός Capitals: ΚΡΥΠΤΟΣ
Transliteration A: kryptós Transliteration B: kryptos Transliteration C: kryptos Beta Code: krupto/s

English (LSJ)

ή, όν, A hidden, secret, κληῗδι κρυπτῇ Il.14.168, cf. Ar.Th.422; ἐπεποίητό οἱ κ. διῶρυξ Hdt.3.146; κ. τάφρος a trench covered and concealed by planks and earth, Id.4.201: freq. in Trag., κ. λόγος A.Ch.773; ἔπη S.Ph.1112 (lyr.); κρυπτᾷ ἐν ἥβᾳ, of young Orestes who was concealed in Phocis, Id.El.159 (lyr.); κ. πένθος E. Hipp.139 (lyr.), etc.; κρυπτῇ ψήφῳ Arist.Rh.Al.1424b1; τῆς πολιτείας τὸ κ. the secret character of the [Spartan] institutions, Th.5.68; ἡ κρυπτή (sc. ἀρχή) secret service, used by the Athenians in the subjectstates, AB273; also, = κρυπτεία1, Heraclid.Pol.10; of persons, in disguise, Ar.Th.600, E.El.525: Medic., deep-seated, καρκίνος Hp.Aph. 6.38, Mul.2.133, Gal.5.116; κ. πάθος BGU316.28 (iv A.D.).

German (Pape)

[Seite 1515] adj. verb. zum Folgdn, versteckt, verborgen; Il. 14, 168; ἐν ἀγγέλῳ γὰρ κρυπτὸς ὀρθοῦται λόγος Aesch. Ch. 762; Soph. u. Folgde, auch in Prosa nicht selten; τὰ κρυπτά, das Geheimniß, Eur. I. A. 1146.

Greek (Liddell-Scott)

κρυπτός: -ή, -όν, ῥημ. ἐπίθετ. τοῦ κρύπτω, «κρυφός», μυστικός, κληῖδι κρυπτῇ Ἰλ. Ξ. 168, πρβλ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 422· ἐπεποίητό οἱ κρυπτὴ διῶρυξ Ἡρόδ. 3. 146· κρυπτὴ τάφρος. κεκαλυμμένη διὰ σανίδων καὶ χώματος, ὁ αὐτ. 4. 201· συχν. παρ’ Ἀττ., κρ. λόγος Αἰσχύλ. Χο. 773· ἔπεα Σοφ. Φιλ. 1112· κρυπτᾷ ἐν ἥβᾳ ἐπὶ τοῦ νέου Ὀρέστου ὅστις ἔμενε κεκρυμμένος ἐν Φωκίδι, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 159· κρ. πάθος Εὐρ. Ἱππ. 139, κτλ.· κρυπτῇ ψήφῳ Ἀριστ. Ρητ. π. Ἀλ. 3, 17· τὸ κρ. τῆς πολιτείας, ὁ μυστικὸς χαρακτὴρ τῶν Σπαρτιατικῶν διατάξεων (πρβλ. κρυπτεία), Θουκ. 5. 68· ἡ κρυπτὴ (ἐξυπ. ἀρχὴ,) σῶμα κατασκόπων τοῦ κράτους, οὓς μετεχειρίζοντο οἱ Ἀθηναῖοι εἰς τὰς ὑποτελεῖς πόλεις, Α. Β. 273· καὶ ὡς οὐσιαστ., κρυπτός, ὁ, κατάσκοπος, Ἀριστοφ. Θεσμ. 600.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 recouvert ; à l’abri de;
2 caché, secret ou obscur, inintelligible ; avec un gén. caché à, secret pour;
3 dissimulé, trompeur.
Étymologie: adj. verb. de κρύπτω.

English (Autenrieth)

concealed, secret, Il. 14.168†.

English (Slater)

κρυπτός
   1 hidden κρυπταὶ κλαίδες ἐντὶ σοφᾶς Πειθοῦς ἱερᾶν φιλοτάτων pr. (P. 9.39)

Spanish

oculto

English (Strong)

from κρύπτω; concealed, i.e. private: hid(-den), inward(-ly), secret.

English (Thayer)

κρύπτη, κρυπτόν (κρύπτω) (from Homer down), hidden, concealed, secret: Winer's Grammar, 441 (410)); ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος, the inner part of Prayer of Manasseh, the soul, ἐν τῷ κρύπτω, in secret, ἐν κρύπτω, privately, in secret, ὁ ἐν κρύπτω Ἰουδαῖος, he who is a Jew inwardly, in soul and not in circumcision alone, τά κρυπτά τοῦ σκότους (the hidden things of darkness i. e.) things covered by darkness, τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων, the things which men conceal, τά κρυπτά τῆς καρδίας, his secret thoughts, feelings, desires, τά κρυπτά τῆς αἰσχύνης (see αἰσχύνη, 1), εἰς κρυπτόν into a secret place, but see κρύπτη.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM κρυπτός, -ή, -όν) κρύπτω
1. αυτός που μένει αφανής, κρυμμένος, κρυφός, μυστικός (α. «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον» β. ἐπεποίητο γὰρ οἱ κρυπτὴ διῶρυξ ἐκ τῆς ἀκροπόλιος φέρουσα ἐπὶ θάλασσαν», Ηρόδ.)
2. φρ. «ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ» — εντελώς κρυφά
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ κρυπτόν
τα απόκρυφα μέρη του σώματος
μσν.-αρχ.
1. αυτός που βρίσκεται βαθιά
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ κρυπτά
τα μυστικά
αρχ.
1. απατηλός (ἐν ἀγγέλῳ γὰρ κρυπτὸς ὀρθοῦται λόγος», Αισχύλ.)
2. το αρσ. ως ουσ.κρυπτός
ο μεταμφιεσμένος κατάσκοπος
3. το θηλ. ως ουσ. ή κρυπτή
α) σώμα κατασκόπων του κράτους τους οποίους μεταχειρίζονταν οι Αθηναίοι στις υποτελείς πόλεις
β) η μυστική αποστολή στην οποία υποβάλλονταν οι νέοι της Σπάρτης για σκληραγωγία, η κρυπτεία
4. φρ. «τὸ κρυπτὸν τῆς πολιτείας» — ο μυστικός χαρακτήρας τών (σπαρτιατικών) οργανώσεων
5. φρ. «κρυπτὰ ἥβα» — έφηβος που κρύβεται (Ευρ).
επίρρ...
κρυπτώς (AM κρυπτῶς)
κρυφά, μυστικά.

Greek Monotonic

κρυπτός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του κρύπτω, κρυμμένος, κρυφός, μυστικός, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.· κρυπτὴ τάφρος, χαντάκι καλυμμένο και σκεπασμένο με μαδέρια και χώμα, σε Ηρόδ.· τὸ κρ. τῆς πολιτείας, ο μυστικός χαρακτήρας των (Σπαρτιατικών) θεσμών, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

κρυπτός:
1) потайной, секретный (κληΐς Hom.; διῶρυξ, τάφρος Her.; ψῆφος Arst.);
2) скрытый, затаенный (λόγος Aesch.; πάθος Eur.; ἄσκοπα κρυπτά τ᾽ ἔπη Soph.). - см. тж. κρυπτόν.
II ὁ разведчик, соглядатай Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κρυπτός -ή -όν [κρύπτω] verborgen:; κ. τάφρος een verborgen greppel Hdt. 4.201.2; overdr. beschermd (tegen), met gen.: κρυπτᾷ τ ’ ἀχέων ἐν ἥβᾳ ὄλβιος gelukkig in een jeugd die tegen narigheid beschermd was Soph. El. 159. vermomd:. κρυπτὸς ἐγκαθήμενος in vermomming erbij zittend Aristoph. Th. 600. geheim:; κληῖδι κρυπτῇ met een geheime sleutel Il. 14.168; subst. τὸ κρυπτόν geheim:. τῆς πολιτείας τὸ κρυπτόν het geheime karakter van de (Spartaanse) staatsinrichting Thuc. 5.68.2. geneesk. inwendig:. κρυπτοὶ καρκίνοι inwendige kankers Hp. Aph. 6.38.

Middle Liddell

κρυπτός, ή, όν verb. adj. of κρύπτω,]
hidden, secret, Il., Hdt., etc.; κρυπτὴ τάφρος a trench covered and concealed by planks and earth, Hdt.; τὸ κρ. τῆς πολιτείας the secret character of [the Spartan] institutions, Thuc.

Chinese

原文音譯:kruptÒj 克呂普拖士
詞類次數:形容詞(19)
原文字根:藏(著的) 相當於: (אָטַם‎)
字義溯源:隱藏,隱祕,隱情,祕密,暗,暗地裏,隱祕事,隱藏的事,掩藏的事,暗昧事,暗處,暗中,暗藏,裏面的;源自(κρύπτω)*=隱藏)
出現次數:總共(19);太(7);可(1);路(2);約(3);羅(2);林前(2);林後(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 暗(6) 太6:4; 太6:4; 太6:6; 太6:6; 太6:18; 太6:18;
2) 隱藏的事(2) 太10:26; 路12:2;
3) 隱情(2) 林前4:5; 林前14:25;
4) 裏面的(1) 羅2:29;
5) 暗昧事(1) 林後4:2;
6) 隱藏(1) 彼前3:4;
7) 隱祕事(1) 羅2:16;
8) 暗中(1) 約7:10;
9) 隱藏著的(1) 可4:22;
10) 掩藏的事(1) 路8:17;
11) 暗處(1) 約7:4;
12) 暗地裏(1) 約18:20

English (Woodhouse)

clandestine, hidden, secret

⇢ Look up on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)