Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έπειμι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(I)
ἔπειμι (Α) ειμί
1. είμαι, βρίσκομαι πάνω από κάποιον («κάρη ὤμοισιν ἐπείη», Ομ. Ιλ.)
2. (για ονόματα) είμαι, υπάρχω πάνω σε κάτι, προσυπάρχω («οὐκ ἔπεστι ἐπωνυμίη Περσέι», Ηρόδ.)
3. (για αμοιβές, ποινές) επακολουθώ («εἰ δ' ἔπεστι νέμεσις», Σοφ.)
4. απόλ. απρόσ. ἔπεστι
πάρεστι
5. βρίσκομαι στην κατοχή κάποιου («ἀνέρας, οἶσιν ἔπεστι μέγα κράτος ἐνθάδε τιμῆς», Ύμν. εις Δήμ.)
6. επίκειμαι, απειλώὅπου γὰρ ἐπόντος τοῦ φόβου τούτου», Δημοσθ.)
7. (για χρόνο) απομένω, υπολείπομαι («ἀλλ' ἔτι πού τις ἐπέσσεται», Ομ. Οδ.)
8. είμαι επικεφαλής, προΐσταμαι («τούτοισι πᾱσι... ἐπῆσαν... ἡγεμόνες», Ηρόδ.)
9. (για αριθμό) προστίθεμαι σε άλλο αριθμό («χιλιάδες τε ἔπεισι ἐπὶ ταύτησι ἑπτά», Ηρόδ.)
10. προστίθεμαι ως επιβεβαίωσηἔξορκος ἐπέσσεται», Πίνδ.)
11. ανήκω επί πλέον
12. ἔπι αντί ἔπεστι
υπάρχει («ἐπεὶ οὔ τοι ἔπι δέος», Ομ. Ιλ.).
(II)
ἔπειμι (Α) είμι
1. (με εχθρ. σημ.) επιτίθεμαι εναντίον κάποιου («Αἰνείαν ἐπιόντα πόδας ταχύν, ὅς μοι ἔπεισιν», Ομ. Ιλ.)
2. πλησιάζω κάποιον («ἕδρης ἐπιόντι», Ομ. Οδ.)
3. ανεβαίνω στο βήμα να μιλήσω («οἱ δέ [Λακεδαιμόνιοι] ἐκέλευόν τε ἐπιέναι», Θουκ.)
4. έρχομαι σε συμπόσιο μετά από κάτι («ἐπὶ τούτῳ ἐπιόντες οἱ Μαντινεῑς... ᾔεσάν τε ἐν ῥυθμῷ», Ξεν.)
5. (για κακό) φθάνω, βρίσκωπρίν μιν καὶ γῆρας ἔπεισιν», Ομ. Ιλ.)
6. απόλ. ενσκήπτω («νὺξ ἐπῄει», Αισχύλ.)
7. πηγαίνω σ' ένα μέρος («ἐγὼ πολυδένδρεον ἀγρὸν ἔπειμι», Ομ. Οδ.)
8. (με δοτ. προσ.) έρχεται στο μυαλό μου, μού 'ρχεται («εἰ καὶ ἐπίοι αὐτῷ λέγειν», Πλάτ.)
9. (με δοτ.) πλησιάζω («ὀρυμαγδὸς ἐπήϊον ἐρχομένοισι», Ομ. Ιλ.)
10. (για χρόνο) έρχομαι πάνω στην ώρα ή αμέσως μετά
11. διαδέχομαι, ακολουθώ («κύματα... βάντ' ἐπιόντα τ' ἴδῃ», Σοφ.)
12. περνώ («ἐπιόντος τοῦ χρόνου», Πλάτ.)
13. (για αξιωματικό) επισκέπτομαι για επιθεώρηση
14. ερευνώ, αναλαμβάνω ένα ζήτημα
15. απαριθμώ («φώκας μέντοι πρῶτον ἀριθμήσει καὶ ἔπεισιν», Ομ. Οδ.)
16. διαβάζω
17. (μτχ.) ἐπιών, -οῡσα, -όν
επόμενος, προσεχής («τὴν ἐπιοῡσαν ἡμέραν», Αριστοφ.)
18. φρ. «ὁ ἐπιών
ακόλουθος, διάδοχος.