Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαυλός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: γαυλός Medium diacritics: γαυλός Low diacritics: γαυλός Capitals: ΓΑΥΛΟΣ
Transliteration A: gaulós Transliteration B: gaulos Transliteration C: gavlos Beta Code: gaulo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A milk-pail, Od.9.223, AP6.35 (Leon.); water-bucket, Hdt.6.119; machine for raising water, IG 11.146A29 (Delos): generally, any round vessel, beehive, AP9.404 (Antiphil.); drinking-bowl, Antiph.224.5, Theoc.5.104, Longus3.4.    2 = ὁ ἐξ ἀλλοτρίων ζῶν, Hsch., Cyr.; also, = εὐεξαπάτητος, Id.    II γαῦλος (on the accent cf. Hdn. Gr.1.156, Eust.1625.3), ὁ, round-built Phoenician merchant vessel, opp. μακρὰ ναῦς, γαύλοισιν ἐν Φοινικικοῖς Epich.54, cf. Hdt.3.136, 137, Ar.Av.602, Call.Sos.9.7, etc.

German (Pape)

[Seite 476] ὁ, rundes Gefäß, a) Melkeimer, Od. 9, 223, ἅπαξ εἰρημέν.; Theocr. 5, 58. – b) Schöpfeimer, Her. 6, 119. – c) Bienenkorb, Antiphil. 29 (IV, 404); übh. Krug u. dgl., s. Antiphan. Ath. XI, 500 f.

Greek (Liddell-Scott)

γαυλός: ὁ, σκεῦος πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ γάλακτος κατὰ τὸ ἄμελγμα, «καρδάρι», Ὀδ. Ι. 223· κάδος πρὸς ἄντλησιν ὕδατος, «κουβᾶς», Ἡρόδ. 6. 119· καθόλου, πᾶν στρογγύλον σκεῦος, ἡ τῶν μελισσῶν κυψέλη, Ἀνθ. ΙΙ. 9. 404, πρβλ. ἐπὶ πᾶσιν Ἀντιφ. Χρυσ. 1· εἶδος

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
vase ou panier arrondi, particul.
1 vase à traire le lait;
2 seau à puiser;
3 tasse en gén.
Étymologie: DELG cf. γύαλον, γυρός.

English (Autenrieth)

milk-pail, Od. 9.223†.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ

• Alolema(s): γαῦλος Sud.
I ref. a obj.
1 cubo o balde para ordeñar, colodra, Od.9.223, AP 6.35 (Leon.)
cubo para sacar agua de un pozo, Hdt.6.119, hecho de bronce forrado de madera IG 11(2).146A.29, 147A.7 (ambas Delos IV/III a.C.), 165.61 (Delos III a.C.), cf. Theoc.5.58, 104, Alex.Aet.3.20, A.R.3.758, Plaut.Rud.1319, Colluth.127, Hsch., AB 230.22, Sud.
2 cuenco o copa para beber agua o vino, Antiph.223.5, Longus 3.4.3.
3 tonel o barril de madera para el vino, Sud.
4 fig. celdilla de un panal AP 9.404 (Antiphil.).
II ref. a pers. parásito Hsch., Sud., quizás uso figurado de I.
III orn. n. de un pájaro desconocido, Isid.Etym.12.7.34.

• Etimología: Gener. interpr. como prést. sem., cf. hebr. gulla, ugarít. gl ‘vaso redondo’, pero quizá rel. c. γύαλον, etc. y gener. c. la r. *geHu̯- ‘curvo’.

Greek Monolingual

γαυλός, ο (Α)
1. αμολγεύς, καρδάρα
2. κουβάς για άντληση νερού
3. οποιοδήποτε σκεύος με στρογγυλό σχήμα
4. κούπα του κρασιού
5. κυψέλη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τα γαυλός και γαύλος θα μπορούσαν να έχουν κοινή προέλευση. Εάν ανάγονται σε ινδοευρ. ρίζα, συνδέονται με τα ελλ. γωλεός «κρύπτη», γύαλον «το κοίλον, η κοιλότητα», γυρός «καμπύλος, κυρτός», αρχ. άνω γερμ. kiol «αγγείο», κ.λπ. Η γλώσσα του Ησυχίου «και τα φοινικικά πλοία γαύλοι καλούνται» δεν οδηγεί απαραίτητα σε φοινικική και σημιτική προέλευση της λ. Αλλά ο γαυλός ως ονομασία βάζου, αγγείου θα μπορούσε να είναι δάνειο από τη Σημιτική (πρβλ. εβρ. gŭllᾱ, ουγγαρ. gl «στρογγυλό βάζο»].

Greek Monotonic

γαυλός: ὁ,
I. καρδάρα για γάλα, σε Ομήρ. Οδ.· κουβάς νερού, σε Ηρόδ.· κάθε στρογγυλό αγγείο, η κυψέλη των μελισσών, σε Ανθ.· είδος μεγάλου ποτηριού, σε Θεόκρ.
II. γαῦλος, κοίλο, φοινικικό εμπορικό πλοίο, αντίθ. προς το μακρὰ ναῦς, που χρησιμ. για τον πόλεμο, σε Ηρόδ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

γαυλός:
1) подойник Hom.;
2) ведро Her.;
3) чашка Theocr.;
4) пчелиный улей Anth.;
5) Plut. = γαῦλος.

Etymological

Grammatical information: m.
Meaning: milk-pail, water-bucket, beehive (Od.);
Other forms: γαῦλος, with different accent (s. Hdn. Gr. 1, 156), a (round) freighter (Epich., s. Chantraine Étrennes Benveniste 7).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Connection with γωλεός and γύαλον (q. vv.) and further OHG kiol, awno. kióll ship is considered; same for γυρός. - The gloss γαυλοί: καὶ τὰ Φοινικικὰ πλοῖα γαῦλοι καλοῦνται H. does not prove Phoenician origin. See E. Masson Emprunts sém. 39ff. One limits the comparison now to Hebr. gullā vase for oil. - From here Lat. gaulus.

Middle Liddell


a milk-pail, Od.: a water-bucket, Hdt.; any round vessel, a bee-hive, Anth.; a drinking-bowl, Theocr.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γαυλός -οῦ, ὁ
1. emmer.
2. drinkbeker, kom. Theocr. 5.104.