Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διέπω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: διέπω Medium diacritics: διέπω Low diacritics: διέπω Capitals: ΔΙΕΠΩ
Transliteration A: diépō Transliteration B: diepō Transliteration C: diepo Beta Code: die/pw

English (LSJ)

   A manage, conduct, τὸ πλεῖον πολέμοιο Il.1.166; στρατόν 2.207; ἕκαστα 11.706; σκηπανίῳ δίεπ' ἀνέρας drove them away, 24.247; δ. πόλιν, ἄλσος, Pi.O.6.93, B.3.21; μάχας Xenoph.1.21; δ. τὰ πρήγματα, τὸν ἀγῶνα, Hdt.3.53, 5.22: rare in Trag. (lyr.), A.Pers.105, Eu.931: abs., ἀνὰ στρατιὴν διέπουσαν Sulla ap.App.BC1.97: in Prose, Arist.Mu.399a18, Ecphant. ap. Stob.4.7.64; δ. ἀρχήν Plu.Lyc. 3; ἐπάρχειον IPE12.174.8 (Olbia, ii A. D.); τὴν τῶν στεμμάτων διοίκησιν PRyl.77.30 (ii A. D.); esp. as deputy or substitute, δ. τὰ κατὰ τὴν στρατηγίαν, τὴν ἀρχιδικαστείαν, PTeb.522 (ii A. D.), PLond.3.908.19 (ii A. D.).    b Astrol., τὸν πολεύοντα καὶ διέποντα [ἀστέρα] Serapio in Cat.Cod.Astr.1.99, cf. Paul.Al.C.2.    2 traverse, ἅλα AP10.24 (Crin.).    II Med., to be ever engaged in, γόοις E.El. 146 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 620] (s. ἕπω), besorgen, verwalten, anordnen; Homer Odyss. 12, 16 Iliad. 11, 706 ἡμεῖς μὲν τὰ ἕκαστα διείπομεν; Iliad. 1, 166 ἀλλὰ τὸ μὲν πλεῖον πολυάικος πολέμοιο χεῖρες ἐμαὶ διέπουσι, den größeren Theil der Kriegsarbeit besorgen meine Hände, Apollon. Lex. Homer. p. 58, 28 διέπουσι· διαπονοῦσιν, ἐνεργοῦσιν; Iliad. 2, 207 ἃς ὅ γε κοιρανέων δίεπε στρατόν, er brachte das Heer in Ordnung, Scholl. Herodian. δασυντέον τὸ ἕπω· πρόδηλον κἀκ τῆς συναλοιφῆς, ὡς ἔφεπε; Iliad. 24, 247 ἦ, καὶ σκηπανίῳ δίεπ' ἀνέρας· οἱ δ' ἴσαν ἔξω σπερχομένοιο γέροντος, Scholl. Herodian. δασέως δίἑπ' παρὰ τὸ ἕπω δασυνόμενον. οὕτως καὶ Ἀρίσταρχος καὶ οἱ πλείους. οἷον διὰ τῶν ἀνδρῶν ἐπορεύετο καὶ διίστα αὐτούς. καὶ οὕτως ἔχει τὰ τῆς ἀναγνώσεως. – Aesch. Pers. 106 πολέμους διέπειν; πόλιν Pind. Ol. 6, 93; ἀγώνων μοῖραν N. 10, 53; Her. vrbdt es mit ἐπορᾶν, 3, 53; vgl. 5, 22; einzeln auch bei Sp., wie πάντα Arist. de mund. 6, 15; Plut. Pericl. 13; ἀρχήν Lyc. 3.

Greek (Liddell-Scott)

διέπω: μέλλ. -ψω, διευθύνω ὑπόθεσίν τινα, κυβερνῶ, τακτοποιῶ, τὸ πλεῖον πολέμοιο Ἰλ. Α. 165· στρατὸν Β. 207· ἕκαστα Λ. 706· σκηπανίῳ δίεπ᾽ ἀνέρας, ἀπεδίωκε, Ω. 247· οὕτω παρὰ Πινδ., δ. πόλιν Ὀδ. Ζ. 157· καὶ Ἡρόδ., δ. τὰ πρήγματα, τὸν ἀγῶνα 3. 53, 5. 22, κτλ.· ἀλλὰ σπάν. παρὰ τοῖς δοκίμοις Ἀττ., ὡς Αἰσχύλ. Πέρσ. 106. Εὐμ. 931 ΙΙ. ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, εἶμαι διαρκῶς ἐνησχολημένος εἰς…, παραδεδομένος, γόοις, ἀμφ. γραφ., Εὐρ. Ἠλ. 146.

French (Bailly abrégé)

impf. διεῖπον;
s’occuper de, diriger, gouverner, acc..
Étymologie: διά, ἕπω.

English (Autenrieth)

ipf. δίεπε, διείπομεν: follow up, move through, attend to; κοιρανέων δίεπε στρατόν, Il. 2.207; σκηπανίῳ δίεπ' άνέρας, i. e. in order to disperse them, Il. 24.247.

English (Slater)

διέπω
   1 administer Ὀρτυγίας, τὰν Ἱέρων καθαρῷ σκάπτῳ διέπων (O. 6.93) ἀγώνων μοῖραν Ἑρμᾷ καὶ σὺν Ἡρακλεἴ διέποντι θάλειαν (sc. Διόσκουροι) (N. 10.53) Σύριον εὐρυαίχμαν διεῖπον στρατὸν i. e. the Amazons fr. 173. 1. frag. διέπει ?fr. 333d. 13.

Spanish (DGE)

• Morfología: [dór. pres. 3a plu. διέποντι Pi.N.10.53]
A tr.
I 1llevar, dirigir desde el punto de vista bélico τὸ πλεῖον ... πολέμοιο χεῖρες ἐμαὶ διέπουσ' mis brazos llevan casi todo el peso de la guerra, Il.1.166, πολέμους A.Pers.106, πάντα ἐκεῖνα Hdt.9.76
disponer, organizar τὰ ἕκαστα ref. al reparto de botín Il.11.706, στρατόν Il.2.207, Pi.Fr.173, cf. 333d.13, Hdt.6.107, Opp.H.4.396, de juegos atléticos u otras celebraciones μοῖραν ... θάλειαν Pi.l.c., cf. h.Pan.23, Hdt.5.22, ἐφ' ᾧ διέπειν (τὴν εὐωχίαν) a condición de que organicen la fiesta, POxy.494.24 (II a.C.)
organizar, tramar engaños οἷα ... φῶτες φηληταὶ διέπουσι μελαίνης νυκτὸς ἐν ὥρῃ h.Merc.67, μάχας Xenoph.1.21.
2 dirigir, administrar, regir en el terreno polít. ἱρὸν ἄστυ Anacr.21.2, cf. Thgn.893, τὰν (Ὀρτυγίαν) Ἱέρων ... διέπων Pi.O.6.93, τὰ πρήγματα ἐπορᾶν καὶ διέπειν Hdt.3.53, cf. 6.83, αἴτε νόμος αἴτε βασιλεὺς διέποι τὰ κατ' αὐτώς Ecphant.Pyth.Hell.80.23, cf. Hippias Eryth.1, D.C.52.30.2, ἀρχήν Plu.Lyc.3, cf. Per.13, ἔτος τέταρτον Οὐεσπασιανοῦ διέποντος τὴν ἡγεμονίαν I.BI 7.219, cf. 1Ep.Clem.61.1
por un poder que emana de la divinidad administrar, regentar ἄλσος Φοίβου ... Δελφοὶ διέπουσι B.3.21, τὸν τόπον τῆς ἐπισκοπῆς Alex.H.Fr. en Eus.HE 6.11.3
regir, gobernar por parte de la divinidad πάντα ... τὰ κατ' ἀνθρώπους A.Eu.930, τὸ σύμπαν διέποντος θεοῦ Arist.Mu.399a18, τὸν κόσμον LXX Sap.9.3, cf. 12.15, γῆν καὶ οὐρανόν I.BI 1.584, τὰ ἐπίγεια Ep.Diog.7.2, cf. Meth.Symp.220, πάντα Τύχη πράγματα δὸς διέπειν AP 11.62 (Pall.), ποταμοῦ ... ῥεῦμα por parte de Eneas divinizado, D.H.1.64, por parte de los astros τὰς δ' ἑκάστης ἡμέρας ἐξαλλαγὰς πολεύων καὶ διέπων Vett.Val.366.33, cf. Serapio en Cat.Cod.Astr.1.99.33, Paul.Al.15.7
fig. gobernar de los elementos πῦρ ... διέπον ἕκαστα κατὰ φύσιν Hp.Vict.1.10.
3 usos esp. admin. regir, estar a cargo de frec. en part. ref. a diversos funcionarios de alto rango, esp. a los prefectos o gobernadores provinciales οἱ διέποντες τὰς ἐπικρατείας Ph.2.532, ὁ διέπων τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν I.BI 4.616, cf. 5.45, Συρίαν δὲ ἐν τῷ τότε διεῖπεν I.AI 18.150, cf. 19.316, Plu.Caes.2, ὁ διέπων τὴν ἐπαρχείαν ἡγεμών SEG 30.568.31 (Macedonia II d.C.), cf. I.BI 2.280, IGR 1.785 (Tracia II d.C.), ITomis 83.10 (II/III d.C.), διέπων τὴν ἐπάρχειον (χώραν) IPE 12.174.8 (Olbia II d.C.), ref. al διοικητής en ptol. y rom. διέπων τὰ κατὰ τὴν διοίκησιν a cargo de la administración de finanzas, IPh.44.5 (I a.C.), ὁ τότε διέπων τὰ κατὰ τὴν διο[ί] κ(ησιν) PThmouis 1.82.12 (II d.C.), ref. a un procónsul σεμνῶς καὶ ἀξιολόγως διέπει τὴν ἡγεμονίαν FD 4.47.8 (I d.C.), a otros funcionarios οἱ διέπον[τες τὴν τ] ῶν στεμμάτων [διοίκησι] ν PRyl.77.31 (II d.C.)
tras la reforma de Diocleciano, ref. al vicario de las diócesis imperiales (cf. βικάριος 2) ὁ διέπων τὰ τῶν λαμπροτάτων ἐπάρχων μέρη Eus.VC 3.31.2, cf. 1.34.1, ZPE 26.1977.173 (Side IV d.C.), IPhrygie 1.15 (IV d.C.), SEG 26.1315 (Sardes IV/V d.C.), ὁ τότε τὴν ὕπαρχον ἐξουσίαν διέπων Soz.HE 6.3.5
administrar como sustituto o delegado con carácter interino o provisional, siempre en part., ref. a diversos cargos: de los prefectos y gobernadores provinciales ὁ λαμπρότατος διέπων τὴν ἡγεμονίαν el ilustrísimo prefecto delegado como equiv. de lat. uices agens praefecti (cf. BL 7.136) POxy.1201.14 (III d.C.), cf. Eus.HE 7.11.9, ὁ κράτιστος δικαιοδότης διέπων [κ] αὶ [τὰ κ] ατὰ τὴν ἡγεμονίαν ἐκ θείας κελεύσεως el excelente iuridicus y sustituto del prefecto por decreto imperial, PDiog.18.5 (III d.C.), cf. POxy.2705.12, 3112.2 (ambos III d.C.), διέποντος τὴν ἡγεμονίαν OGI 614.4, IGR 3.1287.7 (ambas Arabia III d.C.), cf. IG 10(2).151.5 (Tesalónica III d.C.), SEG 32.1287.7 (Frigia III d.C.), del iuridicus ὁ διοικητὴς ... ὁ διέπων τὰ κατὰ τὴν δικαιοδοσίαν Mitteis Chr.88.1 (II d.C.), del epistratego διέπων τὴν ἐπιστρατηγίαν SB 7696.28 (III d.C.), del estratego del nomo βασιλικῷ γραμματεῖ ... διέποντι καὶ τὰ κατὰ στρ(ατηγίαν) PMil.Vogl.170.2 (II d.C.), cf. PTeb.522 (II d.C.), POxy.3116.1 (III d.C.), de otros funcionarios διέπων τὰ κατὰ τὴν ἀρχιδικαστείαν PIFAO 3.18.4 (II d.C.), cf. PLond.908.19 (II d.C.), οἱ διέποντες τὰ κατὰ τὸ ἀγορανομῖον τὸ καὶ μνημονῖον SB 7379.6 (II d.C.), ἔναρχος πρύτανις τῆς Ὀξυρυγχιτῶν πόλεως, διέπων καὶ τὰ πολιτικά POxy.2109.3 (III d.C.).
II 1perseguir, echar σκηπανίῳ δίεπ' ἀνέρας Il.24.247.
2 atravesar ἅλα AP 10.24 (Crin.).
B intr.
1 mandar, dar órdenes Sulla en App.BC 1.97.
2 en v. med. proseguir en, entregarse a γόους οἷς ... κατ' ἦμαρ διέπομαι E.El.146 (cód.).

Greek Monolingual

(AM διέπω) έπω
διευθύνω, διοικώ, τακτοποιώ
νεοελλ.
ρυθμίζω, κανονίζω
αρχ.
1. διαχειρίζομαι
2. περνώ ανάμεσα
3. διαπερνώ, διασχίζω, διαπλέω
4. μέσ. ασχολούμαι.

Greek Monotonic

διέπω: μέλ. -ψω, διευθύνω, τακτοποιώ, ρυθμίζω ένα ζήτημα, κυβερνώ, κανονίζω, σε Ομήρ. Ιλ.· δ. τὰ πρήγματα, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

διέπω: (impf. διεῖπον)
1) делать, совершать, вести (τὸ πλεῖον πολέμοιο Hom.): γόοις διέπεσθαι Eur. разливаться в жалобах;
2) устраивать, создавать (ἱππιοχάρμας τε κλόνους πόλεών τ᾽ ἀναστάσεις Aesch.; ἀγῶνα ἐν Ὀλυμπίῃ Her.; ὁ τὸ σύμπαν διέπων θεός Arst.);
3) управлять, направлять, вести (τὰ πρήγματα Her.; τὴν ἀρχὴν ὡς ἐπίτροπος Plut.);
4) разгонять (σκηπανίῳ ἀνέρας Hom.).

Middle Liddell

fut. ψω
to manage an affair, order, arrange, Il.; δ. τὰ πρήγματα Hdt.