Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θέατρον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: θέᾱτρον Medium diacritics: θέατρον Low diacritics: θέατρον Capitals: ΘΕΑΤΡΟΝ
Transliteration A: théatron Transliteration B: theatron Transliteration C: theatron Beta Code: qe/atron

English (LSJ)

Ion. θέητρον, τό, (θεάομαι)

   A place for seeing, esp.for dramatic representation, theatre, Hdt.6.67, IG22.1176, al.; as a place of assembly, Th.8.93, Lys.13.32, SIG976.4 (Samos, ii B.C.), Posidon.36 J., Act.Ap.19.20, etc.; θ. κυνηγετικόν, of the Roman amphitheatre, D.C. 43.22; εἰς τὸ θ. εἰσφέρειν to bring upon the stage, Isoc.12.122; τὸ καλὸν τοῦ θ. a good place in the theatre, Ael.VH2.13, cf. Alciphr.3.20.    2 collective for οἱ θεαταί, the spectators, 'the house', Hdt.6.21, Ar.Eq.233, al., Pl.Smp.194b, Com.Adesp.3D.: metaph., ἐκάθηντο θέατρον αὐτῷ Lib.Ep.722.4.    3 = θέαμα, spectacle, θ. ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ 1 Ep.Cor.4.9.    4 metaph., of life, τουτὶ τὸ θ. ὑπεκρίθημεν Porph.Marc.2.

German (Pape)

[Seite 1190] τό, 1) Schauplatz, gew. für dramatische Darstellungen, Theater, Plat. Phaedr. 258 b u. Folgde, auch für andere öffentliche Spiele u. für panegyrische Reden; auch = ἀμφιθέατρον, D. Cass. – 2) = θεαταί, das Theaterpublikum; Her. 6, 21; Ar. Equ. 233; Plat. Conv. 194 a; Luc. salt. 72 u. a. Sp. – Auch das Schauspiel, N. T.

Greek (Liddell-Scott)

θέᾱτρον: Ἰων. θέητρον, τό, (θεάομαι) τόπος πρὸς θέαν, πρὸς ἀπόλαυσιν θεαμάτων, ἰδίως δραματικῶν παραστάσεων, θέατρον, Ἡρόδ. 6. 67, Θουκ. 8. 93, Ἐπιγραφ. Ἀττ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 101, 102, 107, κτλ.· ὡσαύτως ὡς τόπος ἐν ᾧ ἐγίνετο ἡ ἐκκλησία, Λυσ. 132. 35, Ἀθήν. 213D, Κ. Δ.· ἴδε Schömann de Comit. σ. 56· - περὶ τοῦ σχήματος καὶ τῆς διατάξεως αὐτοῦ ἴδε Müller. Archäol. § 289 καὶ Dörpfeld-Reisch d. Griech. Theater. - περὶ τῆς ἕξεως τοῦ φοιτᾶν εἰς αὐτά, Becher Χαρικλ. 403 κἑξ.· - εἰς τὸ θ. εἰσφέρω, εἰσάγω, παρουσιάζω ἐπὶ τῆς σκηνῆς, Ἰσοκρ. 258Α· τὸ καλὸν τοῦ θ., καλὴ θέσις ἐν τῷ θεάτρῳ, Αἰλ. Π. Ἱστ. 2. 13, πρβλ. Ἀλκίφρ. 3. 20. 2) περιληπτικῶς ἀντὶ τοῦ οἱ θεαταί, ἐς δάκρυα ἔπεσε τὸ θέατρον Ἡρόδ. 6. 21· τὸ γὰρ θέατρον δεξιὸν Ἀριστοφ. Ἱππ. 233 κ. ἀλλ.· βλέψαντος ἐναντία τοσούτῳ θεάτρῳ Πλάτ. Συμπ. 194Β. 3) = θέα, θέαμα, θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις, πρβλ. θεατρίζεσθαι, Α΄ Ἐπισ. πρὸς Κορινθ. δ΄, 9. - Πρβλ. ἀμφιθέατρον.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
I. 1 théâtre, lieu où l’on assiste à un spectacle ; fig. θέατρον τῶν πράξεων PLUT théâtre des actions de qqn;
2 place au théâtre;
3 au sens collectif les spectateurs;
II. lieu pour une assemblée en gén.
Étymologie: θεάομαι.

English (Strong)

from θεάομαι; a place for public show ("theatre"), i.e. general audience-room; by implication, a show itself (figuratively): spectacle, theatre.

English (Thayer)

θεατρου, τό (θεάομαι);
1. a theatre, a place in which games and dramatic spectacles are exhibited, and public assemblies held (for the Greeks used the theatre also as a forum): θεά and θέαμα, a public show (Aeschines dial. socr. 3,20; Achilles Tatius 1,16, p. 55), and hence, metaphorically, a man who is exhibited to be gazed at and made sport of: A. V. a spectacle).

Greek Monotonic

θέᾱτρον: Ιων. θέητρον, τό (θεάομαι),
1. τόπος που προσφέρει θέα, ιδίως το θέατρο, σε Ηρόδ., Θουκ., κ.λπ.
2. περιληπτικό ουσ. αντί οἱ θεαταί, οι άνθρωποι στο θέατρο, οι θεατές, το ακροατήριο, σε Ηρόδ., Αριστοφ.
3. = θέαμα, θέαμα, εκδήλωση προς θέαση· θέατρον γενηθῆναι = θεατρίζεσθαι, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

θέᾱτρον: ион. θέητρον τό
1) театр (как место представлений, иногда - народных собраний) Plat., Arst., Plut.: εἰς τὸ θ. εἰσφέρειν Isocr. поставить на сцене; ἐς τὸ θ. ἐλθόντες ἐξεκλησίασαν Thuc. (пирейские гоплиты), отправившись в театр, провели собрание;
2) досл. зрелище, перен. посмешище (τῷ κόσμῳ καὶ ἀνθρώποις NT);
3) собир. (= οἱ θεαταί) тж. pl. театр, зрители Arph., Plat., Arst., Luc.: ἐς δάκρυα ἔπεσε τὸ θ. Her. театр плакал;
4) перен. поприще: θ. τῶν πράξεων Plut. поле деятельности.

Middle Liddell

θεάομαι
1. a place for seeing, esp. a theatre, Hdt., Thuc., etc.
2. collective for οἱ θεαταί, the people in the theatre, the spectators, "the house, " Hdt., Ar.
3. = θέαμα, a show, spectacle, θ. γενηθῆναι, = θεατρίζεσθαι, NTest.

Chinese

原文音譯:qšatron 帖阿特朗
詞類次數:名詞(3)
原文字根:(安置)
字義溯源:公眾表演場所,戲院,戲園,表演,景象,一臺戲;源自(θεάομαι)*=察看)
出現次數:總共(3);徒(2);林前(1)
譯字彙編
1) 戲園(2) 徒19:29; 徒19:31;
2) 一臺戲(1) 林前4:9