Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρυερός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κρῠερός Medium diacritics: κρυερός Low diacritics: κρυερός Capitals: ΚΡΥΕΡΟΣ
Transliteration A: kryerós Transliteration B: kryeros Transliteration C: kryeros Beta Code: kruero/s

English (LSJ)

ά, όν, but

   A ἀρῆς κρυεροῖο Hes.Th.657: (κρύος):—icy, cold, chilling, in Hom. only metaph., κρυεροῖο γόοιο Od.4.103, al.; κμυεροῖο φόβοιο Il.13.48; κρυεροῦ Ἀΐδαο Hes.Op.153; θανάτου τελευτή E.Fr. 916.6 (anap.); πάθεα Ar.Ach.1191 (lyr.); θάλαμος, of the grave, Epigr.Gr.241.4 (Smyrna): in the lit. sense, icy-cold, κ. νέκυς Simon. 114.5, cf. Ar.Av.951, 955, Hdn.1.6.1, etc.

German (Pape)

[Seite 1515] (κρύος), kalt, Ar. Av. 955, schaudernd; ὕδωρ Qu. Sm. 3, 527; νέκυς Simonds. (VII, 496) u. Sp. – Gew. aber = Schauder erregend, wobei es Einen kalt überläuft, schauerlich, furchtbar, wie Ἅιδης, Hes. O. 152; γόος, Od. 4, 103; στυγερὰ τάδε κρυερὰ πάθεα Ar. Ach. 1191; 80.

Greek (Liddell-Scott)

κρυερός: -ά, -όν, ἀλλὰ ἀρῆς κρυεροῖο Ἡσιόδ. Θ. 657· (κρύος)· ― ψυχρός, παγετώδης, παρ’ Ὁμ. μόνον μεταφ., κρυεροῖο γόοιο Ὀδ. Δ. 103, ἀλλ.· κρυεροῖο φόβοιο Ἰλ. Ν. 48· οὕτω κρυεροῦ Ἀΐδαο Ἡσιόδ. Ἔργ. κ. Ἡμέρ. 152· θανάτου τελευτὴ Εὐρ. Ἀποσπ. 908. 6· πάθεα Ἀριστοφ. Ἀχ. 1191· κρ. θάλαμος, ἐπὶ τοῦ τάφου, Ἑλλ. Ἐπιγρ. 241. 4· ― ἀλλ’ ἐν τῇ κυριολεκτικῇ σημασίᾳ, ψυχρὸς ὡς πάγος, παγερός, κρ. νέκυς Σιμων. 88, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 951, 955, Ἡρῳδιαν. 1. 6, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ά ou ός, όν :
1 froid, glacé;
2 qui glace d’effroi ; effrayant, terrible.
Étymologie: κρύος.

English (Autenrieth)

(κρύος): chilling, dread.

Greek Monolingual

-ή, -ό, θηλ. και -ά (AM κρυερός, -ά, -όν)
νεοελλ.-μσν.
λίγο ψυχρός, δροσερός, όχι πολύ θερμός
(μσν-αρχ.) (κυριολ.-μτφ.) ψυχρός, παγερός (α. «κρυερὸς νέκυς», Σιμων.
β. «δόμον κρυεροῡ Ἀΐδαο», Ησίοδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κρύος (ΙΙ) + κατάλ. -ερός (πρβλ. γλυκ-ερός, σκι-ερός)]. Η σύνδεση με αρχ. ινδ. krū-, αβεστ. xrura «γδαρμένος, αιμόφυρτος» και λατ. crudus δεν φαίνεται πειστική].

Greek Monotonic

κρυερός: -ά, -όν και -ός, -όν (κρύος),
1. ψυχρός, παγερός, στον Όμηρ.· μόνο μεταφ., κρυεροῖο γόοιο, κρυεροῖο φόβοιο· ομοίως, κρυερὰ πάθεα, σε Αριστοφ.
2. ψυχρός σαν πάγος, στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κρυερός -ά -όν, f. ook -ός [~ κρύος] ijskoud; subst. τὰ κρυερά de vrieskou. overdr. ijselijk, huiveringwekkend:. κρυερὸς φόβος huiveringwekkende angst Il. 13.48; κρυερὸς γόος ijselijk geklaag Od. 4.103.

Russian (Dvoretsky)

κρυερός: и Hes.
1) холодный, остывший (νέκυς Anth.);
2) леденящий, страшный (γόος, φόβος Hom.; Ἃιδης Hes.; πάθεα Arph.);
3) застывший от ужаса (πόλις Arph.).

Frisk Etymological English

κρυμός See also: s. κρύος.

Middle Liddell

κρυερός, ή, όν κρύος
1. icy, chilling, in Hom. only metaph., κρυεροῖο γόοιο, κρυεροῖο φόβοιο; so κρυερὰ πάθεα Ar.
2. icy-cold, Ar.

Frisk Etymology German

κρυερός: κρυμός
{kruerós}
See also: s. κρύος.
Page 2,28