Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μιαιφόνος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: μῐαιφόνος Medium diacritics: μιαιφόνος Low diacritics: μιαιφόνος Capitals: ΜΙΑΙΦΟΝΟΣ
Transliteration A: miaiphónos Transliteration B: miaiphonos Transliteration C: miaifonos Beta Code: miaifo/nos

English (LSJ)

ον, (parox.)

   A bloodthirsty, murderous, in Il. always epith. of Ares, 5.31, 455, 844, al.: coupled with θρασύχειρ, B.Scol.Oxy.5.1; μιαιφόνον μύσος = pollution of murder, taint of murder, E.Andr.335: c. gen., μιαιφόνος τέκνων = murderess of thy children, Id.Med.1346: Comp. μιαιφονώτερος Hdt.5.92.ά, E.Med.266: Sup. μιαιφονώτατος Id.Tr.881. Adv. μιαιφόνως Memn. 1.4: Sup. μιαιφονώτατα D.C.79.3.

German (Pape)

[Seite 182] mit Mordbesudelt, blutbefleckt; Ares, Il. 5, 31 u. öfter; ἄναλκις μᾶλλονμιαιφόνος, Aesch. Prom. 870; μιαιφόνοι γάμοι, Soph. El. 483; Achilleus, Eur. Hec. 24; Σφίγξ, Phoen. 1748, öfter; auch übertr., οὐκ ἔστιν ἄλλη φρὴν μιαιφονωτέρα, Med. 266; Κυψέλου μιαιφονώτερος, Her. 5, 92; dem ἀδικώτερον entsprechend, ibd.; Tim. Locr. 104 e; Xen. u. Folgde; – μιαιφονώτατα, D. C. 79, 3.

Greek (Liddell-Scott)

μιαιφόνος: -ον, ὁ φόνοις μιαινόμενος, αἱμοχαρής, ἐν τῇ Ἰλ. ἀείποτε ἐπίθ. τοῦ Ἄρεως, Ε. 31, 355, 844, κτλ.· ἐντεῦθεν, μεμιασμένος αἵματι, ἔνοχος αἵματος, Τραγ.· πρβλ. μίασμα· μετὰ γεν., τέκνων μιαιφόνε, μεμιασμένη διὰ τοῦ αἵματος τῶν τέκνων σου, Εὐρ. Μήδ. 1346. - Συγκρ. -ώτερος Ἡρόδ. 5. 92, 1, Εὐρ. Μήδ. 266· ὑπερθετ. -ώτατος, ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 881. Ἐπίρρ. -ως, Μέμν. ἐν Φωτ. Βιβλ. 222· ὑπερθετ. -ώτατα, Δίων Κ. 79. 3.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
souillé d’un meurtre, homicide, meurtrier.
Étymologie: μιαίνω, πεφνεῖν.

English (Autenrieth)

blood-stained, epith. of Ares. (Il.)

Greek Monolingual

-ο(ν) (ΑΜ μιαιφόνος και μιηφόνος -ον)
ο μιασμένος από φόνο, ο ένοχος για φόνο
νεοελλ.
(και για ξίφος) φονικός, αιματοβαμμένος
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ μιαιφόνον
διάπραξη φόνου
αρχ.
1. (συν. ως επίθ. του θεού Αρη) αιμοχαρής, αιμοδιψής, δολοφονικός
2. αυτός που προκαλείται από φόνο («μιαιφόνου μύσος», Ευρ.).
επίρρ...
μιαιφόνως (Α)
με μιαιφόνο τρόπο, φονικά, δολοφονικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μιαι- (βλ. λ. μιαίνω) + -φόνος (< φόνος), πρβλ. μητρο-φόνος. Το -η- του τ. μιηφόνος οφείλεται πιθ. σε φωνητική εναλλαγή του -αι-].

Greek Monotonic

μιαιφόνος: -ον, στιγματισμένος από αίμα, αιμοδιψής, αιματηρός, σε Ομήρ. Ιλ.· μολυσμένος με αίμα, ένοχος αιματοχυσίας, φόνου, στους Τραγ.· με γεν., μιαιφόνος τέκνων, κηλιδωμένη με το αίμα των παιδιών σου, σε Ευρ.· συγκρ. -ώτερος, σε Ηρόδ., Ευρ.· υπερθ. -ώτατος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

μιαιφόνος:
1) обагренный кровью, запятнанный убийством (χεῖρες Eur.; γάμοι Soph.; ἐξώλης καί μ. Plut.): τέκνυιν μ. Eur. детоубийца;
2) кровожадный (Ἄρης Hom.; τυραννίς Her.).

Middle Liddell

μιαι-φόνος, ον
blood-stained, bloody, Il.: defiled with blood, blood-guilty, Trag.; c. gen., μ. τέκνων stained with thy children's blood, Eur.:—comp. -ώτερος Hdt., Eur.; Sup. -ώτατος, Eur.