Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὗ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: οὗ Medium diacritics: οὗ Low diacritics: ου Capitals: ΟΥ
Transliteration A: hoû Transliteration B: hou Transliteration C: ou Beta Code: ou(=

English (LSJ)

gen. of relat. and possess. Prons. ὅς: as Adv.

   A where, v. ὅς, ἥ, ὅ A b.1.
οὗ, οἷ, ἕ,    A FORMS: gen. ἕο Il.5.343, al., εὗ v.l. in Od.19.446 (ap.A.D.Pron.76.15, etc.), al., εἷο Il.4.400, Od.22.19, ἑοῦ A.D.Pron. 77.10; ἑο enclit., Od.14.461, εὑ Il.14.427, al., Hdt.3.135; ἕθεν is another Ep. form, Il.3.128,al. (used by A.Supp.66 (lyr.)), enclit. in Il. 9.686, al.; ϝέθεν Alc.11; οὗ ἕθεν together, A.R.1.362, 4.1471; εἷο for ἐμοῦ, Id.2.635: Att. οὗ, but rarely used, S.OT1257, Pl.Smp.174d, R.393e, 614b: Locr. ϝέος dub. in IG9(1).334.33 (v B. C.): Boeot. ἑοῦς Corinn.2: Dor. ϝίο (γίο cod.) Hsch.: late Ep. ἑοῖο A.R.1.1032 (v.l. ἑεῖο): dat. οἷ Od.11.433, al., enclit. in 1.17, al. (enclit. οἱ perh. as gen., Il.16.531, Archil.29, Hdt.1.60, 3.15, A.R.3.371, Theoc.25.66, cf.Sch. Il.19.384 and ἐγώ 11): Delph. ϝοι GDI2561 D14 (also Aeol., Sapph. 111): Att. οἷ Pl.Smp.174e, X.An.1.1.8, enclit. οἱ A.Ag.1147 (lyr.), Th.2.13, al., Antipho 5.93, And.1.38, Pl.Phlb.60d, al., X.Mem.1.2.32, etc.: ἑοῖ twice in Hom., Il.13.495, Od.4.38; ἑοῖ αὐτῇ used of the 1 pers., A.R.3.99: for ϝίν, ἵν, v. : Boeot. ἑΐν Corinn.36: acc. ἕ Il.4.497, al., Pi.O.9.14, enclit. ἑ Il.1.236, al., never in Trag., Com., Th., Hdt., or X., but found in Pl.Smp.175a,al.; ἑέ twice in Hom., Il. 20.171, 24.134 (perh. with elision in 14.162, 17.551); as fem. pl., h.Ven.267; ϝηέ dub. in GDI1267.23 (Pamphylia): for the forms σφε, μιν, νιν, ἵ, σφωέ, σφεῖς, v. sub vocc.    B MEANINGS:    I him, her, ἐπεί ἑό φημι βίῃ πολὺ φέρτερος εἶναι Il.15.165; ἅλις δέ οἱ· ἀλλὰ ἕκηλος ἐρρέτω· ἐκ γάρ εὑ φρένας εἵλετο μητίετα Ζεύς 9.376-7; περὶ κεῖνον ὀΐζυε καί ἑ φύλασσε 3.408; ἡ δέ οἱ κόμη ὤμους κατεσκίαζε Archil.29, etc.: this use is not found in Prose, exc. in dialects, IG4.506 (Argos), 7.2407.7 (Boeot.), Berl.Sitzb.1927.169 (Cyrene); ἀπέλαβε τήν οἱ ὁ πατὴρ εἶχε ἀρχήν his father, Hdt.3.15, cf. 4.50, al.    II as ἐμέ can be used reflexively (αὐτὰρ ἐγὼν ἐμὲ λύσομαι Il.10.378), so also (οὗ, οἷ), Ἀχιλῆα, ἕο μέγ' ἀμείνονα φῶτα, ἠτίμησεν Il.2.239; ἡ δ' ἔξοχα λυγρὰ ἰδυῖα οἷ τε κατ' αἶσχος ἔχευε καὶ ἐσσομένῃσιν ὀπίσσω Od.11.433; ἡ δὲ… ἀπὸ ἕο κάββαλεν υἱόν Il.5.343: later this reflex. sense is found only when the Pron. is used in a subordinate clause or construction (esp. acc. c. inf.) and refers to the subject of the principal Verb, e.g. προηγόρευε τοῖς Ἀθηναίοις… ὅτι Ἀρχίδαμος μέν οἱ ξένος εἴη… καὶ μηδεμίαν οἱ ὑποψίαν κατὰ ταῦτα γίγνεσθαι Th.2.13.    2 οὗ ἕ οἷ in combination with αὐτοῦ, αὐτόν, etc. forms a reflex. Pron. used without the foregoing restriction: in Hom. the two words are separate, e.g. πειρήθη δ' ἕο αὐτοῦ ἐν ἔντεσι δῖος Ἀχιλλεύς Il.19.384, cf. 5.64, al.: later they form one word, v. [[ἑαυτοῦ. [ὅς 'ϝ' ἄξει]], i.e. with elision of 'ϝέ, must be read or understood for ὃς ἄξει, Il.24.154, in view of ὅς σ' ἄξει in l. 183, and so prob. in 1.195 (cf. 208), 4.315 (ὥς 'ϝ'), 16.545 (μή 'ϝ'), Od.5.135 (ἠδέ 'ϝ'): so ἔνθα 'ϝ (οι) ἔσαν is conjectured for ἔνθ' ἔσαν οἱ Il.6.289 (cf. ἔνθα οἱ ἦσαν ὕες Od.15.556), also ἀμφὶ δέ 'ϝ (οι) ὄσσε in Il.5.310: the elided acc. ϝ' is prob. to be recognized in δὸς δέ ϝ' ἰν ἀνθροποις δόξαν ἔχεν ἀγαθ (ά) ν IG14.652 (Metapontum), rather than ϝιν.] ( from *swe, ἑέ from *sewe, cogn. with ὅς (Possess.) and ἑός, qq. v.)

French (Bailly abrégé)

adv. relat.
là où.
2adv.
v. ὅς¹.
32ᵉ sg. impér. ao. Moy. de ἵημι.

English (Autenrieth)

(σϝ., cf. sui), dat. οἷ, acc. ἕ, other forms, gen. εὗ, εἷο, ἕο, ἕθεν, dat. ἑοῖ, acc. ἑέ: (1) simple personal pron. of 3d pers., (of, to) him, her, rarely it, Il. 1.236; in this sense enclitic, except ἑέ. —(2) reflexive pron., not enclitic, (of, to) himself, herself (itself), Od. 7.217; usually with αὐτῷ, αὐτῇ, αὐτόν, αὐτήν, δ 3, Il. 14.162.

English (Strong)

genitive case of ὅς as adverb; at which place, i.e. where: where(-in), whither(-soever).

Greek Monotonic

οὗ:I. γεν. της αναφορ. αντων. ὅς.
II. ως επίρρ., όπου, βλ. ὅς, ἥ, ὅ Β. III.
• οὗ:
I. Λατ. sui, γεν. ενικ. γʹ προσ., αρσ. και θηλ. αντί αὑτοῦ, αὑτῆς, επίσης όμως αντί αὐτοῦ, αὐτῆς, σε Όμηρ.· Ιων. και Επικ. τύποι, ἕο, εὗ, εἷο· Επικ. επίσης ἕθεν.
II. δοτ. οἷ, Λατ. sibi = αὑτῷ, αὑτῇ, στον εαυτό του, στον εαυτό της, οἷ αὐτῷ και ἑοῖ αὐτῷ, σε Όμηρ.· αλλά, το εγκλιτ. οἱ = αὐτῷ, αὐτῇ, σ' αυτόν, σ' αυτήν, στον ίδ.
III. αιτ. , Λατ. se, ἓ αὐτόν, ἓ αὐτήν, σε Όμηρ.· το οποίο στην Αττ. γίνεται ἑαυτόν, βλ. ἑαυτοῦ· τα εγκλιτ. , ἑέ, αυτόν, αυτήν, σε Ομήρ. Ιλ.
IV.άλλοι τύποι της αιτ. είναι σφε, μιν, νιν, βλ. τα οικεία λήμματα.
V. η ονομ. ήταν , βλ. το οικείο λήμμα Vκ.λπ.
VI.για τον δυϊκ. και τον πληθ., βλ. σφωέ, σφεῖς.

Russian (Dvoretsky)

οὗ:
I [gen. к ὅς I] (эп.-ион. ἕο, εἷο, εὗ, ἕθεν; dat. οἷ - эп. ἑοῖ; acc. ἕ - эп.-ион. ἑέ, тж. μίν и νίν; pl. σφεῖς; в поэзии преимущ., в прозе всегда энкл.; у Hom. под ударением только как refl. или при логическом ударении)
1) pron. refl. 3 л. себя: ἐπεί ἑο κήδετο λίην Hom. так как (Одиссей) чрезвычайно заботился о (самом) себе; οἷ αὐτῷ θάνατον λιτέσθαι Hom. просить самому себе смерти; εὖ ἐντύνασαν ἓ αὐτήν Hom. тщательно принарядив себя;
2) pron. pers. 3 л. он: οὔτις εὑ ἀκήδεσεν Hom. не было никого, кто не заботился бы о нем (т. е. Патрокле); καί οἱ πείθονται Ἀχαιοί Hom. а ему (т. е. Агамемнону) покорны (все) ахейцы.
II adv. relat. [gen. к ὅς II]
1) где (οὗ Σπερχειὸς ἄρδει πεδίον Aesch.; οὗ ἡ μάχη ἐγένετο Xen.): οὗ γὰρ τοιούτων δεῖ, τοιοῦτός εἰμ᾽ ἐγώ Soph. где такие нужны, я там;
2) куда: οὗ κατέφυγε Xen. (город), куда он бежал; οὐκ οἶδεν, οὗ γῆς εἰσέδυ Eur. (никто) не знает, в какой уголок земли скрылась (Ифигения);
3) когда, при каких обстоятельствах: ἔστι δ᾽ οὗ σιγῆς λόγος κρείσσων Eur. бывают случаи, когда слово лучше молчания.

Middle Liddell

where, v. ὅς, ἥ, ὅ b. III.