Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὅς

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὅς Medium diacritics: ὅς Low diacritics: ος Capitals: ΟΣ
Transliteration A: hós Transliteration B: hos Transliteration C: os Beta Code: o(/s

English (LSJ)

ἥ, ὅν (not , v. Il.1.609,21.305, Od.11.515), gen.

   A οἷο Il.3.333, Od.1.330, al., οὗ 23.150, al. ; Cret. ϝός Leg.Gort.1.18,al., SIG 1183 ; so in Aeol., Sapph.Supp.1.6, Lyr.Adesp.32, cf. A.D.Pron. 107.11 :—POSSESS. PRON.:    I of the 3 pers., his, her, put either before or after its Noun, ᾧ πενθερῷ, ὃν θυμόν, etc., Il.6.170,202, etc. ; ἧς ἀρχῆς IG12.761 ; πόσιος οὗ, πατέρι ᾧ, Od.23.150,3.39, etc.: sts. also with Art., τὰ ἃ κῆλα Il.12.280 ; τὰ ἃ δώματα Od.14.153, etc.; also in Lyr., Pi.O.5.8, P.6.36 (elsewh. Pi. prefers ἑός), B.5.47: sts. in Trag., λέσχας ἇς A.Eu.367 (lyr.); ὧν παίδων S.OC1639 (iamb.); ἐκγόνοισιν οἷς E.Med.955 (iamb.): with Art., λιτῶν τῶν ὧν A.Th. 641 ; ὅπλων τῶν ὧν S.Aj.442; τῶν ὧν τέκνων Id.Tr.266, cf. 525 (lyr.); τοῖς οἷσιν αὐτοῦ Id.OT1248: so in Cret. Prose, τὰ ϝὰ αὐτᾶς Leg.Gort. 2.46 ; in Thgn.1009, ὧν αὐτοῦ κτεάνων is to be restd. for τῶν . . from IG12.499 ; once in Hdt., γυναῖκα ἥν 1.205; never in Att. Prose.    II of the 2 pers., for σός, thy, thine, Hes.Op.381, AP7.539 (Pers.), Mosch.4.77(dub. in Hom., v. infr.); and    III of the I pers., for ἐμός, my, mine, Od.9.28,13.320, A.R.4.1015,1036.—Signfs. II and III were denied for Homer by Aristarch., see esp. A.D.Pron.109.20 ; in Od.9.28 and 34 he (or at least A. D. l.c.) rendered ἧς γαίης and πατρίδος 'a man's own fatherland', and athetized Od.13.320: in Il.14.221,264,16.36,19.174, al., φρεσὶ σῇσιν has better Ms. authority than φρεσὶν ᾗσιν; and in Od.15.542, cf. 1.402, δώμασι σοῖσιν than δώμασιν οἷσιν; v. ἑός. (Cogn. with Skt. σϝάς 'his (my, thy) own', Slav. stem. svo- (used of all 3 persons, as in Skt.): I.-E. swo- was related to I.-E. sewo-, v. ἑός.)

German (Pape)

[Seite 394] ἥ, ὅν, pronomen possessivum der dritten Person, sein, seine, sein; Ζεὺς δὲ πρὸς ὃν λέχος ἤϊε, Il. 1, 609, vgl. 21, 305. 22, 459 Od. 11, 515; δεῖξαι δ' ἠνώγει ᾧ πενθερῷ, Il. 6, 170; εὔξατο ὃν κατὰ θυμόν, Od. 5, 444; an welchen Stellen deutliche Spuren des Digamma erhalten sind, welches das Wort ursprünglich hatte; vgl. noch χαριζομένη πόσεϊ ᾧ, Il. 5, 71, wie σθένεϊ ᾡ 16, 542; κάλλεος εἵνεκα οἷο, Od. 15, 251; τὸ ὃν μένος, Il. 21, 305, u. so gewöhnlich; an einzelnen andern ist das Digamma nicht beachtet, τόν φησιν ὃν ἔμμεναι 15, 112, ἅρμασιν οἷσι 23, 319, ποσὶν οἷσιν 21, 605; φρεσὶν ᾗσιν oft; wo vielleicht überall das in Prosa gewöhnliche ν ἐφελκυστικόν von den Grammatikern mit Unrecht zugesetzt ist; παῖδα ὅν Pind. P. 6, 36; Ol. 5, 8; ἐποπτῆρας λιπὼν τῶν ὧν, Aesch. Spt. 623; Eum. 345; τὸν ὃν προσμένουσ' ἀκοίταν, Soph. Trach. 522; τῶν ὅπλων τῶν ὧν πέρι, At. 437; auch τοῖς οἷσιν αὐτοῦ, seinen eigenen Kindern, O. R. 1248; auch bei Eur., vgl. Elmsl. ad Med. 925; u. bei sp. D. – Selten ist die Beziehung auf die zweite Person, δώμασιν οἷσιν ἀνάσσοις, Od. 1, 402, wo Bekker jetzt δώμασι σοῖσι lies't, aber schon die alten Erklärer bemerken auffallend genug diesen Vers als den einzigen, wo eine solche Vertauschung der Pronomina verschiedener Personen stattfinde, denn Il. 7, 152 ἀλλ' ἐμὲ θυμὸς ἀνῆκε πολεμίζειν θάρσεϊ ᾧ läßt sich auf θυμός beziehen und ist nicht nothwendig »in meinem Muthe« zu übersetzen, wie Od. 4, 191 Νέστωρ φάσχ' ὁ γέρων ὅτ' ἐπιμνησαίμεθα σεῖο οἷσιν ἐνὶ μεγάροισι, so oft wir deiner gedachten in seinem Hause, welcher Vers überdies von Aristarch, der diesen Gebrauch durchaus nicht zugeben wollte, verworfen wurde, wie auch Od. 13, 320, ἀλλ' αἰεὶ φρεσὶν ᾗσιν ἔχων δεδαϊγμένον ἦτορ ἠλώμην, wo ᾗσιν auf die erste Person gehen müßte. Doch scheint es allerdings die allgemeine Bdtg eigen gehabt zu haben, Od. 9, 27 οὔτοι ἔγωγε ἧς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι, wie ibid. 34 ὡς οὐδὲν γλύκιον ἧς πατρίδος οὐδὲ τοκήων γίγνεται. Vgl. noch Hes. O. 383, σοὶ δ' εἰ πλούτου θυμὸς ἐέλδεται ἐν φρεσὶν ᾗσιν, im eigenen, in deinem Sinne; und so noch bei sp. D., vgl. Ap. Rh. 4, 1015; M, sch. 4, 77; Pers. 5 (VII, 539). Vgl. übrigens Wolf Proleg. p. CCXLVIII u. Buttmann Lexil. I p. 90, wie oben das unter ἑός u. ἑαυτοῦ Bemerkte.

Greek (Liddell-Scott)

ὅς: ἥ, ὅ, γεν. οὗ, ἧς, οὗ, κτλ.· δοτ. πληθ. οἷς, αἷς, οἷς, κλ.· - Ἐπικ. τύποι: γενικ. ὅου (οὐδέποτε οἷο) ἐν ταῖς φράσεσιν ὅου κλέος οὔποτ’ ὀλεῖται Ἰλ. Β. 325, Ὕμν. εἰς Ἀπόλλ. 156· ὅου κλέος ἔσκε μέγιστον Ὀδ. Α. 70· θηλ. ἕης, Ἰλ. Π. 208· δοτ. πληθ. οἷσι, ᾗς, ᾗσι (ὡς παρ’ Ὁμήρ.). - Ἀντωνυμία, ἥτις ἐν τῇ ἀρχαιοτάτῃ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ ἦν ἐν χρήσει Α. ὡς δεικτικὴ ἀντωνυμία ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν οὗτος, ὅδε, τὸ καὶ ἄρθρον ὁ, ἡ, τό. Β. ὡς ἀναφορικὴ ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ τονούμενον ἄρθρον ὅ, ἥ, τό, (ἴδε ὁ, ἡ, τό, Γ)· παρὰ τοῖς μετέπειτα κατέστη μόνον ἀναφορικὴ ἀντωνυμία πλὴν ὀλίγων ἰδιαιτέρων φράσεων. - Ἡ δεικτικὴ αὕτη καὶ ἀναφορικὴ ἀντωνυμία δὲν πρέπει νὰ συγχέηται πρὸς τὴν κτητικὴν ὅς, ἥ, ὅν, ἴδε ἐν τέλει. (Ἡ ἑλλην. ἀναφορ. ὅς, ὅ, δέον νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν Σανσκρ. yas, οὐδ. yat, πρβλ. Ἐπίρρ. yât= ὥς, Λατ. is, id, Γοτθ. ja-bai ifu, jua (an), Λιθ. jis, ji (οὗτος, αὕτη), Ἀρχ. Σλαυ. i, ja, je (αὐτός, ή, ό)· - ἡ Ἑλλ. δασεῖα παρίσταται διὰ τοῦ y ἢ j· πρβλ. ὁ, ἡ, τὸ ἐν ἀρχ. καὶ ἴδε ὡς ΙΙ). Α. ΔΕΙΚΤΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ, = οὗτος, ὅδε· ἐνίοτε δὲ καὶ = αὐτός, Ι. Ὁμηρ. χρῆσις· - ὁ τύπος οὗτος ἀπαντᾷ μόνον κατ’ ὀνομ. ἀρσ. καὶ οὐδ. ὅς, ὅ, καὶ ἴσως κατ’ ὀνομ. πληθ. οἵ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἑπομένου τοῦ γάρ, ὅς γὰρ δεύτατος ἦλθεν Ὀδ. Α. 286· ἀλλὰ καὶ ὅς δείδοικε Ἰλ. Φ. 198· ὅ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων Ὀδ. Ω. 190, Ἰλ. Ψ. 9, πρβλ. Μ. 344· - τὰς δὲ λοιπὰς πτώσεις ἀναπληροῖ τὸ ὁ, ἡ, τό· ἂν καὶ τῶν ἐκδοτῶν τινες γράφουσιν ἥ ἐν Ἰλ. Ρ. 551, Ὀδ. Ω. 255, κλ.· - συχνάκις ἐν χρήσει ἐμφατικῶς ἐν τῇ ἀποδόσει καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον μετὰ τοῦ οὐδὲ ἢ μηδὲ πρὸ αὐτοῦ, μηδ’ ὅντινα γαστέρι μήτηρ κοῦρον ἐόντα φέροι, μηδ’ ὃς φύγοι Ἰλ. Ζ. 59, πρβλ. Η. 160, Ὀδ. Δ. 653· οὕτως ἡγουμένης, εἰς ἕτερον γὰρ τίς τε ἰδών ..., ὃς σπεύδει (ἀντί, ὅστις ἂν ἴδῃ, ὃς σπεύδει) Ἡσιόδ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 22. ΙΙ. παρὰ τοῖς μετέπειταχρῆσις αὕτη παρέμεινεν ἔν τισι μόνον τύποις: 1) ἐν ἀρχῇ προτάσεως, καὶ ὅς, καὶ οὗτος, Ἡρόδ. 7. 18, Ξεν. Συμπ. 1. 15· ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν τοῖς καὶ ἣ. καὶ αὐτή, καὶ οἵ, καὶ αὐτοί, πιθαν. γραπτέον καὶ ἡ, καὶ οἱ. Ἡρόδ. 8. 56, 87, Πλάτ. Φαίδων ἐν τέλ., Πρωτ. 310D, Συμπ. 201Ε, Ξεν. Ἀν. 7. 6, 4· ἴδε ὁ Α. VII. 1. 2) ὃς καὶ ὅς, τοιοῦτος καὶ τοιοῦτος ἄνθρωπος, Ἡρόδ. 4. 68· - ἐνταῦθα ὡσαύτως τὸ ἄρθρον ἀνεπλήρωε τὰς πλαγίας πτώσεις. 3) ἧ δ’ ὅς, ἧ δ’ ἥ, λέγει αὐτός, λέγει αὐτή, συχν. ἐν τοῖς Πλατων. διαλόγοις, ἴδε ἐν λέξει ἠμί. 4) ἐν ἀντιθέσεσὶν ἔνθα ἐνίοτε ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον, Λέριοι κακοί· οὐχ ὁ μέν, ὅς δ’ οὐ ..., Φωκυλ. 4· ὅς μὲν ..., ὁ δὲ ..., Μόσχ. 3. 77· ὃ μὲν ..., ὃς δὲ ..., ὃς δὲ …, Βίων 1. 81· οὕτω, τῷ μὲν ..., ᾧ δὲ ..., ᾧ δὲ ..., Ἀνθ. Π. 6. 187· ὃ μὲν ..., ὃ δὲ ..., ὃ δὲ ..., (οὐδ.), Εὐαγγ. κ. Ματθ. ιγ΄, 8· ἃ μὲν ..., ἃ δὲ ..., Ἀρχύτ. παρὰ Στοβ. τ. 1, 75· ὧν μὲν ..., ὧν δὲ ..., Φιλήμων ἐν Ἀδήλ. 41· πόλεις ἃς μὲν ..., ἃς δὲ ..., Δημ. 248. 19· ἐφ’ ὧν μὲν ..., ἐφ’ ὧν δὲ ..., Ἀριστ. Ἠθικ. Ν. 2. 8, 6· λίαν συχνάκις παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις· - ὡσαύτως ἀντιστοιχοῦν πρὸς ἄλλας ἀντωνυμ., ἑτέρων ..., ὧν δὲ .., Φιλήμων ἐν «Θηβ.» 1. 6· ἐφ’ ᾧ μὲν ..., ἐπὶ δὲ θἀτέρῳ Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 8. 4, κτλ. Β. ΑΝΑΦΟΡ. ΑΝΤΩΝ., ὅστις, ὁ ὁποῖος, Λατιν. qui, quae, quod. Ἐκ παραλλήλου μετὰ τῆς ἁπλῆς ἀναφορ. ὅς, ἥ, ὃ (παρ’ Ὁμ. καὶ ὁ, ἡ, τό), εὑρίσκομεν ἐν κοινῇ χρήσει τοὺς συνθέτους τύπους ὅστε, ὅστις καὶ ὅτις, ὅσπερ καὶ ὅπερ, ὅς γε. Τὰ ὃς καὶ ὅστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῶσι· τὸ ὅστις κυρίως σημαίνει ὁστισδήποτε, Λατ. quisquis, ἀλλὰ συχνάκις, ἀναφέρεται εἰς προηγούμενον ὡρισμένον, ἀκριβῶς ὡς τὸ ὅς ἢ ὄστε (ἴδε ἐν λέξει ὅστιςὅσπερ εἶναι ἐπιτεταμένος τύπος τοῦ ὃς (ἴδε ἐν λ. ὅσπερ), ὅς γε παρέχει εἰς τὸ ὃς δύναμιν περιοριστικὴν ἢ διακριτικήν, ὡς τὸ Λατ. qui quidem ἢ quippe qui, ἴδε ἐν λέξ. ὅς γε. ΧΡΗΣΙΣ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμ.· (αἱ ἑπόμεναι παρατηρήσεις ἀναφέρονται εἴς τε τοὺς τύπους ὅσγε, ὅσπερ, ὅστε, ὅστις, ὡς καὶ εἰς τὸν ἁπλοῦν τύπον ὅς)· 1) ὡς πρὸς τὴν ΣΥΜΦΩΝΙΑΝ. - Κυρίως συμφωνεῖ κατὰ γένος πρὸς τὸ ὄνομα ἢ τὴν ἀντωνυμίαν τῆς προηγουμένης προτάσεως, εἰς ἣν ἀναφέρεται, ἀκριβῶς ὡς ἐπὶθ. Ἀλλ’ ὁ κανὼν οὗτος ἐπιδέχεται πολλὰς ἐξαιρέσεις: 1) τὸ ἀναφορικὸν δύναται νὰ συμφωνῇ πρὸς τὸ νοούμενον οὐχὶ πρὸς τὸ δηλούμενον γένος τοῦ προηγουμένου ἢ δεικτικοῦ, φίλον θάλος, ὃν τέκον αὐτὴ Ἰλ. Χ. 87· τέκνων, οὓς ἤγαγε Εὐρ. Ἱκέτ. 12· - οὕτω μετὰ τὰ περιληπτικὰ ὀνόματα τὸ ἀναφορ. συχνάκις τίθεται ἐν τῷ πληθ. κατὰ τὸ γένος τὸ νοούμενον ὑπὸ τοῦ ὀνόματος, λαόν ..., οὕς ..., Ἰλ. Π. 369· στρατιάν ..., οἵ τινες ..., τὸ ναυτικόν, οἵ ..., Θουκ. 3. 4., 6. 91· τῷ πλήθει, οἵπερ ... Πλάτ. Φαῖδρ. 260Α· ἰδίως μετὰ τὰ ὀνόματα χωρῶν ἢ πόλεων, Τηλέπυλον Λαιστρυγονίην ἀφίκανεν, οἳ ... (δηλ. εἰς τὴν Τηλέπυλον τῶν Λαιστρυγόνων, οἱ ὁποῖοι ..) Ὀδ. Ψ. 319· τὰς Ἀθήνας, οἵγε ... Ἡρόδ. 7. 8, 2· Μέγαρα ..., οὓς .., Θουκ. 6. 94· - δύναται δὲ ὡσαύτως νὰ συμφωνῇ καὶ πρὸς ὄνομα ἢ ἀντωνυμίαν ὧν ἡ ἔννοια ὑπάρχει ἐν τῷ ἐπιθέτῳ, οἷον Θηβαίας ἐπισκοποῦντ’ ἀγυιάς, τὰν ..., = ἀγυιὰς Θήβης, τὴν ..., Σοφοκλ. Ἀντ. 1137· τοὺς Ἡρακλείους παῖδας, ὃς .., τοὺς παῖδας Ἡρακλέους ὃς ..., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 156· τῆς ἐμῆς ἐπεισόδου, ὃν ..., τῆς εἰσόδου ἐμοῦ, ὃν .., Σοφ. Ο. Κ. 730· (οὕτω, γυναικείας ἀρετῆς, ὅσαι ..., τῆς ἀρετῆς τῶν γυναικῶν ὅσαι ..., Θουκ. 2. 45)· τὸν ἥμισύν ἐστ’ ἀτελὴς τοῦ χρόνου· εἶθ’ ἧς πᾶσι μέτεστι ..., ἔνθα τὸ ἧς συμφωνεῖ πρὸς τὸ ἀτελείας ὅπερ νοεῖται ἐν τῷ ἀτελής, Δημ. 459. 15. 2) ὅταν τὸ προσδιοριζόμενον ὄνομα ἐν τῷ ἑνικῷ ἐννοῇ ὁλόκληρον τάξιν, τὸ ἀναφορικὸν ἀκολουθεῖ κατὰ πληθ. ἀριθμ., ἦ μάλα τις θεὸς ἔνδον, οἵ.. ἔχουσιν (ἀντὶ τις θεῶν, οἵ..) Ὀδ. Τ. 40· κῆτος, ἅ μυρία βοσκει.. Ἀμφιτρίτη, ἓν ἐκ τῶν μυρίων ἅπερ.., Μ. 97· αὐτουργός, οἵπερ..., εἷς ἐκ τῶν αὐτουργῶν, οἵτινες..., Εὐρ. Ὀρ. 920· σπάνιον παρὰ τοῖς πεζογράφοις: ἀνὴρ καλός τε κἀγαθός, ἐν οὐδαμοῦ σὺ φανήσει γεγονὼς Δημ. 328. 24, πρβλ. Λυσ. 94. 40. 3) τἀνάπαλιν, ἑνικὸν ἀναφορικὸν προσδιορίζει πληθυντικὸν δεικτικόν, ὅταν ἰδιαιτέρως πρόκηται νὰ προσδιορισθῇ εἷς τῶν εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην ἀνηκόντων· ἀλλὰ τότε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τίθενται τὰ ἀναφορικὰ ὅστις, ἢ ὃς ἄν· ἀνθρώπους τίνυσθον, ὅτις κ’ ἐπίορκον ὀμόσσῃ, ἀντὶ ἀνθρώπων τινά, ὅς κε ἐπίορκον ὀμόσσῃ Ἰλ. Γ. 279, πρβλ. Ἡσ. Θ. 459· πάντα…, ὅ τι νοοίης, δηλ. πᾶν τὸ ὁποῖον..., Ἀριστοφ. Νεφ. 1381· σπανίως μόνον τὸ ὅς, οἷον τὰ λίνεα [ὅπλα], τοῦ τάλαντονπῆχυς εἷλκε, τοῦ ὁποῖου ὁ εἷς πῆχυς..., Ἡρόδ. 7. 36. 4) τὸ ἀναφορικὸν ἐνίοτε τίθεται κατ’ οὐδ. συμφωνοῦν οὕτω μᾶλλον πρὸς τὴν ἐν τῷ προσδιοριζομένῳ ὑπάρχουσαν ἔννοιαν ἢ πρὸς αὐτὸ τὸ προσδιοριζόμενον ὄνομα, διὰ τὴν πλεονεξίαν, ὃ πᾶσα φύσις διώκειν πέφυκεν, διὰ τὴν πλεονεξίαν, - πρᾶγμα τὸ ὁποῖον.., Πλάτ. Πολ. 359C, πρβλ. Νόμ. 653Ε· τοὺς Φωκέας, ὃ σιωπᾶν εἰκὸς ἦν, ὄνομα, τὸ ὁποῖον.., Δημ. 355. 8· γυναῖκας ἐφ’ ὅπερ.., τὰς γυναῖκας, - πλάσμα (πρᾶγμα) διὰ τὸ ὁποῖον.., περιφρονητικῶς, Εὐρ. Βάκχ. 454. 5) μετὰ ῥημάτων δηλούντων τὸ καλεῖν ἢ ὀνομάζειν τὸ ἀναφορικὸν συχνάκις συμφωνεῖ μᾶλλον πρὸς τὸ ὄνομα ὅπερ προστίθεται ὡς κατηγορούμενον ἢ πρὸς τὸ προσδιοριζόμενον, ξίφος, τὸν ἀκινάκην καλέουσιν Ἡρόδ. 7. 54· τὴν ἄκρην, αἳ καλεῦνται Κληῖδες αὐτόθι 5. 108· πρβλ. 2. 17, 124, κτλ. ΙΙ. ὡς πρὸς τὴν ΣΥΝΤΑΞΙΝ. - Κυρίως τὸ ἀναφορικὸν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ οὐσιαστικοῦ ἢ ῥήματος τῆς ἰδίας προτάσεως καὶ κατὰ τὰς συντακτικὰς αὐτῶν ἀπαιτήσεις ἐκφέρεται. Πολλάκις ὅμως συμφωνεῖ κατὰ πτῶσιν πρὸς τὸ προσδιοριζόμενον δυνάμει ἕλξεως, τῆς γενεῆς, ἧς Τρωί περ εὐρύοπα Ζεὺς ἔδωκε (ἔνθα ἡ προσήκουσα πτῶσις θὰ ἦτο ἣν) Ἰλ. Ε. 265, πρβλ. Ψ. 649· ἀπὸ παδεύσιος, τῆς ἐπεπαίδευτο (ἀντὶ τῇ ἢ τὴν) Ἡρόδ. 4. 78· ἦτο δὲ ἡ σύνταξις αὕτη τοσοῦτον κοινὴ παρὰ τοῖς Ἀττ., ὥστε ἐκλήθη ἕλξις ἀττική, Θουκ. 7. 21, κτλ.· - συχνότατα δὲ συμβαίνει τοῦτο ἐπὶ τῆς δεικτικῆς ἀντωνυμίας, ἧς παραλειπομένης λαμβάνει τὴν πτῶσιν τὸ ἀναφορικόν, οἷον οὐδὲν ὧν λέγω (ἀντὶ οὐδὲν τούτων, ἃ λ.) Σοφ. Ἠλ. 1048, 1220, κτλ.· ξὺν ᾧπερ εἶχον οἰκετῶν (ἀντὶ ξὺν τούτῳ, ὅνπερ) ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 334· ἀνθ’ ὧν (ἀντὶ τούτων ἃ...) Ξεν. Κύρ. 3. 1, 34· πρὸς οἷς (ἀντὶ πρὸς τούτοις, ἃ..) Πλάτ. Γοργ. 519Α, κτλ.· ἐνίοτε ἡ δεικτικὴ ἀντωνυμία ἀκολουθεῖ, ἀφ’ ὧν ἐγένεσθε ἀγαθοί, ἀπὸ τούτων ὠφελεῖσθαι Θουκυδ. 3. 64, πρβλ. Δημοσθ. 95. 23., 96. 17. - Ἡ ἕλξις αὕτη σπανίως εὑρίσκεται πλὴν ὅταν ἡ αἰτιατ. γίνηται γενικ. ἢ δοτ., ἴδε κατωτ.· - ἐνίοτε ὅμως ἡ ὀνομαστ., οὐδὲν εἰδότες τῶν ἦν (ἀντί, τούτων ἃ ἦν) Ἡρόδ. 1. 78· ἀφ’ ὧν παρεσκεύασται (ἀντί, ἀπὸ τούτων, ἃ παρ.) Θουκ. 7. 67· καὶ ἐνίοτε ἡ δοτ., ὧν ἐγὼ ἐντετύχηκα οὐδεὶς (ἀντί, τούτων οἷς...) Πλάτ. Γοργ. 509Α. β) τἀνάπαλιν τὸ προσδιοριζόμενον δεικτικὸν λαμβάνει τὴν πτῶσιν τοῦ ἀναφορ., φυλακὰς δ’ ἃς εἴρεαι.. οὔτις (ἀντί, φυλακῶν οὔτις) Ἰλ. Κ. 416· τὰς στήλας, ἃς ἵστα, αἱ πλεῦνες... (ἀντί, τῶν στηλῶν... αἱ πλεῦνες) Ἡρόδ. 2. 106· -οὕτω καὶ ὅταν τὸ ὄνομα ἀκολουθῇ τὴν ἀναφορικήν πρότασιν, δύναται νὰ τεθῇ ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ ἀναφορικόν, Κύκλωπος κεχόλωται, ὃν ὀφθαλμοῦ ἀλάωσεν, ἀντίθεον Πολύφημον Ὀδ. Α. 69, πρβλ. Δ. 11, Ἰλ. Γ. 122, Αἰσχύλ. Θήβ. 553, Εὐριπ. Ἑκάβ. 771, 986, Ἱπποκρ. 101, Πλάτ., κλ.· οὕτω παρ’ Οὐεργιλίῳ urbem quam vesta est. 2) κατά τι ὅμοιαι εἶναι αἱ περιπτώσεις ἐν αἷς ἡ δεικτικὴ ἀντωνυμία ἢ τὸ οὐσιαστικὸν μετὰ τοῦ ἄρθρου μεταφέρονται εἰς τὴν ἀναφορικὴν πρότασιν, Ἰνδὸν ποταμόν, δεύτερον τοῦτον, ὃς …, Ἡρόδ. 4.44· σφραγῖδα..., ἣν ἐπὶ δέλτῳ τήνδε κομίζεις Εὐρ. Ι. Α. 156· -ἐν Πλάτ. Νόμ. 647Α, φοβούμεθα δέ γε... δόξαν..., ὃν δὴ καὶ καλοῦμεν [τὸν φόβον] ἡμεῖς γε αἰσχύνην, αἱ λέξεις τὸν φόβον φαίνονται γλώσσημα. 3) τὸ ἀναφορ. ε’ν πάσῃ πτώσει δύναται νὰ ἔχῃ γενικὴν μεριστικὴν προηγουμένην ἢ ἀκολουθοῦσαν, ἀθανάτων ὅστις, πᾶς τις τῶν ἀθανάτων ὅστις..., Ὀδ. Ο. 35· δμωάων ἥτις τοι ἀρίστη φαίνεται εἶναι αὐτόθι 25· ἀνδρῶν ὅστις ἵκηται ἀλώμενος Ε. 448, κλ.· οἳ.. τῶν ἀστῶν Ἡρόδ. 7. 170· οὓς... βαρβάρων Αἰσχύλ. Πέρσ. 475· ᾧ... τῶν ἡνιόχων Πλάτ. Φαῖδρ. 247Β· συχν. ἐν τῷ οὐδ., ἐς ὃ δυνάμιος Ἡρόδ. 7. 50· οἶσθ’ οὖν ὃ κάμνει τοῦ λόγου, ποῖον μέρος τοῦ λόγου σου, Εὐρ. Ἴων 363· ᾧπερ τῆς τέχνης ἐπίστευον, εἰς τὸ ὁποῖον μέρος (τὸ ἰδιαίτερον) τῆς τέχνης των..., Θουκ. 7. 36· τὰ μακρὰ τείχη, ἃ σφῶν.. εἶχον ὁ αὐτ. 4. 109, κλ.· - σπάνια τὰ παραδείγματα ὡς τὸ: ἣν χθονὸς (ἀντὶ ὃ χθονὸς) Αἰσχύλ. Θηβ. 818. ΙΙΙ. ὡς πρὸς τὰς ΕΓΓΛΙΣΕΙΣ, καθ’ ἃς ἐκφέρεται ἡ ἀναφορικὴ πρότασις: Ι. ὁ ἐνεστὼς τῆς ὁριστικῆς εἶναι ἐν χρήσει ὅταν ἡ ἀναφορικὴ πρότασις ἐκφέρῃ θετικὸν γεγονός· ἀλλ’ ὡσαύτως συνήθως μετὰ τὸ ὅστις, τῷδ’ ἔφες ἀνδρὶ βέλος, ὅστις ὅδε κρατέει Ἰλ. Ε. 175· κλῦθι, ἄναξ, ὅτις ἐσσί, ὅστις δήποτε καὶ ἂν εἶσαι, Ὀδ. Ε. 445· δουληίην.. ἥτις ἐστὶ Ἡρόδ. 6. 12· ὅ τι ἀνήρ καὶ γυνή ἐστι, ὁτιδήποτε εἶναι..., ὁ αὐτ. 2. 60· Ζεύς, ὅστις ποτ’ ἐστὶν Αἰσχύλ. Ἀγ. 160· τίς οὕτω μαίνεται, ὅστις... οὐ βούλεται...; Ξεν. Ἀν. 2. 5, 12, κτλ.· - ὅταν τὸ γεγονὸς παρίσταται ὡς τυχαῖον, γίνεται χρῆσις τῶν ἱστορικῶν χρόνων μετὰ τοῦ ἄν, οὐκ ἔστιν ἥτις τοῦτ’ ἂν.. ἔτλη Εὐρ. Μήδ. 1339, πρβλ. Πλάτ. Ἀπολ. 38D. 2) ἡ ὑποτ., ὅταν ἡ ἀναφορ. πρότασις ἐκφέρῃ γεγονὸς πιθανόν, ἐνδεχόμενον ἢ ὑποτιθέμενον, ὅτε τὸ ἂν ἀείποτε προστίθεται ἐν τῷ πεζῷ Ἀττικῷ λόγῳ. Ἀλλ’ ἡ ὑποτακτ. τίθεται ἐπὶ πλαγίων ἐρωτήσεων, τί σοὶ πιθώμεσθ’; Ἀπόκρ. ὅ τι πίθησθε; Ἀριστοφάν. Ὄρν. 164· ἐπὶ αὐθυποτάκτων, ᾧ μεταδῶμεν, εἰς ὃν ἂς.. , Πλάτ Μένων 89Ε, κλ. -.Οὕτω καὶ κατὰ προστ., ὅν ὑμεῖς... νομίσατε Λυσ. 157. 27· περὶ τοῦ οἶσθ’ ὃ δρᾶσον, ἴδε *εἴδω Β. 7. 3) ἡ εὐκτ. ὅταν ἡ ἀναφορικὴ πρότασις ἐκφέρῃ εὐχήν· ἢ ὅταν προσθήκῃ τοῦ ἂν τὸ ῥῆμα ἐκφέρῃ ἁπλῶς τὸ δυνατὸν γενέσθαι, ἐλπίς, ᾗ μόνῃ σωθεῖμεν ἂν Εὐρ. Ἑλ. 815· -ἀλλ’ ἐπὶ καθολικῆς ἐννοίας τὸ ἂν παραλείπεται, οἷον, ἔρδοι τις ἣν ἕκαστος εἰδείη τέχνην, ὅτε ἐν τῇ Λατ. τίθεται ἐνεστὼς ὑποτακτ. (quam quisque norit artem in hac se exerceat), Ἀριστοφ. Σφ. 1431, πρβλ. Σοφ. Τρ. 94· ὃν πόλις στήσειε, τοῦδε χρὴ κλύειν ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 666, κτλ. 4) ἡ προστ., ἴδε ἀνωτ. 2. 5) τὸ ἀπαρέμφ., ἐπὶ πλαγίου λόγου, ἔτι δὲ .. χρήματα οὐκ ὀλίγα, οἷς χρήσεσθαι αὐτοὺς (ἐξυπακ. ἔφη) Θουκ. 2. 13· μάλιστα ἡγουμένου τοῦ ἐφ’ ᾧ τε ἴδε ἐπὶ Β. ΙΙΙ. 3. IV. ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΑΙ χρήσεις: 1) παρ’Ὁμ. καὶ τοῖς δοκίμοις τὸ ἀναφορικὸν πολλάκις ἀντικαθίστησιν ἐν δευτέρᾳ προτάσει τὸ δεικτικὸν μετὰ τοῦ καὶ ἢ δέ, ἔτι καὶ ἂν μετεβλήθη ἡ πτῶσις, οἷον, ἄνδρα... ὃς μέγα πάντων Ἀργείων κρατέει καί οἱ πείθονται Ἀχαιοὶ (ἀντὶ καὶ ᾧ ἢ ᾧ καὶ) Ἰλ. Α. 78· ὅου κράτος ἐστὶ μέγιστον.. Θόωσα δέ μιν τέκε νύμφη (ἀντὶ ὃν τέκε) Ὀδ. Α. 70, πρβλ. Ξ. 85, κτλ.· τοῦτο δὲ ἐνίοτε καὶ χωρὶς νὰ τίθηται τὸ δεικτικόν, δοίη δ’ ᾧ ἐθέλοι καί οἱ κεχαρισμένος ἔλθοι (ἀντὶ καὶ ὅς οἱ) Β. 54, πρβλ. 114· οὕς κεν ἐῢ γνοίην καί τ’ οὔνομα μυθησαίμην (ἀντὶ καὶ ὧν) Ἰλ. Γ. 235· ᾗ χαλκὸς μὲν ὑπέστρωται, χαλκὸν δ’ ἐπιέσται (ἐξυπ. αὐτὴ) Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 1. 47· ἅς ἐπιστήμας μὲν προείπομεν..., δέονται δὲ ὀνόματος ἄλλου Πλάτ. Πολ. 533D. 2) τὸ οὐδ. τῆς ἀναφορ. ἀντων. εὕρηται παρ’ Ἀττ. ἀπολύτως, ὡς εἰ εἶχε προηγηθῇ τοῦθ’ οὕτως ἔχει, ἤ τι παρόμοιον, ὅτε ἡ ἑπομένη πρότασις κοινῶς εἰσάγεται διὰ τοῦ γάρ, ὅτι, εἰ, ἐπειδή, κτλ.· ὅ δὲ δεινότατόν γ’ ἐστὶν ἁπάντων, ὁ Ζεὺς γὰρ ... ἕστηκεν Ἀριστ. Ὄρν. 514, πρβλ. Δημ. 406, 23, κλ.· ὃ δὲ πάντων σχετλιώτατον, εἰ... βουλευσόμεθα Ἰσοκρ. 127D· ὃ μὲν πάντων θαυμαστότατον ἀκοῦσαι ὅτι…, Πλάτ. Πολ. 491Β· ὡσαύτως ἄνευ συνδέσμου τινός· ὃ δὲ πάντων δεινότατὸν ἐστι, τοιοῦτος ὢν Ἀνδοκ. 31. 10 (κατ’ ἀνακόλουθον)· μετ’ αἰτιατικ. καὶ ἀπαρεμφ. ὃ δὲ πάντων δεινότατον.., ὑποδέξασθαι Λυσ. 154, ἐν τελ. κτλ.· - οὕτως ἐν ἑτέραις φράσεσιν, ὅ δ’ ἠπάτα σε πλεῖστον..., ηὔχει Εὐρ. Ἠλέκτρ. 938, πρβλ. Δημ. 942. 10. - Οὕτως ὡσαύτως τὸ οὐδέτ. πληθυντ. ἅ τίθεται ἐν ἀρχῇ προτάσεως ἄνευ τινὸς ὡρισμένης ἀποδόσεως, ἃ δ’... ἐστί σοι λελεγμένα, πᾶν κέρδος ἡγοῦ..., ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα..., Εὐρ. Μήδ. 453, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 81, Σοφ. Ο. Τ. 216, Ἀριστοφ. Ἱππ. 512, κτλ. 3) πολλάκις ἡ ἀναφορ. ἀντωνυμία δύναται νὰ ἀναλυθῇ εἰς σύνδεσμον καὶ τὴν προσωπ. ἀντων., οἷον ἄτοπα λέγεις…, ὅς γε κελεύεις (ἀντὶ ὅτι σύ γε) Ξεν. Ἀπομν. 2. 3, 15, πρβλ. Πλάτ. Συμπ. 204Β, κτλ.· - συχνότατα ἐν ὑποθ. προτάσει ἀντὶ τοῦ εἰ ἢ ἐάν τις, βέλτερον ὃς ... προσφύγῃ κακόν, ἠὲ ἁλώῃ Ἰλ. Ξ. 81, πρβλ Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 325· συμφορὰ δ’ εὐτυχές, οἳ ἂν ... λάχωσι κτλ. Θουκ. 2. 44· τὸ καλῶς ἄρξαι..., ὃς δ’ ἂν ἂν τὴν πατρίδα ὠφελήσῃ ὁ αὐτ. 6. 14. 4) ἀναφορικὴ ἀντων. ὑπάρχει καὶ ὅπου παρ’ ἡμῖν δύναται νὰ τεθῇ τελικὴ πρότασις, ἄγγελον ἧκαν, ὃς ἀγγείλειε, qui nunciaret, ἵνα ἀναγγείλῃ, Ὀδ. Ο. 450. κλητοὺς ὀτρύνομεν, οἵ κε τάχιστα ἔλθωσ’, ἵνα τάχιστα ἔλθωσι.., Ἰλ. Ι. 165· πρέσβεις ἄγουσα, οἵπερ φράσωσιν, ἵνα φράσωσι…, Θουκ. 7. 25· καὶ συχν. μετὰ μέλλ. ὁριστ., πέμψον τιν’, ὅστις σημανεῖ Εὐρ. Ι. Τ. 1208, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 2, Ἀπομν. 2. 1, 14· - οὕτω καὶ ἀντὶ τοῦ ὥστε, ἡγουμένου τῶν οὕτω, ὧδε, κτλ., οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος. ὃς θανεῖν ἐρᾷ (ἀντὶ ὥστε ἐρᾶν) Σοφ. Ἀντ. 220, πρβλ Ἡρόδ. 4. 52 (καὶ αὐτόθι Valck.), Εὐρ. Ἄλκ. 198, Ἀριστοφ. Ἀχ. 737, κτλ. 5) ὅς συχνάκις τίθεται ὅπου θὰ προσεδοκῶμεν οἷος, ὡς μαθὼν ὃς εἶ φύσει, οἷος ἐκ φύσεως, Λατ. qui sis, Σοφ. Αἴ. 1259, πρβλ. Πλάτ. Εὐθύδ. 283D, κτλ. 6) παρ’ Ἡροδότῳ τὸ ὃς ἐνίοτε ἀναγινώσκεται ἀντὶ τοῦ ὅστις ἢ τις ἐν πλαγίῳ λόγῳ, οἷον, ὃς ἦν ὁ ἀναδέξας, οὐκ ἔχω εἰπεῖν, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίς ἦτο ὁ..., 6. 124· γενομένης λέσχης ὅς γένοιτο... ἄριστος 9. 71· (ἐν 4. 131., 6. 37., 7. 37, τί ἐθέλει (θέλοι) εἶναι πιθ. ἡ ὀρθὴ ἀνάγνωσις ἀντὶ τὸ ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις)· οὕτω, δηλώσας ὃς ἦν Ἀριστ. Ποιητ. 11, 2. Α α., ἡ ἀναφορικὴ ἀντωνυμ. συνημμένη μετὰ μορίων ἢ συνδέσμων, Ι. ὅς γε, ἴδε ὅσγε. ΙΙ. ὅς δή, ἴδε δὴ Ι. 5· ― ὃν δήποτε τρόπον, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 13. 2, 20· ὁδήποτε, ἁδήποτε, οἱαδήποτε πράγματα, ὁ αὐτ. ἐν Ἠθ. Ν. 9. 1. 5., 9. 6, 2. ΙΙΙ. ὃς καί, ὅστις ὡσαύτως …, Ὅμ.· ἀλλὰ καὶ ὅς, καὶ ὁ ὁποῖος, Ἕρμανν. εἰς Σοφ. Ο. Τ. 688. IV. ὅς κε ἢ κεν, Ἀττ. ὅς ἄν, σχεδὸν ὅμοιον τῷ ὅστις, Λατ. quicunque, ὅστις καὶ ἄν, ὁστιςδήποτε …, εἴτε ὑπάρχει τοιοῦτός τις εἴτε οὐχί, ἴδε ἂν Α. 1. 2) τὸ ὅς κε κεῖται σχεδὸν ὡς τὸ εἴ τις, οἷον νεμεσσῶμαί γε μὲν οὐδὲν κλαίειν, ὅς κε θάνῃσι Ὀδ. Δ. 196: ― καὶ τὸ ὅστις εὕρηται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συντεταγμένον. V. ὅσπερ, ὅστε, ὅστις, ἴδε τὰς λέξεις. Α β., ἀπόλ. χρήσεις πτώσεών τινων τῆς ἀναφορ. ἀντωνυμίας. Ι. γεν. ἑνικ. οὗ, ἐπὶ τόπου. 1) ὡς τὸ ὅπου, Αἰσχύλ. Πέρσ. 486, Σοφ. Ο. Κ. 158, καὶ συχν. παρ’ Ἀττ.· οὕτως, οὗ δὴ Αἰσχύλ. Πρ. 814, Πλάτ. Φαῖδρ. 248Β, κτλ.· οὗπερ Αἰσχύλ. Θήβ. 1011, Σοφ. Αἴ. 1237, Ο. Κ. 77, κτλ.· ― καταχρηστικῶς ἐπὶ περιστάσεων, οὗ γὰρ τοιούτων δεῖ, τοιοῦτος εἶμ’ ἐγὼ ὁ αὐτ. ἐν Φ. 1049, πρβλ. Πλάτ. Συμπ. 194Α, κτλ.: ― ἔστιν οὗ, ἐνιαχοῦ, ἔν τισι τόποις, Εὐριπ. Ὀρ. 638· ― οὗ μὲν…, οὗ δέ…, ἀλλαχοῦ μέν…, ἀλλαχοῦ δέ…, Ἀριστ. Οἰκ. 2. 1· ― μετὰ γενικῆς, οὐκ εἶδεν οὗ γῆς εἰσέδυ, εἰς ποῖον μέρος τῆς γῆς, Εὐριπ. Ι. Α. 1583· ἐννοεῖς οὗ ἐστι .. τοῦ ἀναμιμνήσκεσθαι Πλάτων Μένων 84Α· συνιδὼν οὗ κακῶν ἦν Λουκ. Τόξ. 17. 2) βραχυλογικῶς, μικρὸν προϊόντες ..., οὗ ἡ μάχη ἐγένετο (ἀντὶ ἐκεῖσε οὗ) Ξεν. Ἀν. 2. 1, 6· ἀπιὼν ἐκ τῆς πόλεως, οὗ κατέφυγε (ἀντὶ οἷ κατέφυγε καὶ οὗ ἦν) ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 5. 4, 14, πρβλ. Heind. εἰς Πλάτ. Φαίδωνα 108Β· οὕτως οὗπερ προσβεβοηθήκει Θουκ. 2. 86, πρβλ. 1. 134· ― παρὰ μεταγεν. τὸ οὗ ἦτο ἐν χρήσει ἁπλῶς ἀντὶ τοῦ οἷ, Φιλόστρ. 663, Τίμων παρὰ Διογ. Λ. 9. 105, Εὐαγγ. κ. Λουκ. ι΄, 1, κτλ.· ἀλλὰ παρὰ τοῖς δοκίμοις τοῦτο εἶναι σφάλμα τῶν ἀντιγραφέων. οἷον ἐν Δημ 538. 16, 19, κτλ. ΙΙ. δοτ. θηλ. ᾗ, Δωρ. ᾇ, ἐπὶ τόπου, ὡς τὸ Λατιν. qua, ὅπου, ᾗ μάλιστα, ᾗ ῥᾷστα, ᾗ ἄριστον, κτλ., ὡς τὸ ὡς μάλιστα, καὶ Λατ. quam celerrime, κτλ., συχν. παρὰ Ξενοφ. ΙΙΙ. ἀρχ. δοτ. οἷ, ὡς ἐπίρρ., ἴδε ἐν λ. οἷ. IV. αἰτ. ἑν. οὐδ. ὄ, συχνότατον ἀντὶ τοῦ δι’ ὅ ἢ ὅτι, διότι, ἐπειδή, ὡς τὸ Λατ. quod, συχν. παρ’ Ὁμ. 2) παρ’ Ἀττ. ἐν ἀρχῇ προτάσεως, διὰ τὸ ὁποῖον, δι’ ὅ, ὅθεν, Λατ. quapropter, ἐπιτρέπει δὲ αὐτὸ ὁ Πόρσ. ἐν Εὐρ. Ἑκ. 13· τοῦ Matthiä τὰ παραδείγματα, Εὐρ. εἰς Φοιν. 155, 263, δύνανται ἁπλούστερον νὰ ἑρμηνευθῶσιν· ὡσαύτως ἡ αἰτ. τοῦ οὐδ. πληθ. ἃ λαμβάνεται ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας, Ἕρμανν. εἰς Σοφ. Τρ. 137· καὶ ἡ ἑνικ. δοτ. ᾧ, Valck. εἰς Εὐρ. Φοιν. 157. 3) ὅ = καθ’ ὅ, ὃ γὰρ ἀπέθανε, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὃ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ, διότι καθ’ ὃ ἀπέθανεν, ἀπέθανεν ἅπαξ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ καθ’ ὃ ζῇ, ζῇ εἰς τὸν Θεόν, Ἐπιστ. πρ. Ρωμ. Ϛ΄, 10, πρ. Γαλάτ. β΄, 20. ―Παρὰ Θουκ. 2, 20 πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς ὀνομαστ. ἴδε Πόππον ἐν τόπῳ προλεγ. σ. 134· περὶ δὲ τοῦ Θουκ. 3, 12 ἴδε Goller ἐν τόπῳ. V. ἀφ’ οὗπερ, ἐκ τοῦ χρόνου καθ’ ὅν, ἀφ’ ὅτου …, Αἰσχύλ. Πέρσ. 177. IV. ἐφ’ ᾧ, ἴδε ἐν λ. ἐπὶ Β. ΙΙΙ. 3. ὅς, ἥ, ὃν (οὐχὶ ὅ, ἴδε Ἰλ. Α. 609., Φ. 305, Ὀδ. Λ. 515)· γεν. οἷο Ἰλ. Γ. 333, Ὀδ. Α. 330, κτλ.: ΚΤΗΤΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ· 1) τοῦ τρίτου προσώπου, ἀντὶ ἑός, ἰδικός του, ἰδικός της, καὶ τίθεται ἢ πρὸ τοῦ προσδιοριζομένου ὀνόματος ἢ μετ’ αὐτό, ᾧ πενθερῷ, ὃν θυμόν, κτλ., Ἰλ. Ζ. 170, κτλ.· πόσιος οὗ, πατέρι ᾧ Ὀδ. Ψ. 150, κλ.· ἐνίοτε καὶ μετὰ τοῦ ἄρθρου, τὰ ἃ κῆλα Ἰλ. Μ. 280· τὰ ἃ δώματα Ὀδ. Ξ. 153, κτλ.· ὡσαύτως παρὰ Πινδ. (ὅστις ὅμως προτιμᾷ τὸν τύπον ἑὸς) Ο. 5. 16, Π. 6. 36· καὶ οὐχὶ ἄγνωστος τοῖς Τραγ., λέσχας ἇς Αἰσχύλ. Εὐμ. 367 (Λυρ.)· ὧν παίδων Σοφ. Ο. Κ. 1639 (ἰαμβ.)· ὧν ἀλόχων Εὐρ. Ἑλ. 1124 (Λυρ.)· ἐκγόνοισιν οἷς Μήδ. 955 (ἰαμβ.)· ― καὶ μετ’ ἄρθρ. λιτῶν τῶν ὧν Αἰσχύλ. Θήβ. 641· ὅπλων τῶν ων Σοφ. Αἴ. 442· τῶν ὧν τέκνων ὁ αὐτ. ἐν Τρ. 266, 525· τοῖς οἷσιν αὐτοῦ, Λατιν. suis ipsius, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 1248· ἐντεῦθεν παρ’ Ἡροδ., γυναῖκα ἣν 1. 205· ἀλλ’ οὐδέποτε ἐν τῷ πεζῷ Ἀττικῷ λόγῳ. ΙΙ. ἐπὶ τοῦ β΄ προσώπου, ἀντὶ τοῦ σός, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 379, Ἀνθ. Π. 7. 539· καὶ ΙΙΙ. ἐπὶ τοῦ α΄ προσώπου ἀντὶ τοῦ ἐμός, Ὀδ. Ι. 28., Ν. 320, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1015, 1036. ―Τὰς σημασ. ΙΙ καὶ ΙΙΙ ἀποδέχονται οἱ παλαιοὶ γραμμ. καὶ ὁ Wolf ὑποστηρίζει αὐτάς, Prolegg. σελ. ccxlviii· ἐν ᾧ ὁ Buttm., ἐν τῷ Λεξιλόγῳ ἐν λέξ. ἑῆος 5. σ., ἀπορρίπτει αὐτὰς προβάλλων ὡς λόγον τὴν εὐκολίαν μεθ’ ἧς πάντα ταῦτα τὰ χωρία δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν. Ἀλλὰ τοῦτο καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα, ἐπειδὴ καὶ εἰς ἄλλας ἀντωνυμίας ἑός, σφεῖς, σφέτερος, καὶ μάλιστα πάντων εἰς τὴν ἀντωνυμίαν αὑτοῦ, εὑρίσκομεν τὴν αὐτὴν τῶν προσώπων σύγχυσιν· ἢ μᾶλλονἀντωνυμία φαίνεται ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἦτο ἁπλῶς κτητική, μηδὲν πρόσωπον ἀφ’ ἑαυτῆς δηλοῦσα, λαμβάνουσα δὲ τὸ πρόσωπον ἐκ τῶν συμφραζομένων· βαθμηδὸν δὲ ἐν τῷ α΄ καὶ β΄ προσ. ὑπερίσχυσαν αἱ ἀντωνυμ. ἐμὸς καὶ σός, ἂν καὶ πεπαιδευμένοι ποιηταί, οἷος ὁ Ἀπολλ. Ρόδ., διετήρησαν τὴν ἀρχαίαν χρῆσιν. Πρὸς τούτοις ἡ ἀντωνυμ. ὃς ἀείποτε ἐνισχύει τὴν ἔννοιαν τῆς κτήσεως, ―ἰδικός του, ἴδιος αὐτοῦ, κλ., καὶ ἀπολ., ὡς οὐδὲν γλύκιον ἧς πατρίδος Ὀδ. Ι. 34, ἔνθα ἕπεται τὸ τις· εἴπερ καί τις ἀπόπροθι πίονα οἶκον γαίῃ ἐν ἀλλοδαπῇ ναίει: ἐντεῦθεν ἕπεται, ὡς ὁ Buttm. παρατηρεῖ, ὅτι ὁ Wolf καλῶς ἐποίησε γράψας ἐν Ἰλ. Ξ. 221, 264., Π. 36., Τ. 174, κ. ἀλλ., φρεσὶ σῇσιν, οὐχὶ φρεσὶν ᾗσιν· καὶ ἐν Ὀδ. Ο. 542, δώμασι σοῖσιν, οὐχὶ δώμασιν οἷσιν (πρβλ. Α. 402), ―ἐπειδὴ ἐν τοῖς χωρίοις τούτοις δὲν ὑπάρχει τοιαύτη μετ’ ἐμφάσεως ἔννοια ἰδιοκτησίας· πλὴν δὲ τούτου ἡ κτητ. ἀντωνυμ. ὅς, ἥ, ὃν ἔχει τὸ δίγαμμα παρ’ Ὁμήρ., πρβλ. οὗ· οὐδὲν ἧττον ὑπάρχουσι πολλὰ χωρία, ἐν οἷς τὸ δίγαμμα εἶναι ἠμελημένον, πρὸς ὃν λέχος Ἰλ. Α. 609· ὅγ’ ὃν φίλον υἱὸν Ζ. 474, κτλ.

French (Bailly abrégé)

1ἥ, ὅ ; gén. οὗ, ἧς, οὗ, etc.
A. (primit.) pron. démonstr. celui-ci, celle-ci, ceci, d’où au sens d’un pron. pers. il, elle : ὃς γὰρ δεύτατος ἦλθεν OD car celui-ci est revenu le dernier ; ἀλλὰ καὶ ὃς δείδοικε Διὸς κεραυνόν IL mais lui aussi craint la foudre de Zeus ; en corrélat. avec le pron. relat. corresp. κοῦροι δ’, οἳ κατὰ δῆμον ἀριστεύουσι μεθ’ ἡμέας, οἵ οἱ ἕποντο OD les jeunes gens, ceux qui dans le peuple sont les plus forts parmi nous, le suivaient ; en prose;
1 au commenc. d’une période καὶ ὅς et celui-ci, καὶ ἥ et celle-ci ; καὶ οἵ et ceux-ci;
2 dans la locut. ὃς καὶ ὅς, celui-ci et celui-là, tel et tel ATT;
3 dans les locut. ἦ δ’ ὅς, ἦ δ’ ἥ dit-il, dit-elle ATT;
4 dans les formules οἵοἵ, ceux-ci…, ceux-là, ou les uns…, les autres IL, οἵ…, οἵτε IL m. sign. ; en ce sens d’ord. οἳ μὲν…, οἳ δὲ (v. ὁ, ἡ, τό)
B. pron. relat. qui, lequel, laquelle;
I. Sens;
1 au sens génér. qui, lequel;
2 au sens particul. quel, de quelle nature : μαθὼν ὃς εἶ φύσιν SOPH sachant quelle est ta nature;
3 au sens d’une conj. marquant le but ou l’intention • pour que, afin que : ὅπλα κτῶνται, οἷς ἀμυνοῦνται τοὺς ἀδικοῦντας XÉN ils se procurent des armes, avec lesquelles ils puissent se défendre contre ceux qui leur feraient du mal ; ἄγγελον ἧκαν, ὃς ἀγγείλειε γυναικί OD ils envoyèrent un messager qui l’annonçât (càd pour l’annoncer) à la femme;
4 au sens d’une conj. finale • de telle sorte que, à ce point que : κρήνη πικρῇ, οὕτω δή τι ἐοῦσα πικρή, ἢ μεγάθει σμικρή ἐοῦσα κιρνᾷ τὸν Ὕπανιν HDT fontaine dont les eaux sont amères, et amères à ce point que, bien que petite, elle trouble l’Hypanis ; οὕτω μῶρος, ὃς θανεῖν ἐρᾷ SOPH fou au point de désirer passionnément mourir;
5 au sens d’une conj. causale • en ce que, parce que, etc. ; θαυμαστὸν ποιεῖς, ὃς ἡμῖν οὐδὲν δίδως XÉN tu fais une chose étonnante, en ce que tu ne nous donnes rien;
II. Constr.
1 le pron. relat. s’accorde en genre et en nombre avec le nom auquel il se rapporte ; • ttf. il peut s’accorder, non avec le mot auquel il se rapporte, mais avec l’idée que ce mot représente : φίλον θάλος, ὃν τέκον αὐτή IL rejeton (càd enfant παῖδα ou υἱόν) chéri que j’ai enfanté ; λαὸν Τρωικὸν, οὕς… IL le peuple de Troie, (ces guerriers) que ; στρατιά, οἵτινες THC l’armée qui ; τὸ ναυτικὸν, οἵ THC la flotte qui ; ἀνὴρ καλός τε κἀγαθός, ἐν οἷς DÉM un honnête homme (comme ceux) parmi lesquels ; ἀνθρώπους τίνυσθον, ὅτις κ’ ἐπίορκον ὀμόσσῃ IL vous deux qui punissez tout homme litt. les hommes à qui il arrive de se parjurer ; après des noms de pays ou de villes : Λαιστρυγονίην ἀφίκανεν, οἵ OD il arriva dans le pays des Lestrygons, qui ; Μέγαρα, οὕς THC Mégare que ; avec l’idée d’un subst. contenue dans un des mots de la phrase : γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται THC quelque chose de la vertu de toutes les femmes qui vont être maintenant dans le veuvage ( ὅσαι s’accorde avec l’idée de γυναικῶν contenue dans γυναικείας) ; τοὺς Φωκέας, ὃ σιωπᾶν εἰκὸς ἦν DÉM les Phocéens, cette race dont il faudrait ne rien dire ; • de même, avec attract. de genre, de nombre ou de cas : ἡ μὲν (ὁδὸς), τὸ καλέεται Πηλούσιον στόμα (pour ἣ καλέεται) HDT la route qu’on appelait la bouche de Péluse ; τὴν ἄκρην, αἳ καλεῦνται Κληίδες τοῦ Κύπρου HDT la hauteur qu’on appelle les Clefs du Kypros ; οὐδὲν ὧν λέγω (pour οὐδὲν τούτων ἃ λέγω) SOPH rien de ce que je dis ; ἀνθ’ ὧν (pour ἀντὶ τούτων ἅ) XÉN en échange de ce que ; cette attract. peut se produire lorsque le relat. devrait se trouver au nomin. τῶν ἦν (pour τούτων ἃ ἦν) HDT de ce qui se passait ; le relat. neutre sg.est souvent en relat. avec une conj. suiv. ὅτι, εἰ γάρ qui l’explique : ὃ μὲν πάντων θαυμαστότατον ἀκοῦσαι, ὅτι PLAT ce qu’il est le plus étonnant d’entendre dire, c’est que ; ὃ δὲ πάντων σχετλιώτατον, εἰ ISOCR ce qui est le plus fâcheux, c’est si ; • le plur. neutrecommence souv. une propos. au sens du fr. quant à ce que, au sujet de ce que : ἃ δ’ αἰτεῖς, τἄμ’ ἐὰν θέλῃς ἔπη κλύων δέχεσθαι SOPH mais quant à ce que tu demandes, si tu veux écouter mes paroles ; ἃ δ’ ἂν οἴωνται ἄλλον ἱκανώτερον εἶναι διδάξαι XÉN mais quant à ce qu’un autre, selon leur manière de voir, est plus capable d’enseigner, etc.
2 ὅς joint à des particules : ὃς δή, qui justement, qui comme on sait, qui évidemment, qui en effet (v. δή) ; ὃς δή ποτε, ὃς δή ποτ’ οὖν ou ὁσδήποτε, ὁσδηποτοῦν, c. ὁστισδήποτε, quiconque (v. δήποτε) ; ὃς καί, qui aussi, qui certes ; καὶ ὅς, et qui, et celui qui;
3 adv. (gén. sg. neutre) • οὗ avec idée de lieu en quel lieu, où ; οὗ γὰρ τοιούτων δεῖ, τοιοῦτός εἰμ’ ἐγώ SOPH où de tels hommes sont nécessaires, là je suis un tel homme ; par attraction : μικρὸν προϊόντες ἀπὸ τῆς φάλαγγος οὗμάχη ἐγένετο (p. ἐκεῖσε οὗ) XÉN s’avançant un peu hors de la troupe jusqu’au point où eut lieu le combat ; avec mouv. ἀπιὼν ἐκ τῆς πόλεως οὗ κατέφυγε (pour οἷ κατέφυγε καὶ οὗ ἦν) XÉN sortant de la ville où il s’était réfugié ; ἔστιν οὗ EUR il y a des endroits où, càd en beaucoup d’endroits ; avec le gén. : οὗ γῆς EUR dans le lieu de la terre où ; joint à des particules οὗπερ, là même où οὗ δή, où certes;
4 dat. sg. fém. • ᾗ, dor. ᾇ en quel endroit, où ; avec le gén. : τῆς Πελοποννήσου ᾗ THC dans le lieu du Péloponnèse où ; avec le corrél. τῇ…, ᾗ, là…, où IL ; ταύτῃ… ᾗ XÉN m. sign. ; avec mouv. par où : τῇ ἴμεν, ᾗ κεν δὴ σὺ ἡγεμονεύης IL (je vais l’engager) à aller où tu ordonnes, litt. par le chemin par où ; joint à des particules : ᾗ ῥα IL ᾗ δή IL m. sign. ; ‒ par quelle voie, càd de quelle manière, comment ; ‒ à cause de quoi, c’est pourquoi ; ‒ avec un Cp. c’est pourquoi d’autant plus, donc d’autant plus, d’autant plus;
5 acc. neutre • ὅ et • ἅ : chez HOM au sens de ὅτι, que ; - pour δι’ ὅ ou διότι, à cause de quoi, c’est pourquoi ; particul. dans la locut.καί, c’est pourquoi aussi ; ‒ parce que, seul. dans la locut.δή avec des prép. : ἀνθ’ ὧν pour cela que, ἀφ’ οὗ et ἐξ οὗ depuis que, δι’ ὅ ou διό à cause de quoi, c’est pourquoi, ἐς ὅ jusqu’à ce que, καθ’ ὅ ou καθ’ ἅ à cause de ce que, comme, de même que, παρ’ ὅ c’est pourquoi, ou outre que, ἐν ᾧ pendant que.
Étymologie: cf. lat. is, neutre id.
2ἥ, ὅν;
pron. possess. c. ἑός;
1 d’ord. de la 3ᵉ pers. son, sa, ses;
2 de la 2ᵉ pers. ton, ta, tes;
3 de la 1ᵉ pers. mon, ma, mes.
Étymologie: p. *Ϝός, *Ϝή, *Ϝόν, du th. pronom. ἑ- de *Ϝε- de *σϜε- ; cf. lat. suus.

English (Autenrieth)

(1), gen. ὅου (ὅο), Il. 2.325, Od. 1.70, ἕης, pl. dat. ᾗς(ιν): demonstrative and relative pronoun.—(1) dem., he, this, that; ὅς (as antecedent to ὅντινα), Il. 6.59 ; ὅ, Il. 12.344; and so both forms elsewhere.—(2) rel., who, that, which. The rel. pron. in Homer is either definite or conditional (see ἄν, κέν), and exhibits in the main the same peculiarities as regards position, agreement (attraction, assimilation), and syntactical construction as in prose. To express purpose it is not foll. by <<>*<>> ut. ind. as in Att., but by the su<<>*<>>ith or without κέ, or by a potentia <<>*<>>tative, Il. 3.287, Od. 15.311, Il. 1.64 .—ὅ, con <<>*<>>e quod (ὅτι), that, Il. 18.197, Od. 4.206, etc. ;; (2) (σϝός, cf. suus), gen. οἷο (ϝοῖο), dat. ἧφι, Il. 22.107, see ἑός: poss. pron. of the third person, own, (his) own, (her) own; placed before or after the subst., with or without article, θυγατέρα σϝήν, τὰ ϝὰ κῆλα, Μ 280; the word is not always directly reflexive, Od. 1.218, Od. 9.369, etc. Some passages in which ὅς appears to be of the 1st or 2d pers. are doubtful as regards the text.

English (Slater)

ὅς (ᾧ, ὅν; ἅν; ᾧ:
   1 ϝόν (O. 5.8), (P. 6.36), ϝῷ (I. 4.36) ) his, her own
   a reflexive. ὃν πατέρ' Ἄκρων ἐκάρυξε (O. 5.8) ἐκάλεσσε Ποσειδᾶν' εὐρυβίαν, ὃν πρόγονον (O. 6.59) ἃν περὶ ψυχὰν ἐπεὶ γάθησεν (P. 4.122) βόασε παῖδα ὃν (P. 6.36) ἴστε μὰν Αἴαντος ἀλκάν, φοίνιον τὰν ὀψίᾳ ἐν νυκτὶ ταμὼν περὶ ᾧ φασγάνῳ μομφὰν ἔχει (I. 4.36)
   b non-reflexive. Σίσυφον κέλοντο ᾧ παιδὶ τηλέφαντον ὄρσαι γέρας φθιμένῳ Μελικέρτᾳ (i. e. τῷ αὐτῆς παιδί, sc. τῆς Ἰνοῦς, expl. Apoll. Dysk. ad. loc.) fr. 5. [
   c dub. Λακεδαιμονίων μιχθέντες ἀνδρῶν ἤθεσιν ἅν ποτε Καλλίσταν ἀπῴκησαν χρόνῳ νᾶσον (codd.: ἐν Chaeris: τὰν Bergk) (P. 4.258) ]
ὅς rel., v. ὁ A.

English (Abbott-Smith)

ὅς, ἥ, ὅ, the postpositive article (ἄρθρον ὑποτακτικόν).
I.As demonstr. pron. = οὗτος, ὅδε, this, that, also for αὐτός, chiefly in nom.: ὅς δέ, but he (cf. ἦ δὲ ὅς, freq. in Plat.), Mk 15:23, Jo 5:11; ὃς μὲν… ὃς δέ, the one… the other, Mt 21:35, 22:5, 25:15, Lk 23:33, Ac 27:14, Ro 14:5, I Co 11:21, II Co 2:18, Ju 22; neut., ὃ μὲν… ὃ δέ, the one… the other, somesome, Mt 13:8, 23, Ro 9:21; ὃς (ὃ) μὲν… (ἄλλος (ἄλλο))… ἕτερος, Mk 4:4, Lk 8:5, I Co 12:8-10; οὓς μέν, absol., I Co 12:28; ὃς μὲν… ὁ δέ, Ro 14:2.
II.As relat. pron., who, which, what, that;
1.agreeing in gender with its antecedent, but differently governed as to case: Mt 2:9, Lk 9:9, Ac 20:18, Ro 2:29, al. mult.
2.In variation from the common construction;
(a)in gender, agreeing with a noun in apposition to the antecedent: Mk 15:16, Ga 3:16, Eph 6:17, al.; constr. ad sensum: Jo 6:9, Col 2:19, I Ti 3:16, Re 13:14, al.;
(b)in number, constr. ad sensum: Ac 15:36, II Pe 3:1;
(c)in case, by attraction to the case of the antecedent (Bl., §50, 2): Jo 4:18, Ac 3:21, Ro 15:18, I Co 6:19, Eph 1:8, al.
3.The neut. ὅ with nouns of other gender and with phrases, which thing, which term: Mk 3:17 12:42, Jo 1:39, Col 3:14, al.; with a sentence, Ac 2:32, Ga 2:10, I Jo 2:8, al.
4.With ellipse of a demonstrative (οὗτος or ἐκεῖνος), before or after: before, Mt 20:23, Lk 7:43, Ro 10:14, al.; after, Mt 10:38, Mk 9:40, Jo 19:22, Ro 2:1 al.
5.Expressing purpose, end or cause: Mt 11:10 (who = that he may), Mk 1:2, He 12:6 al.
6.C. prep, as periphrasis for conjc.: ἀνθ’ ὧν ( = ἀντὶ τούτων ὧν), because, Lk 1:20, al.; wherefore, Lk 12:3; ἐξ οὗ, since, for that, Ro 5:12; ἀφ’ οὗ, since (temporal), Lk 13:25; ἐξ οὗ, whence, Phl 3:20; etc.
7.With particles: ὃς ἄν (ἐάν), v.s. ἄν, ἐάν; ὃς καί, Mk 3:19, Jo 21:20, Ro 5:2, al.; ὃς καὶ αὐτός, Mt 27:57.
8.Gen., οὗ, absol., as adv. (v.s. οὗ).

English (Strong)

including feminine he, and neuter ho probably a primary word (or perhaps a form of the article ὁ); the relatively (sometimes demonstrative) pronoun, who, which, what, that: one, (an-, the) other, some, that, what, which, who(-m, -se), etc. See also οὗ.

Greek Monotonic

ὅς: ἥ, ὅ, γεν. οὗ, ἧς, οὗ κ.λπ.· Επικ. γεν. ὅου, ἕης· δοτ. πληθ. οἷσι, ᾗς, ᾗσι· αντων., η οποία στην πρώιμη ελληνική χρησιμ.:
Α. ως δεικτ. = οὗτος, ὅδε. Β. ως αναφορ.
Α. ΔΕΙΚΤ., αυτός, εκείνος· μερικές φορές επίσης αντί αὐτός, αυτός, αυτή, αυτό, μόνο στην ονομ.
I. στον Όμηρ., ἀλλὰ καὶ ὃς δείδοικε, σε Ομήρ. Ιλ.· ὃ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων, σε Ομήρ. Οδ.
II. στη μεταγεν. ελλ..
1. στην αρχή μιας πρότασης, καὶ ὅς, και αυτός, καὶ ἥ, και αυτή, καὶ οἵ, και αυτοί, σε Ηρόδ., Πλάτ.
2. ὃς καὶ ὅς, τέτοιος και τέτοιος άνθρωπος, ο τάδε και ο δείνα, σε Ηρόδ.
3. ἦ δ' ὅς, ἦ δ' ἥ, είπε αυτός, είπε αυτή, σε Πλάτ.
4. σε αντιθ., Λέριοι κακοί· οὐχ ὁ μέν, ὃς δ' οὐ, σε Φωκύλ.· ὃς μέν... ὁ δέ..., σε Μόσχ. κ.λπ. Β. ΑΝΑΦΟΡ.,
I. 1. ο οποίος, το οποίο, Λατ. qui, quae, quod·κανονικά, το αναφορ. εξαρτάται από το όνομα ή το ρήμα της πρότασης στην οποία ανήκουν και συντάσσονται αναλόγως, συχνά όμως λαμβάνει την πτώση του προσδιοριζομένου όρου καθ' έλξη, τῆς γενεῆς, ἧς Τρωὶ Ζεὺς δῶκε (όπου η κανονική πτώση του αναφορ. θα ήταν ἥν), σε Ομήρ. Ιλ.· οὐδὲν ὧν λέγω (αντί οὐδὲν τούτων ἃ λέγω), σε Σοφ.· αντιστρόφως, ο προσδιοριζόμενος όρος περνά στην πτώση του αναφορ. (αντίστροφη έλξη), τὰς στήλας ἃς ἵστα, οἱ πλεῦνες (αντί τῶν στηλῶν, ἃς ἵστα, αἱ πλεῦνες), σε Ηρόδ.
2. το ουδ. χρησιμ. στην Αττ. χωρίς να προηγείται προσδιοριζόμενος όρος, ὃδὲ δεινότατόν γ' ἐστὶν ἁπάντων, ὁ Ζεὺς γὰρ ἕστηκεν, ό,τι όμως είναι το πιο παράξενο απ' όλα, πως ο Δίας στέκει, σε Αριστοφ. κ.λπ.
3. σε αρκετές περιπτώσεις το ελλ. αναφορ. πρέπει να αναλυθεί σε σύνδ. και αντων., ἄτοπα λέγεις, ὅς γε κελεύεις (αντί ὅτι σύ γε), σε Ξεν.· συμφορὰ δ', ὃς ἂν τύχῃ κακῆς γυναικός (αντί ἐάν τις), σε Ευρ.· χρησιμ. επίσης σε περιπτώσεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε απαρ., ἄγγελον ἧκαν, ὃς ἀγγείλειε, nuncium miserunt, qui nunciaret, έστειλαν αγγελιοφόρο για να αναγγείλει, σε Ομήρ. Οδ.· πέμψον τιν', ὅστις σημανεῖ, σε Ευρ.
II. η αναφορ. αντων. συνάπτεται με μόρια ή συνδ.·
1. ὅς γε, βλ. ὅσγε.
2. ὃς δή, βλ. δή I. 5.
3. ὃς καί, ο οποίος επίσης, αλλά καὶ ὅς, και ο οποίος.
4. ὅς κε ή κεν, Αττ. ὃς ἄν, σχεδόν όπως το ὅστις, Λατ. quincunque, οποιοσδήποτε, όποιος τυχόν.
III. απόλ. χρήσεις συγκεκριμένων πτώσεων της αναφορ. αντων.:
1. γεν. ενικ. οὗ, λέγεται για τόπο, όπως το ὅπου, όπου, σε Αισχύλ., Τραγ. κ.λπ.· ἔστιν οὗ, κάπου, σε κάποια μέρη, σε Ευρ.· σε βραχυλογικές φράσεις, μικρὸν προϊόντες, οὗ ἡ μάχη ἐγένετο (αντί ἐκεῖσε οὗ), έχοντας αναχωρήσει προς το μέρος όπου..., σε Ξεν.
2. ἐξ οὗ (ενν. χρόνου), από την ώρα που, οπότε, σε Όμηρ. κ.λπ.
3. η δοτ. θηλ. , Δωρ. , λέγεται για τόπο (επίρρ.), όπως το Λατ. qua, όπου, επίσης με υπερθ. επίρρ. ᾗμάλιστα, ᾗ ῥᾷστα, ᾗ ἄριστον κ.λπ., όπως το ὡς μάλιστα, και Λατ. quam celerrime, σε Ξεν.
4. η αιτ. ουδ. αντί δι' ὅ ή ὅτι, ότι, για το οποίο, επίσης, επειδή, Λατ. quod, σε Όμηρ.· επίσης, για το οποίο, Λατ. quapropter, σε Ευρ.
• ὅς: ἥ, ὅν, γεν. οἷο κ.λπ.: ΚΤΗΤ. ΑΝΤ.
I. του γʹ προσδ. αντί ἑός, δικός του, δική του, δικό του, δικός της, δική της, δικό της, Λατ. suus, σε Όμηρ., αρχ. Αττ.
II. του βʹ προσ. αντί σός, δικός σου, σου, σε Ησίοδ.
III. του αʹ προσ., αντί ἐμός, δικός μου, μου, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ὅς: ἥ, ὅ pron. relat. (тот) который, каковой, какой, (тот) кто, то (что): ἄνδρα ἔννεπε, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη Hom. воспой мужа, который чрезвычайно долго странствовал; ὅου κράτος ἐστὶ μέγιστον πᾶσιν Hom. чья сила больше, чем у всех; ἃ οὐδεὶς ἂν φήσειεν Plat. (то), чего никто не стал бы утверждать; ἃ δ᾽ ᾔνεσάς μοι, ταῦτά μοι πρᾶξον Soph. что ты мне обещал, то (и) сделай для меня; τοῦθ᾽ ὃ ἀγαπᾷς Plat. то, что ты любишь; ὃ δὲ λέγεις Xen. а то, что ты говоришь; ἃ δὲ ἠπείλησας Xen. что же касается твоих угроз; οἷς ἐξὸν ἀπολαύειν τῶν ἀγκθῶν Plat. (те), которым позволено наслаждаться благами; согласование часто по смыслу: θάλος (= Ἓκτορα), ὃν τέκον Hom. дитя, которое я родила; ὅμιλος (= Σκύθαι), οἳ γᾶς ἔσχατον τόπον ἔχουσι Aesch. племя, которое обитает на краю света; τὸ ναυτικόν (= οἱ Ἀθηναῖοι), οἳ ὥρμουν ἐν Μαλέᾳ Thuc. флот, который стоял на якоре в Малее; аттракция по роду или падежу: ξίφος, τὸν (= ὃ) ἀκινάκην καλέουσι Her. меч, который (персы) называют акинак; ψεῦδος οὐδὲν ὧν (= τούτων, ἃ) λέγω Soph. ничего (нет) ложного в том, что я говорю; ὦν (= τούτων, οἷς) ἐγὼ ἐντετύχηκα Plat. из тех, которых я встречал; с причинным смыслом: τλάμων ἐγώ, ὃς ἐνθάδ᾽ ὀλοῦμαι Soph. я несчастен, ибо погибну здесь (от болезни); с условным смыслом: ὃν πόλις στήσειε, τοῦδε χρὴ κλύειν Soph. если город кого избрал, того надо слушаться; с консекутивным смыслом: οὐκ ἔστιν οὕτω μωρός, ὃς θανεῖν ἐρᾷ Soph. нет такого безумца, который желал бы умереть; с финальным смыслом: ὅπλα κτῶνται, οἷς ἀμυνοῦνται τοὺς ἀδικοῦντας Xen. они добывают себе оружие, чтобы с его помощью давать отпор нападающим.
ἥ, ὅ, gen. οὗ - эп. ὅου, ἧς - эп. ἕης, οὗ
1) арх. pron. demonstr. этот (ὃς γὰρ μάλιστα ἥνδανε Hom.): ὃ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων Hom. ибо это - почесть умершим; οἵ οἱ ἕποντο Hom. эти за ним последовали; οἳ κατὰ δίνας, οἳ κατὰ ῥέεθρα Hom. эти - по водоворотам, те - вдоль течения;
2) pron. pers. он: καὶ ὃς εἶπε Xen. он же сказал; ἦ δ᾽ ὅς Plat. сказал он; ὃς καὶ ὅς Her. он или он, т. е. этот ли, тот ли, такой-то.
ἥ, ὅν (= ἑός) pron. pass. (преимущ. 3 л.) его, свой, собственный: ὃν κατὰ θυμόν Hom. в своей душе; τοῖς οἷσιν αὐτοῦ Soph. с его детьми; δώμασιν οἷσιν ἀνάσσοις Hom. распоряжайся своим домом; οὔτοι ἔγωγε ἦς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι Hom. да я не в состоянии видеть ничего сладостнее своей страны.

Etymological

1.
Grammatical information: relative pron.
Meaning: who, which (Il.).
Other forms: ,
Derivatives: From it ὄτερος who, which of both (Cret.), also ὅσ-τις, ὅ-τε, οἷος, ὅσος a.o.
Origin: IE [Indo-European] [283] *i̯o- which
Etymology: Inherited and identical with Skt. yás, yā́, yád, Av. , , yat̃, Phryg. ιος, IE *i̯os, i̯ā, i̯od. Old is also ὄ-τερος = Skt. ya-tará-, Av. ya-tāra- id.. The orig. function was not relative, but rather demonstrative; s. Gonda Lingua 4, 1ff., also Moods 96 f., 126; further details w. rich lit. in Schwyzer 614f., also WP. 1, 98, Pok. 283.
2.
Grammatical information: demonstr. pron.
Meaning: in καὶ ὅς a.o.
See also: s. .
3.
Grammatical information: possessive pron.
Meaning: suus
See also: s. .

Middle Liddell


A. Pronoun, which in early Greek was used (A.) as a Demonstr. = οὗτος, ὅδε. (B.) as a Relat.
A. DEMONSTR., this, that; sometimes also for αὐτός, he, she, it, only in nom.:
I. in Hom., ἀλλὰ καὶ ὃς δείδοικε Il.; ὃ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων Od.
II. in later Greek,
1. at the beginning of a clause, καὶ ὅς and he, καὶ ἥ and she, καὶ οἵ and they, Hdt., Plat.
2. ὃς καὶ ὅς such and such a person, Hdt.
3. ἦ δ' ὅς, ἦ δ' ἥ said he, said she, Plat.
4. in oppositions, Λέριοι κακοί: οὐχ ὁ μέν, ὃς δ' οὐ Phocyl.; ὃς μὲν . . , ὁ δὲ . . , Mosch., etc.
B. RELAT., who, which, Lat. qui, quae, quod: properly, the Relat. is governed by the Noun or Verb in its own clause, but it often takes the case of the Anteced. by attraction, τῆς γενεῆς, ἧς Τρωὶ Ζεὺς δῶκε (where the proper case would be ἥν) Il.; οὐδὲν ὧν λέγω (for οὐδὲν τούτων ἃ λέγὠ Soph.:—reversely the Anteced. passes into the case of the Relat., τὰς στήλας, ἃς ἵστα, αἱ πλεῦνες (for τῶν στηλῶν, ἃς ἵστα, αἱ πλεῦνεσ) Hdt.
2. the neut. was used in attic without an Antecedent, ὃ δὲ δεινότατόν γ' ἐστὶν ἁπάντων, ὁ Ζεὺς γὰρ ἕστηκεν but what is the strangest thing of all is, that Zeus stands, Ar., etc.
3. in many instances the Gr. Relat. must be resolved into a Conjunction and Pron., ἄτοπα λέγεις, ὅς γε κελεύεις (for ὅτι σύ γἐ Xen.; συμφορὰ δ', ὃς ἂν τύχῃ κακῆς γυναικός (for ἐάν τισ) Eur.:—it is also used, where we should use the Inf., ἄγγελον ἧκαν, ὃς ἀγγείλειε nuncium miserunt, qui nunciaret, sent a messenger to tell, Od.; πέμψον τιν', ὅστις σημανεῖ Eur.
II. the Relat. Pron. joined with Particles or Conjunctions:
1. ὅς γε, v. ὅσγε.
2. ὃς δή, v. δή I. 5.
3. ὃς καί who also, but καὶ ὅς and who.
4. ὅς κε or κεν, attic ὃς ἄν, much like ὅστις, Lat. quicunque, whosoever, who if any.
III. absol. usages of certain Cases of the Relat. Pron.:
1. gen. sg. οὗ, of Place, like ὅπου, where, Aesch., Trag., etc.:— ἔστιν οὗ in some places, Eur.; οὐκ εἶδεν οὗ γῆς in what part of the earth, Eur.:—in pregnant phrases, μικρὸν προϊόντες, οὗ ἡ μάχη ἐγένετο (for ἐκεῖσε οὗ) having gone on to the place where . . , Xen.
2. ἐξ οὗ (sub. χρόνοὐ from the time when, Hom., etc.
3. dat. fem. ᾗ, doric ᾇ, of Place, like Lat. qua, where: also with Sup. adv., ᾗ μάλιστα, ᾗ ῥᾷστα, ᾗ ἄριστον, etc., like ὡς μάλιστα, etc., and Lat. quam celerrime, Xen.
4. acc. sg. neut. ὅ for δι' ὅ or ὅτι, that, how that, also because, Lat. quod, Hom.:—also wherefore, Lat. quapropter, Eur.
B. POSSESSIVE PRON.:
I. of 3rd person, for ἑός, his, her, Lat. suus, Hom., old attic
II. of 2nd person, for σός, thy, thine, Hes.
III. of 1st person, for ἐμός, my, mine, Od.