Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρηστότης

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: χρηστότης Medium diacritics: χρηστότης Low diacritics: χρηστότης Capitals: ΧΡΗΣΤΟΤΗΣ
Transliteration A: chrēstótēs Transliteration B: chrēstotēs Transliteration C: christotis Beta Code: xrhsto/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A goodness, honesty, uprightness, χρηστότητα ἀσκεῖν E.Supp.872; μέγιστον ἀγαθόν ἐστι μετὰ νοῦ χ. Men.788, cf. 472.1; χρηστότητος εἵνεκα as a reward for honesty, Aristopho 14.4 (troch.), Timocl.8.17; ποιεῖν χ. LXX Ps.13(14).3; ἀκολουθεῖ τῇ ἀρετῇ χ.) Arist.VV1251b33; ἡ σὴ χ., as a honorific address, PGiss.7.15 (ii A. D.), PLond.2.411.6 (iv A. D.), etc.    II goodness of heart, kindness, Is.2.7 (but in depreciatory sense, soft-heartedness, Men. 579); εὔνοιαν καὶ χ. παρέσχητο Hdn.2.9.9; χ. καὶ φιλοστοργία, φιλανθρωπία καὶ χ., Plu.Agis17, Comp.Dem.Cic.3, cf. Luc.Tim.8, D.C. 73.5; ἡ χ. καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ θεοῦ Ep.Tit.3.4, cf. Ep.Rom.11.22, al.; χ. ἐθ' ἡμᾶς Ep.Eph.2.7; ποιεῖν χρηστότητα to show kindness, LXXPs.118(119).65; πολλὰ τῇ χ. . . κτῶνται Phld.Rh.1.262S.    2 simplicity, silly good nature, ἤθους ἀπλαστία μετ' ἀλογιστίας, Pl.Def. 412e.

German (Pape)

[Seite 1376] ητος, ἡ, 1) Brauchbarkeit, Nützlichkeit, Tüchtigkeit, Güte, Sp. – 2) von Menschen, Güte, Biederkeit, Bravheit, Rechtlichkeit, Einfalt, im guten u. schlimmen Sinne; ἀσκεῖν χρηστότητα Eur. Suppl. 896; τῆς χρηστότητος ἀπολαῦσαι Is. 2, 7; bei Plat. defin. 412 e erkl. χρηστ. ἤθους ἀπλαστία μετ' εὐλογιστίας.

Greek (Liddell-Scott)

χρηστότης: -ητος, ἡ, ἐπὶ πραγμάτων, καλὴ κατάστασιςἰδιότης, ἔξοχος ἰδιότης, ἀντίθετον τῷ κακία καρπῶν Ἀριστ. π. Φυτ. 1. 4, 14, πρβλ. 7. 2. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, καλωσύνη, τιμιότης, δικαιοσύνη, ἀρετή, χρηστότητα ἀσκεῖν Εὐρ. Ἱκ. 872· μέγιστον ἀγαθόν ἐστι μετὰ τοῦ χρ. Μενάνδρ. ἐν Ἀδήλ. 246, πρβλ. τὸν αὐτὸν ἐν «Ὑμνίδι» 1. 1. ΙΙΙ. καλὴ διάθεσις τῆς καρδίας, ἀγαθότης, Ἰσαῖος π. Μενεκλ. Κλήρου § 8, Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 51· χρηστότητος οὕνεκα, ἕνεκα χρηστότητος, Ἀριστοφῶν ἐν «Φιλωνίδι» 1, Τιμοκλ ἐν «Δρακοντίῳ» 1. 17· ποιεῖν χρηστότητα, δεικνύειν καλωσύνην, ἀγαθὰς διαθέσεις, Ἑβδ. (Ψαλμ. ΡΙΗ΄, 65)· συχν. παρὰ Πλουτ. καὶ ἐν τῇ Καιν. Διαθ. 2) ἁπλότης, μωρία, ἠλιθιότης, ἤθους ἀπλαστία μετ’ ἀλογιστίας, κατὰ τοὺς Ὅρους τοῦ Πλάτ. 412Ε.

French (Bailly abrégé)

χρηστότητος (ἡ) :
bonne qualité, bonté ; particul. bonté de cœur.
Étymologie: χρηστός.

English (Strong)

from χρηστός; usefulness, i.e. morally, excellence (in character or demeanor): gentleness, good(-ness), kindness.

English (Thayer)

χρηστητος, ἡ (χρηστός);
1. moral goodness, integrity: A. V. 'doeth good').
2. benignity, kindness: ἡ χρηστότης τίνος ἐπί τινα, ἀποστομια (which see)); Sept.; Euripides, Isaeus, Diodorus, Josephus, Aelian, Herodian; often in Plutarch) (See Trench, Synonyms, § lxiii.)

Greek Monotonic

χρηστότης: -ητος, ἡ, λέγεται για πρόσωπα:
1. καλοσύνη, τιμιότητα, σε Ευρ.
2. καλοσύνη καρδιάς, αγαθότητα, σε Ισαίο, Κ.Δ.

Russian (Dvoretsky)

χρηστότης: ητος ἡ
1) хорошее качество (καρπῶν Arst.);
2) честность, порядочность Eur., Men.;
3) доброта Isae., Men., Plut.;
4) простоватость Plat.

Middle Liddell

χρηστότης, ητος, ἡ, [from χρηστός
1. of persons, goodness, honesty, Eur.
2. goodness of heart, kindness, Isae., NTest.

Chinese

原文音譯:crhstÒthj 赫雷士拖帖士
詞類次數:名詞(10)
原文字根:用 相當於: (טוּב‎)
字義溯源:恩慈,良善,善,正直,憐憫,寬大;源自(χρηστός)=合用的),而 (χρηστός)出自(χράομαι)*=對待,供應)。比較: (ἀγαθωσύνη)=良善
出現次數:總共(10);羅(5);林後(1);加(1);弗(1);西(1);多(1)
譯字彙編
1) 恩慈(9) 羅2:4; 羅11:22; 羅11:22; 羅11:22; 林後6:6; 加5:22; 弗2:7; 西3:12; 多3:4;
2) 善(1) 羅3:12