Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄφθιτος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἄφθῐτος Medium diacritics: ἄφθιτος Low diacritics: άφθιτος Capitals: ΑΦΘΙΤΟΣ
Transliteration A: áphthitos Transliteration B: aphthitos Transliteration C: afthitos Beta Code: a)/fqitos

English (LSJ)

ον, (φθίνω)

   A not liable to perish, undecaying, imperishable, freq. in Hom. (mostly in Il.) and Trag.:    1 of things, σκῆπτρον πατρώϊον ἄ. αἰεί Il.2.46; χρυσέη ἴτυς ἄ. 5.724; καλὸν θρόνον ἄ. αἰεί 14.238; Ἡφαίστου δόμος 18.370; ἄ. ἄμπελοι Od.9.133; ἄντρον Pi. I.8(7).41; πυρὸς φέγγος A.Ch.1037; Γᾶ S.Ant.339 (lyr.).    2 of persons, immortal, of the gods, h.Merc.326; Στύξ Hes. Th.389,397; of Tantalus, Pi.O.1.63; ἄ. ὑμνοπόλος, of Anacreon, Simon.184; ἀφθίτους θεῖναι βροτούς A.Eu.724; γέννας ἀφθίτου λαχόντες S.Fr. 278.    3 of men's thoughts, etc., Ζεὺς ἄφθιτα μήδεα εἰδώς Il.24.88, Hes.Th.545; κλέος ἄ. Il.9.413; ἄ. ὄπις unceasing care, Pi.P.8.72 (v.l. ἄφθονος) ; ἄ. γνῶμαι unchanging, unchangeable, S.Fr.414; ἄφθιτα μηδομένοισι Ar.Av.689.—Poet. and later Prose, δόξα Plu.2.723e; prob. in Arist. Caeí.270a26.

German (Pape)

[Seite 410] unvergänglich, fest, dauerhaft, meist von leblosen Dingen, wie ἀθάνατος von belebten; Hom. öfter, ἴτυς Iliad. 5, 724, θρόνος 14, 238, σκῆπτρον 2, 46. 186, Ἡφαίστου δόμος 18, 370, Neptuns δώματα 13. 22, κλέος 9, 413, Zeus μήδεα 24, 88, ἄμπελοι Odyss. 9, 133; Στύξ Hes. Th. 389, wobei an den Eid gedacht. Oft bei Pind., σπέρμα P. 4. 42; ἄντρον I. 7, 41; ὄπις θεῶν P. 8, 75; Ζεύς u. Ἐνοσίδης, 4, 291. 33; Soph. γᾶ Ant. 339; θεοί Eur. An. 1257; flgde Dichter, Plut. u. Luc.

Greek (Liddell-Scott)

ἄφθῐτος: -ον, μεταγ. καὶ η, ον, Ἀνθ. Π. Παράρτ. 323 (φθίνω): - μὴ ὑποκείμενος εἰς φθορὰν ἢ ἀπώλειαν, ἄφθαρτος, συχνάκις παρ’ Ὁμ. (τὸ πλεῖστον ἐν Ἰλ.) καὶ Τραγ.: 1) ἐπὶ πραγμάτων, σκῆπτρον πατρώϊον, ἄφθιτον ἀεὶ Ἰλ. Β. 46· χρυσέη ἴτυς ἄφθιτος Ε. 724· καλὸν θρόνον, ἄφθιτον αἰεὶ Ξ. 238· Ἡφαίστου... δόμον... ἄφθιτον ἀστερόεντα Σ. 370, κτλ.· ὡσαύτως, ἄφθιτοι ἄμπελοι Ὀδ. Ι. 133· πῦρ Αἰσχύλ. Χο. 1037· γῆ Σοφ. Ἀντ. 339. 2) ἐπὶ προσώπων, ἀθάνατος, ἐπὶ τῶν θεῶν, Ὕμν. Ὅμ. εἰς Ἑρμ. 326, πρβλ. Ἡσ. Θ. 389, 397· ἐπὶ τοῦ Ταντάλου, Πίνδ. Ο. 1. 101· ἄφθ. ὑμνοπόλος, ἐπὶ τοῦ Ἀνακρέοντος, Σιμωνίδ. 116· ἀφθίτους θεῖναι βροτοὺς Αἰσχύλ. Εὐμ. 724· γέννας ἀφθίτου λαχόντες Σοφ. Ἀποσπ. 267. 3) ἐπὶ διανοημάτων καὶ βουλῶν. Ζεὺς ἄφθιτα μήδεα εἰδὼς Ἰλ. Ω. 88, Ἡσ. Θ. 545· κλέος ἄφθ. Ἰλ. Ι. 413· ἄφθ. ὅπις, ἀκατάπαυστος, διηνεκὴς φροντίς, Πινδ. Π. 8. 101· ἄφθιτοι γνῶμαι, μηδέποτε μεταβαλλόμεναι, ἀμετάβλητοι, Σοφ. Ἀποσπ. 368· ἄφθιτα μηδομένοισι Ἀριστοφ. Ὄρν. 689. - Λέξις ποιητικὴ ἐν χρήσει παρὰ μεταγεν. πεζολόγοις, Πλούτ. 2. 723Ε. - Ἐπίρρ. ἀφθίτως Χρησμ. Σιβυλλ. 5. 503 [[[ἔνθα]] τὸ ι εἶναι μακρόν].

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
incorruptible ; impérissable, immortel.
Étymologie: ἀ, φθίνω.

English (Autenrieth)

(φθίω): unwasting, imperishable.

English (Slater)

ἄφθῐτος, -ον
   1 immortal, imperishable νέκταρ ἀμβροσίαν τε δῶκεν, οἶσιν ἄφθιτον θέν νιν (i. e. Τάνταλον) (O. 1.63) λέγοντι δ' βίοτον ἄφθιτον Ἰνοῖ τετάχθαι (O. 2.29) “Γαιαόχου παῖς ἀφθίτου Ἐννοσίδα” (P. 4.33) “ἐν τᾷδ' ἄφθιτον νάσῳ κέχυται Λιβύας εὐρυχόρου σπέρμα” (P. 4.42) “ἄφθιτον στρωμνὰν ἀγέσθω” i. e. the golden fleece (P. 4.230) Ζεὺς ἄφθιτος (P. 4.291) [[[θεῶν]] δ' ὄπιν ἄφθιτον αἰτέω, λτ;γτ;έναρκες, ὑμετέραις τύχαις (v. l. ἄφθονον) (P. 8.72) ] “ἐς ἄφθιτον ἄντρον εὐθὺς Χίρωνος” (I. 8.41)

Spanish (DGE)

(ἄφθῐτος) -ον

• Alolema(s): ἄπθιτος CEG 344 (Fócide VI a.C.)

• Morfología: [fem. -α Mesom.3.16]
I 1indestructible, imperecedero, incorruptible, inmortal
a) de dioses ἀθάνατοι δὲ ἄφθιτοι ἠγερέθοντο h.Merc.326, Στύξ Hes.Th.389, Γᾶ S.Ant.339, Νίκη Men.Sam.736, de Zeus πάλμυς ἀφθίτων Lyc.691, Νέμεσις Mesom.l.c., ἄφθιτον, ἀθάνατον, ῥητὸν μόνον ἀθανάτοισιν Orph.Fr.248b.1;
b) de semidioses y hombres: de Tántalo, Pi.O.1.63, Ῥαδάμανθυν, ὅς περ ἄ. A.Fr.145, ref. al mito de Admeto Μοίρας ἔπεισας ἀφθίτους θεῖναι βροτούς A.Eu.724, γέννας ἀφθίτου λαχόντες S.Fr.278, de Helena, E.Or.1635, ἀφθίτους τε καὶ φθιτούς Lyc.566, cf. IO 170.6 (IV a.C.), ref. a la inmortalidad que da la fama, de Anacreonte ἄ. ὑμνοπόλον Simon.126.1D., de Peleo, E.Andr.1256;
c) de cosas σκήπτρον πατρώϊον, ἄ. αἰεί Il.2.46, χρυσέη ἴτυς Il.5.724, καλὸν θρόνον Il.14.238, δόμον Il.18.370, cf. Orph.Fr.89, ἄ. ἄμπελοι en la isla del Cíclope Od.9.133, Στυγὸς ἄ. ὕδωρ Hes.Th.805, ἄντρον Pi.I.8.41, ἀφθίτοις ἀοιδαῖς Lyr.Adesp.98, τὸ πῦρ ἄφθιτον el fuego eterno custodiado por las Vestales, Plu.Cam.20, λέκτρα Nonn.D.32.95;
d) de abstr., en rel. c. los dioses ἄφθιτα μήδεα εἰδώς Il.24.88, cf. h.Ven.43, Hes.Th.545, Ar.Au.689, βίος Simon.18.4, cf. Critias B 25.17, βίος Ὀλύμπιος Nonn.D.8.414
inmutable, invariable γνώμη ἄ. S.Fr.414, κλέος Il.9.413, CEG l.c., cf. Sapph.44.4, Ibyc.1a.47, AP 7.43 (Io Sam.), CEG 2.1 (Atenas V a.C.), τιμή h.Cer.261, de Cirno ἄφθιτον ἀνθρώποισ' αἰὲν ἔχων ὄνομα Thgn.246, δόξα E.IA 1606, cf. Plu.2.723e, ἀ. ὄλβος riqueza inagotable Theoc.18.52, ἄ. μνῆστις memoria inalterable A.R.1.644.
2 que hace inmortal ὁ τὴν ἀείζων ἄφθιτον πόαν φαγών A.Fr.28.
II adv. -ως eternamente ἀφθίτως βιοτεύειν Orac.Sib.5.303 (cód.).

• Etimología: v. φθίνω

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄφθιτος, -ον) φθίνω
1. άφθαρτος, ακατάλυτος
2. αθάνατος, αιώνιος
αρχ.
1. (για σκέψεις, αποφάσεις κ.λπ.) ακαταγώνιστος
2. αμετάβλητος, α μετάτρεπτος
3. ακατάπαυστος, αδιάλειπτος.

Greek Monotonic

ἄφθῑτος: -ον και -η, -ον (φθίνω), αυτός που δεν υπόκειται σε φθορά, σε Όμηρ., Τραγ.· λέγεται για πρόσωπα, αθάνατος, σε Ομηρ. Ύμν.

Russian (Dvoretsky)

ἄφθῐτος: редко несокрушимый, непреходящий, вечный (θρόνος Hom.; ἀθάνατος καὶ ἄ. HH; Στύξ Hes.; ὄπις θεῶν Pind.; γᾶ Soph.; θεοί Eur.; πῦρ Aesch., Plut.).

Middle Liddell

φθίνω
not liable to perish, imperishable, Hom., Trag.: of persons, immortal, Hhymn.