ὑπηρετέω: Difference between revisions
τῶν γὰρ μετρίων πρῶτα μὲν εἰπεῖν τοὔνομα νικᾷ → the first mention of the word moderation wins the game (Euripides, Medea 125f.)
(T22) |
(6) |
||
Line 27: | Line 27: | ||
{{Thayer | {{Thayer | ||
|txtha=ὑπηρέτω; 1st aorist ὑπηρέτησα; from [[Herodotus]] [[down]]; to be [[ὑπηρέτης]] ([[which]] [[see]]), [[properly]],<br /><b class="num">a.</b> to [[act]] as [[rower]], to [[row]], (Diodorus, Aelian).<br /><b class="num">b.</b> to [[minister]], [[render]] [[service]]: τίνι, Acts 24:23. | |txtha=ὑπηρέτω; 1st aorist ὑπηρέτησα; from [[Herodotus]] [[down]]; to be [[ὑπηρέτης]] ([[which]] [[see]]), [[properly]],<br /><b class="num">a.</b> to [[act]] as [[rower]], to [[row]], (Diodorus, Aelian).<br /><b class="num">b.</b> to [[minister]], [[render]] [[service]]: τίνι, Acts 24:23. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''ὑπηρετέω:''' ([[ὑπηρέτης]]), μέλ. <i>-ήσω</i>, υπερσ. <i>ὑπηρετήκειν</i>·<br /><b class="num">1.</b> [[εργάζομαι]] σε [[πλοίο]], [[εκτελώ]] καθήκοντα κωπηλάτη· απ' όπου, είμαι [[υπηρέτης]], [[εκτελώ]] [[υπηρεσία]], [[υπηρετώ]], σε Σοφ., Αριστοφ.<br /><b class="num">2.</b> με δοτ., [[φροντίζω]], [[περιποιούμαι]], [[υπηρετώ]], Λατ. inservire, σε Ηρόδ., Αττ.· [[ὑπηρετέω]] τοῖς τρόποις, συμμορφώνομαι προς, [[υποχωρώ]], κάνω τα χατίρια υποχωρώντας στους τρόπους κάποιου, σε Αριστοφ.· [[ὑπηρετέω]] τῷ λόγῳ, [[συνηγορώ]], [[υποστηρίζω]], σε Ευρ.· [[ὑπηρετέω]] τινί τι, [[βοηθώ]] κάποιον σε [[κάτι]], σε Σοφ., Αριστοφ. κ.λπ.<br /><b class="num">3.</b> απόλ., [[υπηρετώ]], [[παρέχω]] [[βοήθεια]], [[αρωγή]], σε Σοφ. — Παθ., εκτελούμαι ως [[υπηρεσία]], σε Ηρόδ., Ισοκρ. | |||
}} | }} |
Revision as of 02:20, 31 December 2018
English (LSJ)
fut.
A -ήσω Alex. (v. infr.), etc.: plpf. ὑπηρετήκειν X.HG3.3.9:—prop. do service on board ship, as a rower (cf. ὑπηρέτης, ὑπηρεσία), SIG524.33,47 (Praesus, iii B. C.):—Pass., πλοῖον ὑπὸ δύο ἀνθρώπων ὑπηρετεῖσθαι δυνάμενον D.S.2.55. II to be a servant, do service, S.El.996, Ph.990; opp. ἄρχω, Ar.V.518 (troch.); τοὺς διὰ φόβον ὑ. X.Hier.1.38. 2 c. dat., minister to, serve, τῷ παρόντι δαίμονι S.El.1306, cf. E.Ph.1708, Th.4.108, etc.; ὑ. τῷ χρηστηρίῳ submit to its ruling, Hdt.8.41, cf. Pl.Lg.914a; ἔργοις ἀνοσίοις ὑ. S.OC283; [νόμῳ, λόγῳ], Lys.2.19; ὑ. τοῖς τρόποις humour his ways, Ar.Ra.1432; τῷδ' ὑ. λόγῳ second, support it, E.Med.588; ὢν ἄνθρωπος ἀνθρώπου τύχαις ὑπηρετήσω Alex.150. 3 ὑ. τινὶ εἴς or πρός τι, Hdt.1.109, X.Eq.8.7, etc.; also ὑ. τινί τι serve one in a thing, οἷς σὺ ταῦθ' ὑπηρετεῖς S.Ph. 1024, cf. Ar.Pl.979, Pl.Smp.196c, X.Cyr.5.1.20, D.18.138,59.35. b in financial sense, τὸν δὲ ταμίαν εἰς τὸ ἀνάλωμα ὑπηρετῆσαι Supp.Epigr. 1.351.30 (Samos, iv B. C.), cf. 363.43 (ibid., iii B. C.), Inscr.Prien.3 (iv B. C.), 18 (iii B. C.), al. c at Athens, serve as ὑπηρέτης of the Council, D.19.70. d in the Mithraic cult, to be a ὑπηρέτης or servitor, Rev.Hist.Rel.109.63 (Rome). e render military service, BGU180.14,613.23 (both ii A. D.). 4 abs., serve, be subordinate, opp. προστάττω, Arist.Top.129a13; ἡ ὑπηρετοῦσα ἐπιστήμη Id.Metaph.982b5: c. neut. pl. of Adj., etc., τὰ λοίφ' ὑ. help in what remains to be done, S.Ph.15; ὑ. τὰ περὶ τὸν πόλεμον Pl.R.467a; and with cogn. acc., ὑ. τὰς διακονικὰς πράξεις Arist.Pol.1277a36:—Pass., to be done as service, τὰ ἀπ' ἡμέων ἐς ὑμέας ὑπηρετέεται Hdt.4.139; χρὴ σὴ τό γε ἐμὸν ὑπηρετέεσθαι that my service should be rendered, Id.1.108; ἢν τὰ παρ' ὑμῶν ὑπηρετῆται Isoc.3.63; τὸ πρᾶγμα τὸ ὑπηρετηθέν Arist.EE 1243a16, cf. X.HG5.2.34.—The Med. occurs in late texts, as Hld.7.19, al., and Alciphr.1.11, dub. in Supp.Epigr.1.327.19 (Callatis, i A. D.); τὸ -ούμενον the retinue, Memn.2.4; fut. -ήσομαι POxy.58.24 (iii A. D.); but in S.El.1306, ὑπηρετοίην was rightly restored by Musgrave and Elmsl. for -οίμην.
German (Pape)
[Seite 1206] ein ὑπηρέτης sein; zunächst eigtl., rudern, πλοῖον ὑπὸ δύο ἀνθρώπων ὑπηρετεῖσθαι δυνάμενον D. Sic. 2, 55, wie Ath. V, 204; Ruderer- od. Matrosendienste thun, Sp., wie Ael. H. A. 13, 2. – Uebh. schwere Handdienste thun, u. allgem., dienen, behülflich sein, Thuc. 4, 108; Einem zu Gefallen leben, τινί, wie τοῖς τρόποις ὑπηρετεῖν Aesch. frg. 306; Ar. Ran. 1428; τῇ νόσῳ Soph. O. R. 217; δαίμονι El. 1298; Eur. oft; Her. 8, 41; τινὶ εἴς τι, 1, 109; auch c. accus. der Sache, Soph. Phil. 15; ὅτι χρημάτων ἕνεκα ὁτιοῦν ἂν ὁτῳοῦν ὑπηρετοῖ Plat. Conv. 185 a, vgl. Rep. I, 343 e, u. öfter; τὰ συμφέροντα Xen. Cyr. 1, 6, 39; τί τινι, An. 1, 9, 18; αὑτοῖς οὐχ ὑπηρετοῦσιν, sie sorgen nicht für ihr eigenes Wohl, Arist. pol. 5, 9. – Auch im med., Her. 1, 108; dah. τὸ ὑπηρετούμενον = die Dienerschaft, Memn. 2. – Pass. als Dienst geleistet werden, τὰ ἀπ' ἡμέων ἐς ὑμέας ὑπηρετέεται Her. 4, 139; Isocr. 3, 63. – Auch = gehorchen, Folge leisten; τῷ λόγῳ Plat. Tim. 70 d; ταῖς μαντείαις Legg. XI, 914 a; dem χαρίζεσθαι entsprechend, Xen. Cyr. 5, 1, 19. 1, 6, 10; vgl. S. Emp. adv. eth. 190.
Greek (Liddell-Scott)
ὑπηρετέω: ὑπερσ. ὑπηρετήκειν Ξεν. Ἑλλ. 3. 3, 9 - κυρίως, ἐργάζομαι ἐν πλοίοις, ἐκτελῶ ἔργον κωπηλάτου (πρβλ. ὑπηρέτης, ὑπηρεσία)· ἀλλ’ ἡ κυριολεκτικὴ αὕτη σημασία εὕρηται μόνον παρὰ μεταγεν., Αἰλ. περὶ Ζ. 13. 2. - Παθ., πλοῖον ὑπὸ δύο ἀνθρώπων ὑπηρετεῖσθαι δυνάμενον Διόδ. 2. 55. ΙΙ. παρὰ τοῖς δοκίμοις ἁπλῶς, ὡς καὶ νῦν, εἶμαι ὑπηρέτης, ὑπηρετῶ, ἐργάζομαι ὑπέρ τινος, «δουλεύω», Σοφ. Ἠλ. 996, Φιλ. 990· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἄρχω, Ἀριστοφ. Σφ. 518· τοὺς διὰ φόβον ὑπ. Ξεν. Ἱέρων 1. 38. 2) μετὰ δοτ., προσφέρω ὑπηρεσίαν εἴς τινα, Λατ. inservire, Σοφ. Ἠλ. 1306, Εὐρ. Φοίν. 1708, Θουκ. κλπ.· οὕτω, ὑπ. τῷ χρηστηρίῳ, βοηθῶ, Ἡρόδ. 8. 41, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 914Α· ἔργοις ἀνοσίοις ὑπ. Σοφ. Ο. Κ. 283· τοῖς νόμοις Λυσί. 192. 20: ὑπ. τοῖς τρόποις, χαρίζομαί τινι, συναινῶ, συγκατανεύω, περιποιοῦμαι χαριζόμενος εἰς τοὺς τρόπους τινός, Ἀριστοφ. Βάτρ. 1432· ὑπηρ. τῷ λόγῳ, ὑποστηρίζω, συνηγορῶ, Εὐρ. Μήδ. 588· εἰ μὴ γὰρ ὢν ἄνθρωπος ἀνθρώπου τύχαις ὑπηρετήσω, ποῦ φανήσομαι φρονῶν; Ἄλεξ. ἐν «Μιλησίοις» 2. 3) ὑπ. τινι εἴς ἢ πρός τι Ἡρόδ. 1. 109, Ξεν. Ἱππ. 8. 7, Δημ., κλπ.: - ὡσαύτως, ὑπ. τινί τι, βοηθῶ τινα εἴς τι, Σοφ. Φιλ. 1024, Ἀριστοφ. Πλ. 979, Πλάτ. Συμπ. 196C, Ξεν. Κύρου Παιδ. 5. 1, 20, Δημ. 1356, 26. 4) ἀπολ., ὑπηρετῶ, εἶμαι ὑποτεταγμένος, ἀντίθετ. τῷ προστάττω, Ἀριστ. Τοπικ. 5. 1, 6· ἡ ὑπηρετοῦσα ἐπιστήμη ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 2, 7· ἀλλ’ ἔργον ἤδη σὸν τὰ λοίφ’ ὑπηρετεῖν Σοφ. Φιλ. 15· ὑπ. τὰ περὶ τὸν πόλεμον Πλάτ. Πολ. 467Α· καὶ μετὰ συστοίχ. αἰτ., ὑπ. τὰς δικανικὰς πράξεις Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 4, 12. - Παθ., ἐκτελοῦμαι ὡς ὑπηρεσία, τὰ ἀπ’ ἡμέων εἰς ὑμέας ὑπηρετέεται Ἡρόδ. 4. 139· οὕτω, χρὴ δὴ τό γε ἐμὸν ὑπηρετέεσθαι, πρέπει τὸ κατ’ ἐμὲ νὰ σὲ ὑπηρετήσω προθύμως, ὁ αὐτ. 1. 108· τὰ παρ’ ὑμῶν ὑπηρέτηται Ἰσοκρ. 39Ε· τὸ πρᾶγμα τὸ ὑπηρετηθὲν Ἀριστ. Ἠθικ. Εὐδ. 7. 10, 17, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 5. 2, 34 - Τὸ μέσ. ἀπαντᾷ παρὰ μεταγεν., οἷον παρὰ τῷ Ἀλκίφρονι καὶ Ἡλιοδώρῳ, ἀλλ’ ἐν Σοφ. Ἠλ. 1306, ὀρθῶς διωρθώθη ὑπηρετοίην ὑπὸ τοῦ Elmsl. ἀντὶ -οίμην.
French (Bailly abrégé)
-ῶ :
f. ὑπηρετήσω, ao. ὑπηρέτησα, pf. ὑπηρέτηκα;
I. servir comme rameur ou comme matelot ; Pass. être servi, manœuvré par des rameurs ou des matelots;
II. p. ext. 1 servir, aider, assister, se mettre à la disposition de, τινι : τινι ἔς τι, τινί τι rendre qqe service à qqn ; τὰ ἀπ’ ἡμέων ἐς ὑμέας ὑπηρετέεται HDT ce que nous faisons vous est utile;
2 obéir à, être docile à, τινι ; avec un acc. de chose : ὑπ. τὸ κελευόμενον PLUT obéir à l’ordre donné, exécuter ce qui est ordonné.
Étymologie: ὑπηρέτης.
Spanish
English (Strong)
from ὑπηρέτης; to be a subordinate, i.e. (by implication) subserve: minister (unto), serve.
English (Thayer)
ὑπηρέτω; 1st aorist ὑπηρέτησα; from Herodotus down; to be ὑπηρέτης (which see), properly,
a. to act as rower, to row, (Diodorus, Aelian).
b. to minister, render service: τίνι, Acts 24:23.
Greek Monotonic
ὑπηρετέω: (ὑπηρέτης), μέλ. -ήσω, υπερσ. ὑπηρετήκειν·
1. εργάζομαι σε πλοίο, εκτελώ καθήκοντα κωπηλάτη· απ' όπου, είμαι υπηρέτης, εκτελώ υπηρεσία, υπηρετώ, σε Σοφ., Αριστοφ.
2. με δοτ., φροντίζω, περιποιούμαι, υπηρετώ, Λατ. inservire, σε Ηρόδ., Αττ.· ὑπηρετέω τοῖς τρόποις, συμμορφώνομαι προς, υποχωρώ, κάνω τα χατίρια υποχωρώντας στους τρόπους κάποιου, σε Αριστοφ.· ὑπηρετέω τῷ λόγῳ, συνηγορώ, υποστηρίζω, σε Ευρ.· ὑπηρετέω τινί τι, βοηθώ κάποιον σε κάτι, σε Σοφ., Αριστοφ. κ.λπ.
3. απόλ., υπηρετώ, παρέχω βοήθεια, αρωγή, σε Σοφ. — Παθ., εκτελούμαι ως υπηρεσία, σε Ηρόδ., Ισοκρ.