ὑποστολή: Difference between revisions
νύμφην τ' ἄνυμφον παρθένον τ' ἀπάρθενον → wife unwed and virgin that is no virgin | bride that is no bride, virgin that is virgin no more | virgin wife and widowed maid | unwed bride and ravished virgin
m (Text replacement - "<b class="num">(\d+)\)" to "<b class="num">$1") |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(\(=)(\w+)(\))" to "$1$2$3") |
||
Line 38: | Line 38: | ||
}} | }} | ||
{{mantoulidis | {{mantoulidis | ||
|mantxt=(=κατέβασμα). Ἀπό τό [[ὑποστέλλω]] → ὑπό + [[στέλλω]], ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα. | |mantxt=(=[[κατέβασμα]]). Ἀπό τό [[ὑποστέλλω]] → ὑπό + [[στέλλω]], ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα. | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=ἡ, <i>das [[Herunterziehen]], [[Herunterlassen]] (?). – Das [[Nachlassen]], [[Vermindern]]</i>, Plut. – <i>[[Niedergeschlagenheit]], [[Kleinmut]], [[Furcht]]</i>, Plut. und Sp. | |ptext=ἡ, <i>das [[Herunterziehen]], [[Herunterlassen]] (?). – Das [[Nachlassen]], [[Vermindern]]</i>, Plut. – <i>[[Niedergeschlagenheit]], [[Kleinmut]], [[Furcht]]</i>, Plut. und Sp. | ||
}} | }} |
Revision as of 12:30, 29 November 2022
English (LSJ)
ἡ, A fasting, Plu.2.129c, Heliod. ap. Orib.46.20.6. 2 omission of a letter, τοῦ ῑ A.D.Adv.187.22: generally, removal, Id.Pron.91.26, al. II shrinking, timidity, evasion, Ep.Hebr.10.39, Hsch.; δι' ὑποστολῆς holding back, Ascl.Tact.10.21; μετά τινος ὑ. with a certain reserve, Phld.Rh.1.108 S. III concealment, dissimulation, J.BJ2.14.2.
French (Bailly abrégé)
ῆς (ἡ) :
resserrement, diminution.
Étymologie: ὑποστέλλω.
Russian (Dvoretsky)
ὑποστολή: ἡ
1 уменьшение, сокращение Plut.;
2 боязнь, колебание NT;
3 грам. опущение буквы.
Greek (Liddell-Scott)
ὑποστολή: ἡ κατὰ μικρὸν ἐλάττωσις τῆς τροφῆς, περιορισμὸς τῆς διαίτης, Πλούτ. 2. 129C, 475F, Ὀρειβάσ. 105 Cocch. 2) ἡ ἀποβολὴ γράμματος, Α. Β. 600, 30. ΙΙ. «δειλία, φυγὴ» Ἡσύχ., προβλ. Ἐπιστ. πρὸς Ἐβρ. ι΄, 39.
English (Strong)
from ὑποστέλλω; shrinkage (timidity), i.e. (by implication) apostasy: draw back.
English (Thayer)
ὑποστολῆς, ἡ (ὑποστέλλω, which see), properly, a withdrawing (Vulg. subtractio) (in a good sense, Plutarch, anim. an corp. aff. sint pej. § 3under the end); the timidity of one stealthily retreating: οὐκ ἐσμεν ὑποστολῆς (see εἰμί IV:1g.), we have no part in shrinking back etc., we are free from the cowardice of etc. (R. V. we are not of them that shrink back etc.), λάθρᾳ τά πολλά καί μεθ' ὑποστολῆς ἐκακουργησεν, Josephus, b. j. 2,14, 2; ὑποστολην ποιοῦνται, Antiquities 16,4, 3).
Greek Monolingual
η / ὑποστολή, ΝΜΑ ὑποστέλλω
νεοελλ.
1. καταβιβασμός, κατέβασμα, μάζεμα (α. «υποστολή της σημαίας» β. «υποστολή τών ιστίων»)
2. περιορισμός, ελάττωση, μείωση («υποστολή αξιώσεων»)
αρχ.
1. ελάττωση δίαιτας, μείωση τροφής, νηστεία
2. προσποίηση, απάτη
3. ταπεινοφροσύνη
4. αποχώρηση, απόσυρση
5. αυτοσυγκράτηση, συστολή
6. σύνεση
7. δειλία, ατολμία
8. απροθυμία, δισταγμός·9. αποβολή γράμματος·10. (κατά τον Ησύχ.) «δειλία, φυγή».
Greek Monotonic
ὑποστολή: ἡ, δισταγμός, οπισθοχώρηση, ατολμία, αποφυγή, υπεκφυγή, σε Καινή Διαθήκη
Middle Liddell
ὑποστολή, ἡ,
a shrinking back, evasion, NTest.
Chinese
原文音譯:Øpostol» 虛坡-士拖累
詞類次數:名詞(1)
原文字根:在下-安放(著)
字義溯源:退縮,退後,膽怯;源自(ὑποστέλλω)=被抑制),由(ὑπό)*=被,在⋯下)與(στέλλω)*=阻止,指使)組成
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編:
1) 退縮(1) 來10:39
Mantoulidis Etymological
(=κατέβασμα). Ἀπό τό ὑποστέλλω → ὑπό + στέλλω, ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα.
German (Pape)
ἡ, das Herunterziehen, Herunterlassen (?). – Das Nachlassen, Vermindern, Plut. – Niedergeschlagenheit, Kleinmut, Furcht, Plut. und Sp.