Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δικαίωσις

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: δῐκαίωσις Medium diacritics: δικαίωσις Low diacritics: δικαίωσις Capitals: ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ
Transliteration A: dikaíōsis Transliteration B: dikaiōsis Transliteration C: dikaiosis Beta Code: dikai/wsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A setting right, doing justice to: hence,    1 condemnation, punishment, Th.8.66, D.C.40.43 (pl.), cj. in Plu.2.421d.    2 plea of legal right, justification, Lys.9.8, cf. Harp.    3 making or accounting righteous, justification, Ep.Rom.4.25, etc.    II demand of right or as of right, just claim, Th.1.141, Plu.Demetr.18.    III judgement of what is right, ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει altered at their will and pleasure, Th.3.82.

German (Pape)

[Seite 627] ἡ, das Gerechtmachen; – a) sowohl die gerichtliche Vertheidigung, Lys. bei Harpocr., der es δικαιολογία erkl., als die Verurtheilung, Bestrafung, Thuc. 8, 66; ὑπὸ θεοῦ Plut. def. or. 21; Dio Cass. 40, 43. – b) gerechte Forderung, Rechtsgrund; Lys. 9, 8; Ansprüche, Thuc. 1, 141; Plut. Dem. 18. – c) übh. Ansicht vom Recht, D. Hal. 3, 10 u. öfter, wie Thuc. 3, 82, τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει, wo man es »Gutdünken«, »Willkür« übersetzt.

Greek (Liddell-Scott)

δῐκαίωσις: -εως, ἡ, ἀπονομὴ δικαιοσύνης, ἐντεῦθεν, 1) καταδίκη, τιμωρία, Θουκ. 8.56. 2) ὑπεράσπισις νομικοῦ δικαίου, ἀθώωσις, Λυσ. 115.5, πρβλ Ἀποκρ.· -τὸ κρίνειν τινὰ ὡς δίκαιον, Ἐπ. π. Ρωμ. δ.25, κτλ. Ἐκκλ.
ΙΙ. δικαία ἢ ὡς δικαία ἀπαίτησις, ἀξίωσις, Θουκ. 1.141, Πλούτ. Δημητρ. 18· τί ἐστί μοι ἔτι δ.; Ἑβδ.(2 Βασιλ. ιθ´͵28). ΙΙΙ. κρίσις περὶ δικαίου, γνώμη, ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει, μετέβαλον κατὰ τὴν ἰδίαν των βούλησιν καὶ εὐχαρίστησιν, Θουκ. 3.82.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
I. action de juger comme juste ; justification (d’actes jusque-là considérés comme blâmables);
II. action de faire valoir son droit :
1 réclamation d’un droit;
2 défense, justification;
III. action de traiter selon la justice, condamnation ; châtiment.
Étymologie: δικαιόω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ
1 acción de someter a la justicia οὔτ' εἰ ὑποπτεύοιντο δ. ἐγίγνετο Th.8.66, cf. D.H.1.87.
2 justicia δ. μία ἔσται τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ ἐγχωρίῳ LXX Le.24.22, παρελθὼν τὴν ἁπάντων ἀνθρώπων δικαίωσιν contraviniendo el universal sentido de la justicia D.H.1.58, τὸ κεφάλαιον τῆς ἀνθρωπίνης εὐφημίας καὶ δικαιώσεως Plu.2.99c.
3 justificación καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ... ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει incluso cambiaron, para justificarse, el ordinario valor de las palabras Th.3.82, ἔτι πλείονας καὶ νόμους καὶ ἄλλας δικαιώσεις Lys.9.8, καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν Ep.Rom.4.25, ἡ ἐν πίστει δ. la justificación por la fe Cyr.Al.Luc.1.66, cf. Ep.Rom.5.18, Plot.4.3.16.
4 reclamación de un derecho ἥ τε μεγίστη καὶ ἐλαχίστη δ. Th.1.141, ἐγίνοντο καὶ περὶ τὰς δικαιώσεις βιαιότεροι Plu.Demetr.18, cf. D.H.7.16, Basil.M.30.201C.
5 castigo, pena φρουραῖς καὶ δικαιώσεσι ... τοὺς μὲν ἐταπείνωσε D.C.40.43.3, εἶναι καὶ ὑπὸ χθονὸς δικαιώσεις τε καὶ τιμὰς I.AI 18.14, cf. 18.315, Plu.2.565a.

English (Strong)

from δικαιόω; aquittal (for Christ's sake): justification.

English (Thayer)

δικαιωσεως, ἡ (from δικαιόω, equivalent to τό δικαιοῦν, the act τοῦ δικαιουντος; in extra-biblical writings from Thucydides on, the justification or defense of a cause; sentence of condemnation; judgment in reference to what is just), the act of God's declaring men free from guilt and acceptable to him; adjudging to be righteous, (A. V. justification): διά τήν δικαίωσιν ἡμῶν, because God wished to declare us righteous εἰς δικαίωσιν ζωῆς, unto acquittal, which brings with it the bestowment of life, δικαιόω).

Greek Monotonic

δῐκαίωσις: -εως, ἡ,
I. 1. επανόρθωση του δικαίου, απονομή δικαιοσύνης, καταδίκη, τιμωρία, σε Θουκ.
2. υπεράσπιση νομικού δικαίου, αθώωση, σε Καινή Διαθήκη
II. δίκαιη απαίτηση, αξίωση, σε Θουκ.
III. κρίση περί του δικαίου, γνωμοδότηση για αυτό που είναι σωστό, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

δῐκαίωσις: εως ἡ
1) (справедливая) оценка, определение: τῇ δικαιώσει Thuc. по (своему) усмотрению, произвольно;
2) законное требование, претензия, жалоба Thuc.;
3) предписание Thuc., Plut.;
4) законное основание, довод (νόμους καὶ ἄλλας δικαιώσεις παρασχεθεῖν Lys.);
5) наказание, кара Thuc., Plut.;
6) оправдание NT.

Middle Liddell

n
I. a setting right, doing justice to: punishment, Thuc.
2. a deeming righteous, justification, NTest.
II. a demand of right or as of right, a just claim, Thuc.
III. judgment of what is right, Thuc.

Chinese

原文音譯:dika⋯wsij 笛開哦西士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:稱義(著)
字義溯源:宣告無罪,公正,稱義;源自(δικαιόω)=稱義或定為無罪);而 (δικαιόω)出自(δίκαιος)=公平的), (δίκαιος)出自(δίκη / καταδίκη)*=公正)
出現次數:總共(2);羅(2)
譯字彙編
1) 稱義(2) 羅4:25; 羅5:18