Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κότταβος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κόττᾰβος Medium diacritics: κότταβος Low diacritics: κότταβος Capitals: ΚΟΤΤΑΒΟΣ
Transliteration A: kóttabos Transliteration B: kottabos Transliteration C: kottavos Beta Code: ko/ttabos

English (LSJ)

ὁ, Ion.and older Att. κόσσᾰβος (A.Fr.179.4 (pl.), E.Fr.631 (pl.)),

   A the cottabos, a Sicilian game (Anacr.53, Critias 2.1 D.), of throwing heel-taps into a metal basin, described by Ath.15.665d sqq., Sch.Ar.Pax342, 1243, Poll.6.109, Suid. s.v. κοτταβίζειν: κ. is found in various senses,    1 the game itself, Anacr. l.c., Critiasl.c., Pl.Com.69.4, etc.    2 the prize, = κοτταβεῖον 2, Eup.86, cf. Ath.15.667d.    3 the wine thrown, = λάταξ, E. l.c., Antiph.55.5.    4 the basin, = κοτταβεῖον 1, Cratin.116, Eup. l.c., Antiph.55.12. (κότταβος ἀσπίδων is prob. f.l. for κόναβος Anon.Rh.3.210S.)

German (Pape)

[Seite 1494] ὁ (κόπτω?), der Kottabus, ein Gesellschaftsspiel bei Trinkgelagen, welches aus Sicilien nach Griechenland gekommen war u. darin bestand, daß man die Neige Weines im Becher, aus dem man getrunken, tropfenweis od. mit einem Wurf in ein metallenes Gefäß schwenkte u. dabei an einen geliebten Gegenstand dachte, auch dessen Namen aussprach; aus dem Klange schloß der Liebende auf die Zuneigung des geliebten Gegenstandes; es kam dabei bes. darauf an, die Neige Weins so geschickt zu schleudern, daß kein Tropfen vorbeifiel, sondern das Ganze in das Becken fallend einen reinen, vollen Ton gab, vgl. Ath. XV, 666 c ff. u. XI, 479, wie Poll. 6, 110. Die Neige, welche geworfen wurde, hieß λάταξ u. λαταγή, zuweilen auch κότταβος selbst, das Becken κοτταβεῖον od. κοττάβιον u. λαταγεῖον. – Anders war der von Dicaearch. bei Ath. a. a. O. beschriebene κατακτὸς κότταβος, ein Spiel, für welches Preise ausgesetzt wurden. Ein Becken, mit Wasser gefüllt, hing in der Schwebe von der Decke herab; auf dem Wasser schwammen kleine Schalen, ὀξύβαφα, die man mit den geschwenkten Weintropfen zu treffen u. umzustürzen suchte; wer die meisten umstürzte, gewann den Preis, das κοττάβιον; so nach Poll. a. a. O. u. Schol. Ar. Ach. 524 Nubb. 1069. Nach Schol. Luc. Lex. 3 wurde auf der Spitze eines Pfahles ein Waagebalken angebracht, dessen Waagschalen, πλάστιγγας, man mit den Weintropfen treffen mußte, so daß sie gefüllt auf die unter ihnen stehende metallene Figur, ἀνδριαντάριον (vgl. auch μάνης), aufschlugen u. einen hellen Klang verursachten. Es kamen noch andere Abweichungen dabei vor; vgl. Jacobs über den Kottabos im Att. Mus. 3, 3 u, Vermischte Schriften VI p. 407 ff., wie Becker Charikles I p. 476 ff. – Es findet sich auch die Form κόσσαβος bemerkt.

Greek (Liddell-Scott)

κόττᾰβος: ὁ, Ἰων. καὶ ἀρχ. Ἀττ. κόσσαβος (ὡς ἐν Αἰσχύλ. Ἀποσ. 178 πρβλ. Εὐρ. Ἀποσπ. 632)· ― Σικελική τις παιδιὰ (Ἀνακρ. 52, Κριτίας 1. 1), λίαν συνήθης ἐν τοῖς συμποσίοις τῶν νέων ἐν Ἀθήναις. Ὁ ἁπλούστατος τρόπος τῆς παιδιᾶς ἦτο νὰ ῥίπτῃ ἕκαστος τῶν συμποτῶν τὸν οἶνον τὸν ἐναπολειφθέντα εἰς τὸ ποτήριόν του οὕτως ὥστε νὰ πλήττῃ ἠχηρῶς λεκάνην τινὰ ἐκ μετάλλου, ἐνῷ αὐτὸς ἐπεκαλεῖτο τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης του, καὶ ἐὰν ὁ ὅλος οἶνος ἔπιπτε μετὰ διακεκριμένου καὶ καθαροῦ ἤχου εἰς τὴν λεκάνην, ἐσήμαινεν ὅτι εἶχε τὴν εὔνοιαν αὐτῆς, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 102. Ὁ οἶνος ὁ οὕτω ῥιπτόμενος ἐκαλεῖτο λάταγες ἢ λαταγὴ (ἴδε λάταξ). Ἡ πρᾶξις τοῦ ῥίπτειν (ἀποκοτταβίζειν) περιγράφεται ἐπιτυχῶς ὑπὸ τοῦ Ἀντιφάν. ἐν «Ἀφροδίτης γοναῖς» 1, ἔνθα ἴδε Meineke· πρβλ. ἀγκύλη, ἀγκύλητος. ― Ἡ παιδιὰ αὕτη ταχέως κατέστη πολύπλοκος καὶ ἐπαίζετο κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἐνίοτε πολλὰ μικρὰ ποτήρια (ὀξύβαθα) ἐτίθεντο οὕτως ὥστε νὰ ἐπιπλέωσιν ἐν τῇ λεκάνῃ, καὶ ὅστις ῥίπτων τὸν οἶνον ἀνέτρεπε πλειότερα ἐξ αὐτῶν εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν βολῶν ἐλάμβανε τὸ βραβεῖον (κοττάβιον), Κρατῖν. ἔνθ’ ἀνωτ., Πλάτ. Κωμ. ἐν «Διῒ κακουμένῳ» 1· πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 9, Ἰουβενάλ. 3. 102· ἐνίοτεοἶνος ἐρρίπτετο ἐπὶ πλάστιγγος κρεμαμένης ὑπεράνω ἀγαλματίου (μάνης Ἀντιφ. ἔνθ’ ἀνωτ. γέρων Εὐρ. Ἀποσπ. 566) τεθειμένου ἐντὸς ὕδατος καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ παιγνιδίου ἔκειτο εἰς τὸ νὰ κάμῃ ὁ ἀποκοτταβίζων τὴν πλάστιγγα νὰ πλήξῃ κατερχομένη τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀγάλματος. Περὶ τῶν ἀρχαιοτέρων περιγραφῶν τῆς παιδιᾶς ἴδε Ἀθήν. 666 κἑξ. (πρβλ. 479), Σχόλ. Ἀριστοφ. Εἰρ. 342, 1243, Πολυδ. Ϛ΄, 109, Σουΐδ. ἐν λέξ. κοτταβίζειν. Τὴν λέξιν κότταβος μετεχειρίζοντο, 1) ἐπὶ τῆς αὐτῆς παιδιᾶς, Ἀνακρ. 52, Κριτίας 1. 1, Πλάτ. Κωμ. ἐν «Λάκωσιν» 1. 4, κτλ. 2) ἐπὶ τοῦ ἄθλου, = κοττάβιον, Εὔπολ. ἐν «Βάπταις» 20, πρβλ. Ἀθήν. 667D 3) ἐπὶ τοῦ ῥιπτομένου οἴνου, = λάταξ, Εὐρ. Ἀποσπ. 632, Ἀντιφ. ἐν «Ἀφροδίτης γοναῖς» 1. 5, πρβλ. Meineke εἰς Κωμ. Ἀποσπ. 5. σ. 44. 7) ἐπὶ τῆς λεκάνης, = κοτταβεῖον. Κρατῖν. ἐν «Νεμέσει» 6, Εὔπολ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀντιφ. ἔνθ’ ἀνωτ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
cottabe, jeu consistant d’ord. à jeter le reste d’une coupe de vin dans un bassin de métal, en invoquant le nom de la personne aimée ; si le jet produisait un son vibrant, c’était signe d’un amour partagé.
Étymologie: κόπτω.

English (Slater)

κόττᾰβος
   1 dregs of the wine cup used as a toast. ὄφρα σὺν Χειμάρῳ μεθύων Ἀγα- θωνίδᾳ βάλω κότταβον i. e. in honour of Agathonidas fr. 128. 3.

Greek Monolingual

κότταβος, ιων. και αρχ. αττ. τ. κόσσαβος, ὁ (Α)
1. παιχνίδι που έπαιζαν στα συμπόσια και κατά το οποίο ο κάθε παίκτης έριχνε με δύναμη σε μετάλλινη λεκάνη σταγόνες κρασιού ή νερού που είχαν απομείνει στο ποτήρι του, ενώ ταυτόχρονα έλεγε το όνομα προσφιλούς του προσώπου, και από τον παραγόμενο ήχο μάντευε τον βαθμό της αγάπης του προσώπου αυτού
2. παρεμφερές παιχνίδι, εξέλιξη του προηγουμένου, κατά το οποίο τοποθετούσαν πολλά μικρά άδεια αγγεία με τρόπο ώστε να επιπλέουν σε λεκάνη με υγρό και ο κάθε παίκτης έχυνε το κρασί του μέσα σ' αυτήν προσπαθώντας να ανατρέψει όσο το δυνατό περισσότερα αγγεία
3. παρόμοιο παιχνίδι, κατά το οποίο κάθε παίκτης έχυνε κρασί σε μία πλάστιγγα, η οποία ήταν κρεμασμένη πάνω από ένα μικρό άγαλμα που βρισκόταν μέσα σε νερό, και προσπαθούσε με αυτόν τον τρόπο να πλήξει η πλάστιγγα το κεφάλι του αγάλματος
4. το έπαθλο του παιχνιδιού
5. το κρασί που έχυναν κατά τη διάρκεια αυτού του παιχνιδιού
6. μετάλλινη λεκάνη που χρησιμοποιούσαν στο παιχνίδι του κοττάβου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η αρχική σημ. της λ. είναι επίσης αβέβαιη, ίσως σήμαινε είδος δοχείου. Η λ. συνδέεται πιθ. με τις λ. κοττύς «κεφαλή», κόττος «κύβος» και κοτύλη «είδος ποτηριού». Τη λ. δανείστηκε η Λατινική με τη μορφή cottabus.
ΠΑΡ. αρχ. κοττάβειον, κοτταβείον, κοτταβίζω, κοτταβικός, κοττάβινορ, κοττάβιον, κοτταβίς.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. μεθυσοκότταβος, ψηλαφησικότταβος.

Greek Monotonic

κόττᾰβος: ὁ, ο κότταβος, Σικελικό παιχνίδι πολύ δημοφιλές, στην Αθήνα. Κάθε παίκτης έριχνε το κρασί αριστερά στο κύπελό του, έτσι ώστε να πέσει μέσα σε μια μεταλλική λεκάνη· αν έπεφτε ολόκληρο με ήχο κρυστάλλινο και καθαρό, αυτό ήταν καλό σημάδι. Αλλά το παιχνίδι παιζόταν με διαφόρους τρόπους. (άγν. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

κόττᾰβος: ион. и староатт. κόσσᾰβος ὁ коттаб (распространенная в Афинах игра сицилийского происхождения: остаток вина - λάταξ, λαταγή или κ. - выплескивался из кубка в металлический сосуд - κοτταβεῖον, κοττάβιον или λαταγεῖον, и одновременно произносилось имя любимой женщины; если λάταξ целиком попадал в λαταγεῖον и производил при этом чистый звук, это считалось признаком того, что влюбленный мог рассчитывать на взаимность) Luc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κότταβος -ου, ὁ kottabos (drinkspel waarbij restjes wijn naar een doelwit gegooid moesten worden); ook overdr.: οἱ γάρ σου θεοὶ κότταβος τοῖς εὖ φρονοῦσιν ἐγένοντο want jouw goden zijn een spelletje geworden voor verstandige mensen Luc. 82.17.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: name of a game coming from Sicily, whereby the player from a cup throws the rest of the wine against a target, to wit either against a slice which is in balance on a bar like a lighter, which falls (soc. κότταβος κατακτός) or against an empty saucer, which swims in a basin with water and sinks when hit (κ. ἐν λεκάνῃ or δι' ὀξυβάφων). However κότταβος indicated not only the game itself, but also several objects and movements used. (Anakr., Pi., trag., com., hell.)
Other forms: (ion. -σσ-)
Compounds: As 2. member in μεθυσο-κότταβος adj. drunken while playing k. (Ar. Ach. 525).
Derivatives: κοτταβίς f. cup with two handles, for throwing (hell.); κοτταβεῖον (-βιον) kottabos-basin, -stander (Dikaiarch., hell.), also winners prize at k. (Com. ); κοτταβικη ῥάβδος k.-bar (hell.). Denomin. verb κοτταβίζω play k. (Ar., Antiph.), euphem. for vomit (Poll., EM), also with ἀπο-, κατα-, συν- (X., com.); from there κοττάβισις, (ἀπο-)κοτταβισμός (late).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: As the original meaning of κότταβος is unknown, all etymologies are in the air. In form one compares: κοτ(τ)ίς head, back of the head, κόττειν τύπτειν H., κόττος κύβος etc. (s. vv.). - Studniczka BphW 14, 1299 and K. Schneider P.-W. 11 : 2, 1529 understand provide with a head referring to the slice (πλάστιγξ) above on the kottabos-stander. But Mastrelli Boll. di Studi fil. e ling. sic. 5 (1957), Estr. 25ff. starts from κόττος κύβος, cube, older app. ἀστράγαλος, swivel; with κότταβος would be meant the curve of the hand when throwing the cup. The origin would lie in the western Mediterranean (cf. on κοττίς). - Lat. LW [loanword] cottabus slapping blow (Plaut.; cf. Friedmann Die jon. u. att. Wörter im Altlatein 46ff.). See κότταβος Mastrelli l. c., a. K. Schneider in P.-W. 11 : 2, 1528ff. Cf. also on κοτύλη. The ττ\/σσ points to a Pre-Greek word.

Middle Liddell

κόττᾰβος, ὁ,
the cottabus, a Sicilian game, much in vogue at Athens. Each person threw the wine left in his cup, so as to fall in a metal basin; if the whole fell with a clear sound, it was a good sign. But the game was played in various ways. [deriv. uncertain]

Frisk Etymology German

κότταβος: {kóttabos}
Forms: (ion. -σσ-)
Grammar: m. (Anakr., Pi., Trag. u. Kom., hell. usw.)
Meaning: N. eines aus Sizilien stammenden Spiels, wobei der Spieler aus einem Becher den Weinrest gegen ein Ziel schleuderte, u. zw. entweder gegen eine auf der Spitze einer leuchterartigen Stange im Gleichgewicht ruhende, beim Treffen umfallende Scheibe (sog. κότταβος κατακτός) oder auch gegen leere Schälchen, die in einem mit Wasser gefüllten Becken schwammen und beim Treffen versanken (κ. ἐν λεκάνῃ od. δι’ ὀξυβάφων). Mit κότταβος wurde aber nicht nur, wohl auch nicht ursprünglich, das Spiel selbst, sondern auch verschiedene dabei gebrauchte Gegenstände oder dabei ausgeführte Bewegungen bezeichnet: die Neige des Weines oder der Wurf derselben, der κότταβος-Ständer, das κότταβος-Becken.
Composita : Als Hinterglied in μεθυσοκότταβος Adj. beim Kottabos berauscht (Ar. Ach. 525).
Derivative: Ableitungen: κοτταβίς f. zweihenkliges Trinkgefäß, zum Wurfe benutzt (hell.); κοτταβεῖον (-βιον) ‘Kottabos-Becken, -Ständer’ (Dikaiarch., hell.), auch Siegespreis beim Kottabos (Kom. u. a.); κοτταβικὴ ῥάβδος ‘Kottabos-Stange’ (hell.). Denominatives Verb κοτταβίζω ‘K. spielen’ (Ar., Antiph.), euphem. für sich erbrechen (Poll., EM), auch mit ἀπο-, κατα-, συν- (X., Kom. usw.); davon κοττάβισις, (ἀπο-)κοτταβισμός (spät).
Etymology : Da sich die genaue und ursprüngliche Bedeutung von κότταβος nicht mehr ermitteln läßt, schweben eigentlich alle Etymologien in der Luft. Der Form nach erinnern an κότταβος u. a. folgende Wörter: κοτ(τ)ίς Kopf, Hinterkopf, κόττειν· τύπτειν H., κόττοςκύβος’ (s. dd.). — An κοττίς anknüpfend wollen Studniczka BphW 14, 1299 und K. Schneider P.-W. 11 : 2, 1529 κότταβος als mit einem Kopf versehen erklären mit Beziehung auf die Scheibe (πλάστιγξ) oben auf dem Kottabos-Ständer. Dagegen geht Mastrelli Boll. di Studi fil. e ling. sic. 5 (1957), Estr. 25ff. von κόττος κύβος, Würfel, älter angebl. ἀστράγαλος, Wirbel, Gelenk aus; mit κότταβος wäre ursprünglich die Krümmung des Handgelenks beim Wurfe des Bechers gemeint. Der Ursprung des Wortes wäre im westlichen Mittelmeerraum zu suchen (vgl. zu κοττίς, wo noch ein Erklärungsversuch). — Lat. LW cottabus klatschender Schlag (Plaut.; vgl. Friedmann Die jon. u. att. Wörter im Altlatein 46ff.). Näheres zu κότταβος Mastrelli a. a. O. mit reicher Lit., u. a. K. Schneider in P.-W. 11 : 2, 1528ff. Vgl. auch κοτύλη.
Page 1,932