Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαλύνω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: μεγᾰλύνω Medium diacritics: μεγαλύνω Low diacritics: μεγαλύνω Capitals: ΜΕΓΑΛΥΝΩ
Transliteration A: megalýnō Transliteration B: megalynō Transliteration C: megalyno Beta Code: megalu/nw

English (LSJ)

fut.

   A μεγαλῠνῶ LXX Ge.12.2, al.: aor. ἐμεγάλυνα ib.Ec.2.4, al.:—Pass., fut. -υνθήσομαι ib.Za.12.11, al.: aor. -ύνθην ib.Ma.1.5, al.: pf. part. μεμεγαλυμμένος Aq.Ps.143(144).12: (μέγας):—make great or powerful, exalt, τοὺς πολεμίους Th.5.98:—Pass., μεγαλύνεσθαι ἐκτῶν συμβαινόντων gain great glory by. ., X.HG7.1.24, cf. Ep.Phil.1.20, POxy.1592.3 (iii/iv A. D.).    II make great by word, extol, magnify, τὸ ὄνομά τινος E.Ba.320; μ. τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν παρά τινι Th.8.81; ἑαυτόν X.Ap.32; μ. τὴν Λακεδαίμονα πρὸς Ἀθηναίους Plu.Cim.16; τοῦ θεοῦ τὴν δύναμιν D.S.1.20: freq. in LXX, ll. cc.:—Med., boast oneself, περί τινος Sapph.35; γέννα in point of birth, A.Pr.892 (lyr.); οὐδὲ μεγαλύνεται ἐπὶ τῷ ἔργῳ X.Hier.2.17, cf. Oec.21.4; ταῦτ' ἀκούων ἐμεγαλύνετο Id.Mem.3.6.3.    2 magnify, exaggerate, Th.6.28, Phld. Rh.1.173 S., Ir.p.45 W., D.C.Fr.57.81, al.

German (Pape)

[Seite 108] groß machen, erheben; med., τῶν γέννᾳ μεγαλυνομένων, Aesch. Prom. 894; ὅταν τὸ Πενθέως ὄνομα μεγαλύνῃ πόλις, Eur. Bacch. 320; ὑπερβάλλων ἐμεγάλυνε τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν παρὰ τῷ Τισσαφέρνει, Thuc. 8, 81; τοὺς πολεμίους, 5, 98, verstärken, wie D. Sic. 1, 20 u. Plut. Them. 27; ἑαυτόν, Xen. Apol. 32, vgl. Mem. 3, 6, 3.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰλύνω: ἐν χρήσει παρὰ τοῖς δοκίμοις μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ.· (μέγας)· - κάμνω τινὰ μέγαν ἢ ἰσχυρόν, ὑψώνω, ἐνισχύω, ἰσχυροποιῶ, τοὺς πολεμίους Θουκ. 5. 98· τὴν δύναμίν τινος Διόδ. 1. 20. - Παθ., μεγαλύνεσθαι ἔκ τινος, λαμβάνειν μεγάλην δόξαν, ... Ξεν. Ἑλλ. 7. 1, 24. ΙΙ. μεγαλοποιῶ, ἐπαινῶ, ὑπερυψῶ, δοξάζω, τὸ ὄνομά τινος Εὐρ. Βάκχ. 320· μ. τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν παρά τινι Θουκ. 8. 81· ἑαυτὸν Ξεν. Ἀπολ. 32· μ. τινὰ πρός τινα Πλουτ. Κίμ. 16. -Μέσ., καυχῶμαι, μεγαλαυχῶ, ἐπαίρομαι, γέννᾳ, ἐπὶ καταγωγῇ, Αἰσχύλ. Πρ. 892· οὐδὲ μεγαλύνεται ἐπὶ τῷ ἔργῳ Ξεν. Ἱέρ. 2, 17, πρβλ. Οἰκ. 21, 4· ταῦτ’ ἀκούων ἐμεγαλύνετο ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 3. 6, 3· πρβλ. μεγαλίζομαι. 2) μεγαλοποιῶ ἔγκλημα, Θουκ. 6. 28.

French (Bailly abrégé)

1 rendre grand ou puissant, fortifier, acc.;
2 célébrer, vanter, glorifier;
Moy. μεγαλύνομαι se vanter, se glorifier : τινί, ἐπί τινι, de qch.
Étymologie: μέγας.

English (Strong)

from μέγας; to make (or declare) great, i.e. increase or (figuratively) extol: enlarge, magnify, shew great.

English (Thayer)

imperfect ἐμεγαλυνον; passive (imperfect 3rd person singular ἐμεγαλύνετο); 1st aorist infinitive μεγαλυνθῆναι; 1future μεγαλυνθήσομαι; (μέγας); from (Aeschylus and) Thucydides down; the Sept. mostly for הִגְדִּיל;
1. to make great, magnify (Vulg. magnifico): τινα or τί, properly, of dimension, A. V. enlarge); passive to increase: of bodily stature, ἐμεγαλύνθη τό παιδάριον, to make conspicious: ἔλεος, 2a.).
2. to deem or declare great, i. e. to esteem highly, to extol, laud, celebrate: to get glory and praise: ἐν τίνι, in a thing, Philippians 1:20.

Greek Monolingual

(ΑM μεγαλύνω) μέγας
1. καθιστώ κάποιον ή κάτι ισχυρό, ισχυροποιώ, δυναμώνω («τοὺς πολεμίους μεγαλύνετε», Θουκ.)
2. προσδίδω μεγαλείο, δοξολογώ, εγκωμιάζω, ανυμνώ («μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον», ΚΔ)
αρχ.
1. μέσ. μεγαλύνομαι
καυχώμαι, υπερηφανεύομαι
2. μεγαλοποιώ, εξογκώνω, υπερβάλλω.

Greek Monotonic

μεγᾰλύνω: [ῡ] (μέγας),·
I. μόνο σε ενεστ. και παρατ., κάνω κάποιον τρανό ή ισχυρό, εκθειάζω, ισχυροποιώ, σε Θουκ.· Παθ., μεγαλύνεσθαι ἔκ τινος, κερδίζω μεγάλη δόξα από κάποιον, από κάτι..., σε Ξεν.
II. 1. εκθειάζω, δοξάζω, εξυμνώ, σε Ευρ., Θουκ. κ.λπ. — Μέσ., περιαυτολογώ, καυχιέμαι, σε Αισχύλ., Ξεν.
2. δίνω μεγαλύτερες διαστάσεις σ' ένα έγκλημα, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

μεγᾰλύνω: (ῡ)1) увеличивать, расширять (τὴν δύναμίν τινος Thuc., Diod.; τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων NT);
2) укреплять, усиливать (τοὺς ὑπάρχοντας πολεμίους Thuc.);
3) возвеличивать, прославлять (τὸ Πενθέως ὄνομα Eur.); med.-pass. гордиться (ἔκ τινος и ἐπί τινι Xen.; γέννᾳ Aesch.);
4) раздувать, преувеличивать Thuc.

Middle Liddell

μεγᾰλύ¯νω, only in pres. and imperf.] μέγας
I. to make great or powerful, to exalt, strengthen, Thuc.:— Pass., μεγαλύνεσθαι ἔκ τινος to gain great glory from… , Xen.
II. to make great by word, to extol, magnify, Eur., Thuc., etc.:—Mid. to boast oneself, Aesch., Xen.
2. to aggravate a crime, Thuc.

Chinese

原文音譯:megalÚnw 姆瓜呂挪
詞類次數:形容詞(8)
原文字根:(變)大 相當於: (גָּדַל‎)
字義溯源:尊為大,顯大,大施,開展,做長了,頌揚,尊重,尊大,尊為大,稱讚為大;源自(μέγας)*=大)。參讀 (αἶνος)同義字
出現次數:總共(8);太(1);路(2);徒(3);林後(1);腓(1)
譯字彙編
1) 顯大(1) 腓1:20;
2) 尊⋯為大(1) 路1:46;
3) 稱讚⋯為大(1) 徒10:46;
4) 開展(1) 林後10:15;
5) 被尊為大(1) 徒19:17;
6) 大施(1) 路1:58;
7) 尊重(1) 徒5:13;
8) 做長了(1) 太23:5