Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παντοῖος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: παντοῖος Medium diacritics: παντοῖος Low diacritics: παντοίος Capitals: ΠΑΝΤΟΙΟΣ
Transliteration A: pantoîos Transliteration B: pantoios Transliteration C: pantoios Beta Code: pantoi=os

English (LSJ)

α, ον,

   A of all sorts or kinds, manifold, ἄνεμοι Il.2.397; δόλοι 3.202; ἀρετή 22.268, E.Med.845 (lyr.); τέχνη Od.6.234, S.Aj.752; φιλότης Od.15.246, S.El.134; λῦπαι Id.OT915; λόγοι E.Hec.840; τύχαι Arist.EN1100a5; ἐξυβρίσαι παντοῖα Hdt.3.126; πολλὰ καὶ π. λέγειν Id.9.90, etc.    2 in Prose of persons, παντοῖος γίνεται he takes all possible shapes, i.e. tries every shift, of persons in danger or difficulty, ib.109: with part., π. ἐγένοντο δεόμενοι Id.7.10. γ; π. ἐγίνετο (sc. δεομένη) μὴ ἀποδημῆσαι τὸν Πολυκράτεα Id.3.124; π. ἦν δεδιώς Luc. DDeor.21.2; π. γενόμενος ὑπὲρ τοῦ σῶσαι Plu.Mar.30; rarely of joy, π. ὑπ' εὐφροσύνης γενόμενοι they played all sorts of antics from joy, Luc. Demon.6; π. ἦν ὑπ' ἀπορίας Id.Laps.1.    II Adv. -ως in all kinds of ways, variously, Hdt.7.211; π. ἔχειν Pl.R.559d, etc.

German (Pape)

[Seite 464] allerlei, von allerlei Art, mannigfach; κύματα παντοίων ἀνέμων, Il. 2, 397; παντοίης ἀρετῆς, 22, 268, öfter; χρεῖαι, Pind. N. 8, 71; παντοίᾳ τέχνῃ, λύπαισι παντοίαισιν, Soph. Ai. 739 O. R. 915; ἀρετή, Eur. Med. 845; πολλὰ καὶ παντοῖα ἀκούσας κακά, Ar. Thesm. 388; u. in Prosa, ἄνθρωποι, Plat. Legg. II, 665 e; πᾶσαν καὶ παντοίαν σοφίαν, Phil. 30 b; Folgde; – παντοῖος γίγνεται, eigtl. er nimmt jede mögliche Gestalt an, von einem solchen, der aus Furcht oder sonst einer Leidenschaft sich zu jeder möglichen That bewegen läßt, alle Mittel aufbietet, παντοῖοι ἐγένοντο δεόμενοι, sie boten Alles mit Bitten auf, Her. 7, 10, 3; auch παντοίη ἐγίνετο, μὴ ἀποδημῆσαι τὸν Πολυκράτεα, wo man δεομένη ergänzen muß, 3, 124, vgl. 9, 109; oft bei Sp., παντοῖος γενόμενος ὑπὲρ τοῦ σῶσαι τοὺς ἄνδρας, Plut. Mar. 30; u. Luc., auch παντοῖοι ὑπ' εὐφροσύνης γενόμενοι, die sich vor Freuden nicht zu lassen wußten, Demon. 6; und παντοῖος ἦν δεδιώς, D. D. 21, 2; παντοῖος ἦν ὑπ' ἀπορίας, pro lapsu in salt. 1; – παντοίως, auf jede Art u. Weise, Her. 7, 211; Plat. Rep. VIII, 559 d u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

παντοῖος: -α, -ον, παντὸς εἴδους, ποικίλος, ἄνεμοι Ἰλ. Β. 397· δόλοι Χ. 268· τέχνη Ὀδ. Ζ. 234, Σοφ. Αἴ. 752· φιλότης Ὀδ. Π. 246, Σοφ. Ἠλ. 134· λῦπαι ὁ αὐτ. ἐν Ο.Τ. 915· ἀρετή, λόγοι Εὐρ. Μήδ. 845, Ἑκ. 840· παντοῖα ἐξυβρίσαι Ἡρόδ. 3. 126· πολλὰ καὶ π. λέγειν ὁ αὐτ. 9.90, κτλ. 2) παρὰ πεζογράφοις, ἐπὶ προσώπων, παντοῖος γίγνεται, λαμβάνει παντοειδεῖς μορφάς, δηλ. δοκιμάζει πᾶν μέσον, κινεῖ πάντα λίθον, ἐπὶ ἀνθρώπων ἐν δυσκολίαις καὶ κινδύνοις διατελούντων, Ἡρόδ. 9. 109· μετὰ μετοχ., παντοῖοι ἐγένοντο δεόμενοι ὁ αὐτ. 7. 10, 3· παντοίη ἐγίγνετο (ἐξυπ. δεομένη), μὴ ἀποδημῆσαι τὸν Πολυκράτεα ὁ αὐτ. 3. 124· π. ἦν δεδιὼς Λουκ. Θεῶν Διάλ. 21. 2· π. γενόμενος ὑπὲρ τοῦ σῶσαι Πλουτ. Μάρ. 30· σπανίως ἐπὶ χαρᾶς, παντοῖοι ὑπ’ εὐφροσύνης γενόμενοι Λουκ. Δημώνακτ. βίος 6· π. ἦν ὑπὸ ἀπορίας ὁ αὐτ. ὑπὲρ τοῦ Πταίσματ. 1· οὕτω, πάντα γίγνεσθαι καὶ ἐν παντὶ εἶναι, ἴδε πᾶς D. ΙΙ. 2, παντοδαπὸς 2. 3) οἵου δήποτε εἴδους, μὴ ὑποδεδεμένους παντοῖον ὑπόδημα = οὐδέν, Νεῖλ. 580C, ΙΙ. Ἐπίρρ. -ως, κατὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους, ποικιλοτρόπως, Ἡρόδ. 7. 211, Πλάτ. Πολ. 559D, κτλ.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
de toute sorte, divers, varié ; particul. :
1 qui prend toute sorte de formes, qui emploie toute sorte de moyens : παντοῖοι ἐγένοντο δεόμενοι avec l’inf. HDT ils employèrent toutes les formes de prières possibles, ils supplièrent de toutes les manières possibles ; παντοῖος γενόμενος ὑπὲρ τοῦ… PLUT ayant employé tous les moyens possibles pour…;
2 qui éprouve toute sorte de sentiments : παντοῖοι ὑπ’ εὐφροσύνης γενόμενοι LUC éprouvant par l’effet de la joie toute sorte de sentiments, ne sachant que devenir tant ils étaient joyeux.
Étymologie: πᾶς.

English (Autenrieth)

of all sorts, of every kind; ‘in various guise,’ Od. 17.486.

English (Slater)

παντοῑος
   1 of all kinds φόρμιγγ' Ἀπόλλων ἑπτάγλωσσον χρυσέῳ πλάκτρῳ διώκων ἁγεῖτο παντοίων νόμων (N. 5.25) χρεῖαι δὲ παντοῖαι φίλων ἀνδρῶν pr. (N. 8.42) θύματα μειγνύντων παντοῖα (παντοῖα codd. Plutarchi: non habet, ut vid., Π.) Θρ. 7. 10.

Greek Monolingual

-α, -ο / παντοῑος, -οία, -ον, ΝΜΑ
ο κάθε γένους ή ο κάθε είδους, παντοδαπός, παντοειδής («παντοίᾳ τέχνῃ», Σοφ.)
αρχ.
1. οποιοσδήποτε, καθένας
2. φρ. «παντοῑος γίνεται» — παίρνει κάθε μορφή, δηλ. μεταχειρίζεται κάθε μέσο, κάνει το καθετί («παντοῑος γενόμενος ὑπὲρ τοῦ σῶσαι τοὺς ἄνδρας», Πλούτ.).
επίρρ...
παντοίως ΝΜΑ
με όλους τους τρόπους, ποικιλοτρόπως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πᾶς, παντός + επίθημα -οῖος
(πρβλ. αλλοίος, ποίος, τοίος)].

Greek Monotonic

παντοῖος: -α, -ον (πᾶς),·
I. 1. από όλα τα είδη ή γένη, πολυμερής, σε Όμηρ., Ηρόδ., Σοφ.
2. παντοῖος γίγνεται, παίρνει όλα τα σχήματα, δηλ. δοκιμάζει κάθε αλλαγή, «γυρίζει κάθε πέτρα», σε Ηρόδ.
II. επίρρ. -ως, με όλα τα είδη των τρόπων, στον ίδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

παντοῖος: всяческий, всевозможный, разнообразнейший, различный (τέχνη, ἄνεμοι, δόλοι Hom.; λῦπαι Soph.; λόγοι Eur.): πολλὰ καὶ παντοῖα λέγειν Her. долго и всесторонне обсуждать; Ξέρξης π. ἐγίνετο οὐ βουλόμενος δοῦναι Her. Ксеркс придумывал разнообразнейшие предлоги, не желая отдать (плащ); παντοῖοι ἐγένοντο Σκύθαι δεόμενοι Ἰώνων λῦσαι τὸν πόρον Her. скифы всячески убеждали ионян уничтожить мост; παντοῖοι ὑπ᾽ εὐφροσύνης γενόμενοι Luc. будучи вне себя от восторга.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παντοῖος -α -ον [πᾶς] allerlei, veelsoortig:; πολλὰ καὶ παντοῖα vele dingen van allerlei aard Hdt. 9.90.2; van pers. allerlei gedaanten aannemend;: θεοὶ... παντοῖοι τελέθοντες de goden die allerlei gedaanten aannemen Od. 17.486; overdr.:; παντοῖοι ἐγένοντο zij lieten niets onbeproefd Hdt. 7.10γ.1; παντοίη ἐγίνετο μὴ ἀποδημῆσαι τὸν Πολυκράτεα zij deed er alles aan om te verhinderen dat Polycrates het land uit zou gaan Hdt. 3.124.2; παντοίους δὲ ὑπ ’ εὐφροσύνης γενομένους in alle staten van vreugde Luc. 9.6; adv. παντοίως op allerlei manieren:. π. ἔχειν van verschillende aard zijn Plat. Resp. 559d.

Middle Liddell

παντοῖος, η, ον [πᾶς]
I. of all sorts or kinds, manifold, Hom., Hdt., Soph.
2. παντοῖος γίγνεται he takes all shapes, i. e. tries every shift, turns every stone, Hdt.
II. adv. -ως, in all kinds of ways, Hdt., Plat.