Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πύματος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πύμᾰτος Medium diacritics: πύματος Low diacritics: πύματος Capitals: ΠΥΜΑΤΟΣ
Transliteration A: pýmatos Transliteration B: pymatos Transliteration C: pymatos Beta Code: pu/matos

English (LSJ)

[ῠ], η, ον, Ep. Adj. A = ἔσχατος, hindmost, last, Il.4.254; ἐν πυμάτοισι, opp. μετὰ πρώτοισι, 11.65; also, outmost, ἄντυξ ἣ π. θέεν ἀσπίδος 6.118, cf. 18.608; ῥινὸς ὕπερ π. above the root of the nose, 13.616; πυμάτῃ (sc. Ὕδρῃ) δ' ἐπίκειται εἴδωλον κόρακος Arat.448; nethermost, φάρος Pl.Epigr.12.2; π. Ταρτάρου βάθη Luc. Trag.295; remotest, φωλειοί Opp.C.3.451. 2 of time, last, ἄνδρα κτείνας π. Il.11.759; Οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι Od.9.369; ἀργειφόντῃ πυμάτῳ σπένδεσκον 7.138; π. τέλεον δρόμον . . ἵπποι Il.23.373; π. δ' ὁπλίσσατο δόρπον Od.2.20; Trag. only in lyr., π. γῆρας S.OC1236: neut. πύματον and πύματα as Adv., at the last, for the last time, πύματόν τε καὶ ὕστατον Il.22.203; ὕστατα καὶ πύματα Od.4.685, 20.13; ἐν πυμάτῳ S. OC1675 (lyr.). 3 of Degree, ὅ τι πύματον ὀλοίμαν by whatever is the last, worst fate, Id.OT661 (lyr.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 818] (mit πυθμήν zusammenhangend. gleichsam für πύθματος),, der äußerste, letzte, vom Raume u. von der Zeit; πύματος ὤτρυνε φάλαγγας, Il. 4, 254; Οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι, Od. 9, 369; μετὰ πρώτοισι im Ggstz von ἐν πυμάτοισιν, Il. 11, 65; auch verbunden πύματόν τε καὶ ὕστατον, zum letzten Male, 22, 203; ὕστατα καὶ πύματα, Od. 4, 685. 20, 13; u. c. gen., ἄντυξ, ἣ πυμάτη θέεν ἀσπίδος, Il. 6, 118; Soph. O. C. 1237 O. R. 603; ἐν πυμάτῳ, O. C. 1671; Sp., wie Luc. Catapl. 14.

Greek (Liddell-Scott)

πύμᾰτος: [ῠ], -η, -ον, Ὁμηρ. ἐπίθ. = ἔσχατος, Μηριόνης δ’ ἄρα οἱ πυμάτας ὤτρυνε φάλαγγας Ἰλ. Δ. 254˙ ἄνδρα κτείνας π. Λ. 759˙ ἐν πυμάτοισιν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ μετὰ πρώτοισι, αὐτόθι 65 - ὡσαύτως, ὁ ἐξώτατος, ἄντυξ ἢ πυμάτη θέεν ἀσπίδος Ζ. 118, πρβλ. Σ. 607˙ ῥινὸς ὑπὲρ πυμάτης, ἄνωθεν τῆς ῥίζης τῆς ῥινός, Ν. 616˙ - ὁ κατώτατος, φάρος Πλάτ. Ἔλεγχ. 12. 2˙ π. Ταρτάρου βάθη Λουκ. Τραγῳδοπ. 295. 2) ἐπὶ χρόνου, ἔσχατος, τελευταῖος, Οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι Ὀδ. Ι. 369˙ (τῷ Ἑρμῇ) πυμάτῳ σπένδοντες ὅτε μνησαίατο κοίτου Ἐπικ. παρὰ Πλουτ. 2, 714C· π. τέλεον δρόμον… ἵπποι Ἰλ. Ψ. 373˙ π. δ’ ὡπλίσσατο δόρπον Ὀδ. Β. 20˙ ἐν χρήσει παρὰ τοῖς Τραγικ. μόνον ἐν λυρικοῖς χωρίοις, π. γῆρας Σοφ. Ο. Κ. 1236˙ - οὕτω, πύματον καὶ πύματα ὡς επίρρ. διὰ τελευταίαν φοράν, Ὅμ., Ἡσ.˙ πύματόν τε καὶ ὕστατον Ἰλ. Χ. 203˙ ὕστατα καὶ πύματα Ὀδ. Δ. 685, Υ. 13˙ ἐν πυμάτῳ Σοφ. Ο. Κ. 1675. 3) ἐπὶ βαθμοῦ, ὅ τι πύματον, ἔσχατον ἢ χείριστον, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 661. (Πιθ. ἐκ τῆς √ΠΟΣ, ἥτις φαίνεται ἐν τῷ Λατ. pos-t, Ὀσκαν. pos-mos (postremus), Οὐμβρ. pus, pus-tru, Σανσκρ. pa←-kas (pone, post), pa←-kinas (extremus)˙ ὥστε ὁ ἀρχικὸς τύπος θὰ ἦτο πόσματος).

French (Bailly abrégé)

η, ον :
qui est à l’extrémité, au bout :
I. avec idée de lieu;
1 dernier : ἐν πυμάτοισιν IL parmi les derniers;
2 qui est à l’extrémité (en haut ou en bas) : ῥινὸς ὑπὲρ πυμάτης IL au-dessus de la racine du nez, au bas du front ; ἄντυξ ἡ πυμάτη IL le bord extrême d’un bouclier ; en parl. du rang le dernier;
II. avec idée de temps, adv. • πύματον, • ἐν πυμάτῳ, pour la dernière fois ; à la fin, pour finir;
III. avec idée de degréτι πύματον SOPH le pire destin.
Étymologie: cf. lat. post, pone.

English (Autenrieth)

last, of time or place; ἄντυξ ἀσπίδος, ‘outermost,’ Il. 6.118, cf. Il. 18.608; ‘root’ of the nose, Il. 13.616.— Adv., πύματον, πύματα, joined with ὕστατον, ὕστατα, Χ 2, Od. 4.685.

Spanish

extremo, último

Greek Monolingual

-άτη, -ον, Α
1. έσχατος, τελευταίος (α. «πυμάτας ὤτρυνε φάλαγγας», Ομ. Ιλ.
β. «οὖτιν' ἐγὼ πύματον ἔδομαι», Ομ. Οδ.)
2. ο τελείως εξωτερικός, εξώτατος
3. αυτός που βρίσκεται στην κορυφή ή στην άκρη («ῥινὸς ὕπερ πυμάτης» — πάνω από τη ρίζα της μύτης, Ομ. Ιλ.)
4. κατώτατος («πύματα Ταρτάρου βάθη», Λουκιαν.)
5. απομακρυσμένος
6. αυτός που υπάρχει σε μέγιστο βαθμό, αυτός που δεν παίρνει περισσότερο
7. (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) πύματον, πύματα
για τελευταία φορά ή στο τέλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. πύ-μ-ατος, που εμφανίζει μορφή υπερθετικού σε -ατος και έρρινο ένθημα -μ-, ανάγεται πιθανότατα σε ΙΕ τ. (ә)pu- παράλληλο του (ә)pο- (πρβλ. λατ. po-situs και ἀπό / ἀπύ) και συνδέεται με το αρχ. ινδ. punar «έσχατος, τελευταίος». Κατ' άλλη άποψη, ο φωνηεντισμός -υ- του επιθ. αποτελεί διαλεκτικό φωνητικό φαινόμενο (πρβλ. και ἀπό / ἀπύ). Το επίθ., τέλος, συνδέεται πιθ. με τον τ. πύννος «πρωκτός»].

Greek Monotonic

πύμᾰτος: [ῠ], -η, -ον,
1. έσχατος, τελευταίος, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης, εξώτατος, στο ίδ.· κατώτατος, φάρος, σε Πλάτ.· π. Ταρτάρου βάθη, σε Λουκ.
2. λέγεται για χρόνο, τελευταίος, σε Όμηρ.· ουδ. πύματον και πύματα, ως επιρρ., για τελευταία φορά, σε Όμηρ.
3. λέγεται για βαθμό, ὅτι πύματον, έσχατο ή χείριστο, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

πύμᾰτος: (ῠ) [из * ἀπύματος, superl. к ἀπό последний, крайний: ὁτὲ μέν τι μετὰ πρώτοισι φάνεσκεν, ἄλλοτε δ᾽ ἐν πυμάτοισι Hom. (Гектор) появлялся то среди передних (бойцов), то среди задних; ἄντυξ πυμάτη σάκεος Hom. наружный обод щита; π. δρόμος Hom. последняя часть пути; πύματα Ταρτάρου βάθη Luc. самое дно Тартара; ἐν πυμάτῳ Soph. наконец, в конце; πύματον γῆρας Soph. глубокая старость; ὅ τι πύματον ὀλέσθαι Soph. погибнуть самой ужасной смертью.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πύματος -η -ον uiterst van plaats achterst, uiterst:; Μηριόνης δ ’ ἄρα οἱ πυμάτας ὤτρυνε φάλαγγας Meriones zweepte voor hem de achterste rijen op Il. 4.254; ἐν πυμάτοισι in de achterhoede Il. 11.65; voor het uiterste of achterste deel van iets. ῥινὸς ὕπερ πυμάτης boven de neuswortel Il. 13.616; ἄντυξ πυμάτη de uiterste rand Il. 6.118. van tijd laatst:; ἔνθ ’ ἄνδρα κτείνας πύματον λίπον daar liet ik de laatste man die ik gedood had achter Il. 11.759; πύματον δ ’ ὡπλίσσατο δόρπον hij had hem als laatste klaargemaakt als maaltijd Od. 2.20; π. γῆρας extreme ouderdom Soph. OC 1236; adv.. πύματόν τε καὶ ὕστατον voor de allerlaatste maal Il. 22.203. van wijze ergst:. ὅ τι πύματον ὀλοίμαν moge ik omkomen op de meest verschrikkelijke manier Soph. OT 661.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: utmost, last (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Fixed superlative without agreement outside Greek; on the formation Schwyzer KZ 63, 60. Remote connection may exist with Skt. púnar back, again, further, ardly however with OHG fon(a) von (IE *pu-n-??; but OS fan(a) id. with orig. -o-). As IE *po (e.g. in Lat. po-situs) is considered as zero grade of *apo (= *h₂po from *h₂epo) from, away, *pu would stand beside *apu, which is found only in Arc. Cypr. Lesb. Thess. ἀπυ and there may have arisen phonetically from ἀπο. -- Schwyzer-Debrunner 444 w. n. 3 a. further lit.; s. also πύννος; also πρυμνός. For a separate prep. pu Bechtel Lex. s. πύματος (after Bugge BB 14, 68).

Middle Liddell

πψ/μᾰτος, η, ον
1. hindmost, last, Il.:— also outermost, Il.:— nethermost, φάρος Plat.; π. Ταρτάρου βάθη Luc.
2. of time, last, Hom.:—neut. πύματον and πύματα as adv., at the last, for the last time, Hom.
3. of Degree, ὅ τι πύματον whatever is the last, worst fate, Soph.

Frisk Etymology German

πύματος: {púmatos}
Meaning: der äußerste, letzte (ep. lyr. seit Il.).
Etymology : Erstarrter Superlativ ohne außergr. Entsprechung; Vermutung über die Bildung Schwyzer KZ 63, 60. Entfernter Zusammenhang kann bestehen mit aind. púnar zurück, wieder, ferner. schwerlich dagegen mit ahd. fon(a) ‘von’ (idg. *pu-n-??; aber asächs. fan(a) ib. mit urspr. -o-). Wie idg. *po (z.B. in lat. po-situs) als Schwundstufe von *apo ab, weg betrachtet wird, soll *pu neben *apu stehen, das indessen nur in ark. kypr. lesb. thess. ἀπύ zu belegen ist und dort rein lautlich aus ἀπό entstanden sein kann. — Schwyzer-Debrunner 444 m. A. 3 u. weiterer Lit.; s. noch πύννος; auch πρυμνός. Für eine besondere Präp. pu Bechtel Lex. s. πύματος (nach Bugge BB 14, 68).
Page 2,624