Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φθόγγος

Ὀίκοι μένειν δεῖ τὸν καλῶς εὐδαίμονα -> The person who is well satisfied should stay at home.
Aeschylus, fr. 317
Full diacritics: φθόγγος Medium diacritics: φθόγγος Low diacritics: φθόγγος Capitals: ΦΘΟΓΓΟΣ
Transliteration A: phthóngos Transliteration B: phthongos Transliteration C: fthoggos Beta Code: fqo/ggos

English (LSJ)

ὁ (both Poet. and Prose),

   A any clear, distinct sound, esp. voice of men, Il.5.234, etc.; of the Sirens, Od.12.41,159; φθόγγῳ ἐπερχόμεναι 18.199; φ. ἀραῖον οἴκοις A.Ag.237 (lyr.); γόων οὐκ ἀσήμονες φ. S.OC1669; φ. οἰκείου κακοῦ voice, telling of... Id.Ant.1187; τὸν Αἵμονος φ. ib.1218, cf. 1214; of birds, ἀλεκτρυόνων φ. Thgn.864; ἀγνῶτα . . φ. ὀρνίθων S.Ant.1001, cf. 424; φθόγγος οὔτ' ὀρνίθων οὔτε θαλάσσης E.IA9 (anap.); κυνῶν καὶ προβάτων καὶ ὀρνέων Pl.R.397a.    2 speech, Ἑλλάδος φθόγγον χέουσαν A.Th.73; φ. ἔμμετρος, opp. πεζά, poetical speech, Phld.D.3.13; utterance, saying, Trag.Adesp.417.    II generally, sound, ἀνέμων Simon.37.11; δαίμονος πεδαρσίου . . πτερωτὸς φ. Ar.Av.1198 ( = Trag.Adesp.47); φωνῆς μὲν οὔ, φθόγγου δὲ μετέχοντά τινος, of semi-vowels, Pl.Phlb. 18c, cf. Arist.Aud.801b2, 804b9; ἄνευ φθόγγου καὶ ἠχῆς Pl.Ti.37b, cf. Epicur.Ep.1p.32U.; εἰς τοὺς φ. καὶ τὰς συλλαβάς Pl.Cra.389d, cf. Plu.Alex.27, Gal.15.6.    2 of musical sounds, λωτὸς φθόγγον κελάδει E.El.716 (lyr.); λύρας Pl.Lg.812d, etc., cf. φθόγγους ἀλύρους θρηνοῦμεν Alex. 162.6 (anap.).    b pl., notes on a musical instrument; strings of lyre, D.Chr.10.19; stops of flute, Philostr.VA5.21; cf. Corn.ND14.

German (Pape)

[Seite 1272] ὁ, die Stimme; bes. des Menschen, Hom. Il. 5, 234; der Sirenen, Od. 12, 41. 159; Tragg.: πόλιν Ἑλλάδος φθόγγον χέουσαν Aesch. Spt. 73; Ag. 228 Suppl. 242; Soph. εἰ τὸν Αἵμονος φθόγγον συνίημι Ant. 1203; auch ἀγνῶτ' ἀκούω φθόγγον ὀρνίθων 988; Eur.; u. in Prosa, Plat. Soph. 263 e Menex. 235 b u. Folgde; übh. Schall, Klang, Laut, Ruf, οὔκουν φθόγγος γ' οὔτ' ὀρνίθων, οὔτε θαλάσσης Eur. I. A. 9; τῆς λύρας Plat. Legg. VII, 812 d, u. A.

Greek (Liddell-Scott)

φθόγγος: ὁ, ἐπὶ παντὸς σαφοῦς ἢ διακεκριμένου ἤχου, μάλιστα δὲ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης φωνῆς, Ἰλ. Ε. 234, κλπ.· ἐπὶ τῶν Σειρήνων, Ὀδ. Μ. 41, 159· φθόγγῳ ἐπερχόμεναι Σ. 199· οὕτω παρὰ Τραγ., Ἑλλάδος φθόγγον χέειν Αἰσχύλ. Θήβ. 73· φθόγγος ἀραῖος δόμοις ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 237· γόων οὐκ ἀσήμονες φθ. Σοφ. Οἰδ. Κολ. 1668· φθ. οἰκείου κακοῦ, αἱ φωναί, οἱ λόγοι.., ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 1187· τὸν Αἵμονος φθ. αὐτόθι 1218, πρβλ. 1214· ― ὡσαύτως ἐπὶ πτηνῶν, ἀλεκτρυόνων φθ. Θέογν. 864· ἀγνῶτ’ ἀκούω φθόγγον ὀρνίθων Σοφ. Ἀντ. 1001, πρβλ. 424· φθόγγος οὔτ’ ὀρνίθων οὔτε θαλάσσης Εὐρ. Ἰφ. ἐν Αὐλ. 9· ἐπὶ κυνῶν, Πλάτ. Πολιτικ. 397Α· ― ἀνέμου Σιμωνίδ. 44. 11· ― Ὁ τύπος οὗτος κατὰ διάκρισιν ἀπὸ τοῦ τύπου φθογγή, ἀπαντᾷ καὶ παρὰ τοῖς Ἀττ. πεζολόγοις, ἴδε Πλάτ. ἔνθ’ ἀνωτ. ΙΙ. καθόλου, ἦχος, κατὰ διαστολὴν ἀπὸ τῆς φωνῆς, ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβῳ 18Β, πρβλ. Θεαίτ. 203Β, Τίμ. 37Β, Ἀριστ. περὶ Ἀκουστ. 5. 21, κ. ἀλλ.· εἰς τοὺς φθόγγους καὶ τὰς συλλαβὰς Πλάτ. Κρατ. 389D, πρβλ. Πλουτ. Ἀλέξ. 27 ― ἐπὶ μουσικῶν ἤχων, Εὐρ. Ἠλ. 716· φθ. λύρας Πλάτ. Νόμ. 812D· πρβλ. φθόγγους ἀλύρους θρηνοῦμεν Ἄλεξις ἐν «Ὀλυνθίᾳ» 1. 6. 2) παρὰ τοῖς Γραμμ., = φωνῆεν.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 bruit, son différent de la voix;
2 son articulé ; voix, parole.
Étymologie: φθέγγομαι.

English (Autenrieth)

(φθέγγομαι): voice, merely as audible sound; φθόγγῳ ἐπερχόμεναι, ‘with talking,’ making themselves heard, Od. 18.198.

Spanish

sonido

English (Strong)

from φθέγγομαι; utterance, i.e. a musical note (vocal or instrumental): sound.

English (Thayer)

φθογγου, ὁ (φθέγγομαι, which see), a musical sound, whether vocal or instrumental (Homer, Tragg., Xenophon, Plato, others.)

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
1. η ανθρώπινη, κυρίως, φωνή, η οποία παράγεται από τα φωνητικά όργανα
2. το σχετικό γραφικό σύμβολο, γράμμα (α. «ο φθόγγος α» β. «παιδίον ἐν τῷ τελευταίῳ τῶν φθόγγων ὑπὸ βαρβαρισμοῡ πρὸς τὸ σίγμα ἐξενεχθῆναι καὶ εἰπεῑν παιδίος ἀντὶ τοῡ νῡ τῷ σίγμᾳ χρησάμενον», Πλούτ.)
3. μουσ. ήχος ορισμένης οξύτητας που παράγεται από την ανθρώπινη φωνή ή από μουσικό όργανο, νότα
νεοελλ.
1. γλωσσ. ο έναρθρος ήχος ο οποίος, συνδυαζόμενος με άλλους τέτοιους ήχους, συνθέτει τη φυσική ή υλική πλευρά της γλώσσας, της ομιλίας, αντιδιαστελλόμενος έτσι από το φώνημα, που αποτελεί τη λειτουργική πλευρά της
2. φρ. α) «συμφωνικοί φθόγγοι»
γραμμ. τα σύμφωνα
β) «φωνηεντικοί φθόγγοι»
γραμμ. τα φωνήεντα
γ) «κλειστοί ή έκκροτοι ή στιγμιαίοι φθόγγοι»
γλωσσ. τα σύμφωνα που κατά την παραγωγή τους δημιουργείται τέλειος φραγμός, ο οποίος προς στιγμήν εμποδίζει τη δίοδο του αέρα, εν συνεχεία όμως διασπάται απότομα έτσι ώστε να γίνεται αισθητός ορισμένος κρότος κατά την εκφώνησή τους, όπως λ.χ. π, μπ, τ, δ, κ, γ, κ.ά.
δ) «διαρκείς φθόγγοι»
γραμμ. τα σύμφωνα που κατά την παραγωγή τους απαιτείται όχι τέλειος φραγμός αλλά στενό, που δημιουργείται από την ανάλογη θέση τών φωνητηρίων οργάνων, λ.χ. γλώσσας - χειλιών, γλώσσας - δοντιών, γλώσσας - φατνίων, λ.χ. φ, θ, χ, β, δ, γ, σ, μ, ν, λ. ρ
ε) «επαναληπτικοί παλμώδεις φθόγγοι»
γραμμ. τα σύμφωνα που κατά την παραγωγή τους η άκρη της γλώσσας πλήττει επανειλημμένως τους άνω οδόντες ή τα φατνία και τίθεται έτσι, κατά κάποιο τρόπο, σε παλμική κίνηση από τον εξερχόμενο αέρα
στ) «ακαριαίοι παλμώδεις φθόγγοι»
γραμμ. σύμφωνα που παράγονται με ένα και μόνο ακαριαίο πλήγμα τών οδόντων ή τών φατνίων από την άκρη της γλώσσας και στους οποίους ανήκει λ.χ. το r της ισπανικής στη λέξη pero «αλλά»
αρχ.
1. η φωνή τών ζώων
2. λόγος, ομιλία
3. (γενικά) οποιοσδήποτε ήχος
4. βοή, βουητό
5. γραμμ. φωνήεν
6. στον πληθ. χορδές έγχορδων μουσικών οργάνων, λ.χ. της λύρας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φθόγγ- της ετεροιωμένης βαθμίδας του ρ. φθέγγομαι + κατάλ. -ος (πρβλ. τρόπ-ος)].

Greek Monotonic

φθόγγος: ὁ,
I. κάθε καθαρός, ευδιάκριτος ήχος, ιδίως η ανθρώπινη φωνή, σε Όμηρ., Αττ.· ομοίως λέγεται για τα ζώα, σε Σοφ., Ευρ.
II. γενικά, ήχος, διακρινόμενος από τη φωνήν, σε Πλάτ.· λέγεται για μουσικούς ήχους, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

φθόγγος:
1) голос (παιδός Soph.; λύρας Plat.);
2) звук: γόων φθόγγοι Soph. жалобные вопли; τὰ φωνήεντα φωνῆς μὲν οὔ, φθόγγου δὲ μετέχοντά τινος Plat. звуковые элементы, которые не относятся к гласным, но имеют некоторое звучание (т. е. согласные);
3) речь, язык (Ἑλλάδος φ. Aesch.);
4) молва, слух: φ. οἰκείου κακοῦ Soph. слух о постигшем дом (Креонта) несчастье;
5) крик (щебет, лай, блеяние и т. п.) (κυνῶν καὶ προβάτων καὶ ὀρνέων φθόγγοι Plat.);
6) грам. гласный звук.

Middle Liddell

φθόγγος, ὁ,
I. any clear, distinct sound, esp. the voice of men, Hom., attic; also of animals, Soph., Eur.
II. generally, a sound, as distinguished from a voice (φωνή), Plat.:—of musical sounds, Eur.

Chinese

原文音譯:fqÒggoj 弗團哥士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:說出
字義溯源:發聲,聲音,音調;源自(φθέγγομαι)*=說出)
出現次數:總共(2);羅(1);林前(1)
譯字彙編
1) 聲音(2) 羅10:18; 林前14:7