Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοίρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο / χοῑρος, ΝΜΑ, θηλ. χοῑρος, ἡ, Α
οικόσιτο θηλαστικό ζώο με ογκώδες σώμα, προτεταμένο ρύγχος και σκληρές τρίχες, γουρούνι
νεοελλ.
παροιμ. α) «του χοίρου το μαλλί δεν γίνεται μετάξι» — ο ανάγωγος δεν αλλάζει εύκολα συμπεριφορά
β) «έπεσαν τ' άστρα τ' ουρανού και τα 'φαγαν οι χοίροι» — λέγεται για άτομα ευγενούς καταγωγής που ξέπεσαν και διασύρθηκαν
γ) «ο χοίρος τη λάσπη κυνηγά» — ο διεφθαρμένος συνηθίζει να συναναστρέφεται με ομοίους του
μσν.-αρχ.
είδος ψαριού του Νείλου
αρχ.
1. χοιρίδιο, γουρουνόπουλο («θυσάμενος οὐ χοῑρον ἀλλά τι μέγα καὶ ἄπορον θῡμα», Πλάτ.)
2. (στους κωμικούς) το αιδοίο της γυναίκας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η λ. χοῖρος (< ghor-yo-) μπορεί να αναχθεί στην ετεροιωμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας gher-(s)- «παγώνω, γίνομαι σκληρός, ανατριχιάζω» (βλ. λ. χέρσος) και να συνδεθεί επομένως με τη λ. χήρ (< ghēr «αγκαθωτό ζώο», βλ. λ
χήρ) με την υπόθεση μιας αρχικής σημ. «ζώο με σκληρές τρίχες» για τη λ. χοῖρος. Κατ' άλλη άποψη, λιγότερο πιθανή, η λ. χοῖρος έχει προέλθει από τ. ghoir-o- και συνδέεται με ένα αρμ. επίθ. gēr που χρησιμοποιείται για ζώα και ανθρώπους με σημ. «λιπαρός, παχύς», το οποίο, όμως, παραμένει δυσερμήνευτο και αμφίβολο. Η λ. χοῖροςεκτός από την κύρια σημ. «οικόσιτο μικρό γουρούνι»— χρησιμοποιήθηκε με σημ. «είδος ψαριού που ζει στον Νείλο» είτε κατ' απόδοση μιας λ. της γλώσσας της Νουβίας είτε λόγω της ομοιότητας της μορφής και τών τροφικών συνηθειών του ψαριού με τη μορφή και τις συνήθειες του χοίρου. Τέλος, η λ. απαντά σε κωμικούς ποιητές με σημ. «γυναικείο αιδοίο». Από τη λ. χοῖρος έχουν προέλθει διάφορα τοπωνύμια (πρβλ. Χοιρέαι) και ανθρωπωνύμια (πρβλ. Χοιρίλος, Χοίρων, Χοιροθύων κ.ά.).
ΠΑΡ. χοίρειος, χοιρίδιο(ν), χοίρινος
αρχ.
χοιράφιος, χοιρίδιος, χοιρίζω, χοιρίνη, χοιρίον, χοιρίσκος
αρχ.-μσν.
χοιρικός, χοιρώδης
μσν.
χοιρεών, χοιριώ
νεοελλ.
χοιρινός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) χοιρέμπορος, χοιροβοσκός, χοιροκομείο(ν), χοιροπώλης, χοιροτρόφος
αρχ.
χοιρόκτονος, χοιροκτόνος, χοιρομάγειρος, χοιροσφάγος, χοιρότροπος, χοιροφαγία, χοιροφορβείον αρχ.-μσν. χοιράγχη
μσν.
χοιράγρα, χοιρόβιος, χοιροδέτης, χοιροκέφαλος, χοιρόνους, χοιρόφρων μσν.-νεοελλ. χοιρομάντρι
νεοελλ.
χοιρόδερμα, χοιρόλαιμος, χοιρομέρι, χοιροπαραγωγή, χοιροστάτης. (Β' συνθετικό) αγριόχοιρος, ακανθόχοιρος
αρχ.
εύχοιρος, ισόχοιρος, καλλίχοιρος
νεοελλ.
ινδόχοιρος, ποταμόχοιρος, σκαντζόχοιρος, υδρόχοιρος].