Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοῦς

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χοῦς Medium diacritics: χοῦς Low diacritics: χούς Capitals: ΧΟΥΣ
Transliteration A: choûs Transliteration B: chous Transliteration C: choys Beta Code: xou=s

English (LSJ)

(A), ὁ, also ἡ Anaxandr.41.13 (anap.), Nic.Th.103: (χέω):— a measure of capacity, = 12 κοτύλαι: nom. sg. A χοῦς Anaxandr.71, Alex.15.19, Men.Her.Fr.5, IG11(2).219A40 (Delos, iii B. C.); gen. χοός Ar.Th.347 (cod. R and Suid., fort χοῶς), Tab.Heracl.2.36, 57, IG22.1013.55; χοῦ (in signf. 11) ib.1252.11, Ath.Mitt.30.146 (Mysia); dat. χοΐ Anaxandr.41.13, D.Prooem.53, PFrankf.1.19, al. (iii B. C.) (also Dor. Tab.Heracl.1.103); χῷ (in signf. 11) Ath.Mitt.30.145; acc. χοῦν Dsc.5.7, Ael.NA16.12, IG22.1366.23, PHolm.16.10; written χον (in signf.ΙΙ), SIG57.21 (Milet., v B. C.); χόα Choerob. in Theod.1.238H.; nom. pl. χόες Pl.Tht.173e, IG22.1672.200, Inscr.Délos 396 A 67 (iii B. C.), Gal.18(2).258; contr. χοῦς AP5.182 (Posidipp.); gen. pl. χῶν IG12(5).593 A9 (Ceos, v B. C.), χοῶν SIG647.27 (Stiris, ii B. C.); acc. χοῦς Tab.Heracl.1.103, PMich.Zen.94.4 (iii B. C.); χόας Hero *Mens.19, *Geom.23.63, Aristid.1.18J., Lib.Or.11.126, Gp.8.20.1, al. (χοας unaccented, SIG953.18 (Cnidus, ii B. C.)):—also nom. sg. χοεύς Hp.Epid.7.10, IG11(2).219 A 8 (Delos, iii B. C.); gen. χοῶς Ar.Pax537 (χοός ap. Suid.); χοέως Gal.12.932, S.E.M.9.320; dat. χοέϊ or χοεῖ Hp.Salubr.5, Morb.3.17 cod. θ, PHib.1.90.11 (iii B. C.), Choerob. in Theod. 1.238H.; acc. χοᾶ Ar.Eq.355, Ach.1202 (lyr.), Men.915 (contr. fr. χοέα, as correctly expld. by Hdn.Gr.2.13 and Choerob. l.c.; found at end of a verse in Ar.Eq.95,113, Ach.1133, Eub.80.4, Men. l.c.); χοέα Hp.Morb.3.17, Dsc.5.72, 73, Gp.2.6.42, Gal.12.931: nom. pl. χοεῖς IG11(2).237.3 (Delos, iii B. C.), Inscr.Délos 440 A 20, 62 (ii B. C.), Ostr.Bodl.i 343 (ii B. C.); written χοιεῖς PCair.Zen.160.3 (iii B. C.); acc. χοᾶς Ar.Ec.44, Th.746 (cod. R, cf. Suid.), Arist. HA627b4; later χοέας Ph.Bel.90.26; χοεῖς LXX 3 Ki.7.24 (38), Dsc. 5.7, 63, 68, PHolm.16.11, 17; dat. χοεῦσιν Arist. GC328a27; χόεσι or χοέσι (perhaps formed like δρομέσι) Wilcken Chr.176.7 (i A. D.): the unaccented forms χοα, χοας, χοων, PCair.Zen.516.21, 16, 19 (iii B. C.), prob. belong to χοεύς: prov., of attempts to measure the immeasurable, οἱ τῆς θαλάττης λεγόμενοι χόες Pl.Tht.173d; ὡσπερανεί τις ἐξαριθμεῖσθαι βούλοιτο τοὺς χόας τῆς θαλάττης Aristid. l.c. II = συμβολή iv, ἡ πόλις διδοῖ . . χο̄ν (v. supr.) τὸμ παλαιὸν ὁρτῆς ἑκάστης SIG57.21 (Milet., v B. C.); εἶναι αὐτοῖς ἀτέλειαν τοῦ χοῦ IG22.1252.11; Argive acc. sg. χῶν Hegesand.31. 2 name of a society or club, ἄρξαντα χοῦ Ath.Mitt.30.146 (Mysia); Διῒ Ὑψίστῳ καὶ τῷ ib.145 (ibid.). III Χόες, οἱ, the Pitcher-feast, a name given to the second day of the Anthesteria, Call.Aet.1.1.2; gen. Χοῶν Eubulid.1, Timae.128; dat. τοῖς Χουσί Ar.Ach.1211, Ath.7.276c; acc. τοὺς Χοᾶς Ar.Ach.961; τοὺς Χοᾶς ἄγειν D.39.16, cf. Phanod.13; τοὺς Χοῦς IG3.1342.
χοῦς (B), ὁ, also ἡ Str.10.2.19, 12.8.17, 16.1.9: (χέω):—A soil excavated or heaped up, ὁ χ. ὁ ἐξορυχθείς Hdt.2.150; τὸν αἰεὶ ἐξορυσσόμενον χοῦν Id.7.23, cf. 1.185, 8.28, Pherecr.121 (anap.), Th. 2.76, 4.90, IG22.380.26, etc.: gen. χοῦ Arr.An.2.27.4, POxy.1631.28 (iii A. D.) (uncontr. χόου IG9(1).691.6 (Corcyra)); also (from confusion with χοῦς A) gen. χοός LXX.Ec.3.20, PTeb.342.27 (ii A. D.), PBremen14.13; dat. χοΐ IG12(3), 248.10 (Anaphe, ii B. C.), Hsch. 2 = κονιορτός, dust, LXX 3 Ki.18.38, al., Ev.Marc.6.11. 3 χοῦς θανάτου the grave, LXX Ps.21(22).16, cf. Hsch., Suid.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1368] ὁ, s. unter χόος.

Greek (Liddell-Scott)

χοῦς: (Α), ὁ, καὶ ἡ, Ἀναξανδρίδης ἐν «Πρωτεσιλάῳ» 1. 13, Νικ. Θηρ. 103· - Λατ. congius, μέτρον ὑγρῶν (ἐκ τοῦ χέω) = 12 κοτύλαις ἢ λίτρ. 3, 28, Ἀττικῶς κλίνεται: χοῦς Ἀναξανδρίδης ἐν Ἀδήλ. 20, Ἄλεξις ἐν «Ἀπεγλαυκωμένῳ» 1. 19· χοῦς κεκραμένου οἴνου Μένανδρ. ἐν «Ἤρωϊ» 6· γεν. χοὸς Συλλ. Ἐπιγρ. 123. 56, Ἀριστοφ. Θεσμ. 347, καὶ ἐκ διορθώσεως τοῦ Διφνορφ. εἰς Ἀριστοφ. Εἰρ. 537· δοτ. χοΐ Ἀναξανδρίδης ἐν «Πρωτεσιλάω» ἔνθ’ ἀνωτ., Δημ. 1459 ἐν τέλει, Συλλ. Ἐπιγρ. 5774. 103· αἰτ. χόα [ᾱ ὡς ἐν ταῖς λ. φονέα, βασιλέα] Ἀριστ. Ἱππ. 355, (ἀλλαχοῦ ἀεὶ ἐν τέλει στίχου, αὐτόθι 95, 113, Elmsl. εἰς Ἀριστ. Ἀχ. 1013 = 1000, Εὔβουλος ἐν «Παμφίλῳ» 1, κτλ.)· πληθ. ὀνομ. χόες Πλατ. Θεαίτ. 173D· γεν χοῶν, δοτ. χουσὶ (ἴδε κατωτ. ΙΙ)· αἰτ. χόας Ἀριστοφ. Ἀχ. 1000, 1076, κ. ἀλλ. - Ἀλλὰ καὶ ὀνομ. χοεὺς φέρεται ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις τοῦ Ἱππ. 1212C· καὶ ἀντίστοιχοι τύποι χοέως χοῶς, χοεῖ, χοέα χοᾶ· χοεῖς, χοέων χοῶν, χοεῦσι, χοέας χοᾶς εὑρίσκονται παρ’ Ἀριστ. ἐν τῷ περὶ Γεν. κ. Φθορ. 1. 10, 12, περὶ τὰ Ζῷα Ἱστ. 9. 40, 55, κτλ., ἴδε κατωτ. ΙΙ, καὶ πρβλ. Λοβεκ. Παραλ. σ. 234. Συνῃρημ. ὀνομ. πληθ. χοῦς εὕρηται ἐν Ἀνθ. Παλατ. 5. 183· ἐνικ. αἰτ. χοῦν ἐν Διοσκ. 1. 15 καὶ 79, Αἰλ. κλπ.· αἰτ. πληθ. χοῦς Ἑλλην. Ἐπιγράμμ. 157. - Παροιμία ἐπὶ τῶν ἐπιχειρούντων να μετρήσωσι τὰ ἀμέτρητα, οἱ τῆς θαλάττης λεγόμενοι χόες Πλάτ. Θεαίτ. 173D· ὠσπερανεί τις ἐξαριθμεῖσθαι βούλοιτο τοὺς χ. τῆς θαλάσσης Ἀριστ. 1. 18. ΙΙ. Χόες, οἱ, ἡ ἑορτὴ τῶν Χοῶν, ὄνομα τῆς β΄ ἡμέρας τῶν Ἀνθεστηρίων ἐν Ἀθήναις, γεν. Χοῶν, χοῶν δέει τῶν μισθοδώρων Εὐβουλίδης ἐν «Κωμασταῖς» 1· δοτ. τοῖς Χουσὶ Ἀριστοφ. Ἀχ. 1211· αἰτ. τοὺς Χόας, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ μέτρον, αὐτόθι 961· τοὺς Χόας ἄγειν Δημ. 999. 9· - αἱ Χοϊκαὶ φαίνεται ὅτι ἔχει τὴν αὐτὴν σημασίαν Ἑλλην. Ἐπιγράμμ. 157.

French (Bailly abrégé)

χοῦ (ὁ) :
v. χόος.

Greek Monolingual

ο / χοῡς, γεν. χοός και χοῡ, ΝΜΑ, και ως θηλ. χοῡς, ἡ, Α
(στη νεοελλ. λόγιος τ.)
1. χώμα
2. εκκλ. (κατά την ΠΔ) η ύλη από την οποία ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο
μσν.
φρ. «χοῡς τῆς σαρκός» — το περίβλημα της ψυχής, το σώμα (Μετά Θεοφάν.)
αρχ.
1. σκόνη, κονιορτός
2. φρ. «χοῡς θανάτου» — τάφος (ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χοF- της ετεροιωμένης βαθμίδας της ρίζας του ρ. χέω + κατάλ. -ος, με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -F- και συναίρεση τών -οο-].
(I)
ὁ, ΜΑ, και χόος και χοεύς και χῶς, -ῶ, και ως θηλ. χοῡς, ἡ, Α
1. παλαιό αττικό μέτρο υγρών που ισοδυναμούσε με 12 κοτύλες
2. συνεκδ. αγγείο πόσης που είχε χωρητικότητα έναν χου
αρχ.
1. χρηματική συνεισφορά για την εξασφάλιση συμμετοχής σε κοινές εκδηλώσεις
2. ονομασία λέσχης ή εταιρείας
3. στον πληθ. οἱ Χόες
η δεύτερη ημέρα της εορτής τών Ανθεστηρίων, που ήταν αφιερωμένη στον Διόνυσο
4. παροιμ. φρ. «οἱ τῆς θαλάσσης λεγόμενοι χόες» — λεγόταν για όσους επιχειρούσαν να μετρήσουν τα αμέτρητα (Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χοF- της ετεροιωμένης βαθμίδας της ρίζας του ρ. χέω + κατάλ. -ος, με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -F- και συναίρεση τών -οο-. Κατ' άλλη άποψη, η λ. χοῦς είναι δάνεια από το ακκαδικό qū και δεν ανήκει στην οικογένεια του χέω].
(II)
χοός και χοῡ, ὁ, ΜΑ
βλ. χους.

Greek Monotonic

χοῦς: (Α), ὁ (χέω), Λατ. congius·
I. 1. μονάδα μέτρησης υγρών, = 12 κοτύλαι, σχεδόν 3 λίτρα, σε Αριστοφ. κ.λπ.· σε Αττ., χοῦς, χοός, χοΐ, χόα [ᾱ]· πληθ. χόες, χοῶν, χουσί, χόας·
2. παροιμ. λέγεται για προσπάθεια να μετρηθούν τα αμέτρητα, οἱ τῆς θαλάσσης λεγόμενοι χόες, σε Πλάτ.
II. χοές, οἱ, η γιορτή των Χοών, η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων στην Αθήνα, σε Αριστοφ., Δημ.
χοῦς: (Β), χοῦ, ὁ (χέω
1. γη που έχει καταποντιστεί ή έχει σωρευτεί, όπως το χῶμα, σε Ηρόδ.
2. = κονιορτός, σκόνη, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

χοῦς: ὁ стяж. к χόος I и II.

Middle Liddell

1
I. Lat. congius, a liquid measure = 12 κοτύλαι, nearly 3 quarts, Ar., etc.
2. proverb. of attempts to measure the immeasurable, οἱ τῆς θαλάττης λεγόμενοι χόες Plat.
II. Χόες, οἱ, the Pitcher-feast, the second day of the Anthesteria at Athens, Ar., Dem.
2
1. earth thrown down or heaped up, like χῶμα, Hdt.
2. = κονιορτός, dust, NTest.

Frisk Etymology German

χοῦς: {khoũs}
See also: s. χέω.
Page 2,1114

Chinese

原文音譯:cÒoj 何哦士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:土 相當於: (עָפָר‎)
字義溯源:塵土,灰塵;源自(χειμών)=暴風雨),而 (χειμών)出自(Χερούβ)X*=灌注,流出)。比較: (γῆ)=土
同源字:1) (χοϊκός)屬土的 2) (χόος / χοῦς)塵土
出現次數:總共(2);可(1);啓(1)
譯字彙編
1) 把塵土(1) 啓18:19;
2) 塵土(1) 可6:11

English (Woodhouse)

χοῦς = mound, bank of earth, six pints

⇢ Look up "χοῦς" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)