Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐναγώνιος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: ἐνᾰγώνιος Medium diacritics: ἐναγώνιος Low diacritics: εναγώνιος Capitals: ΕΝΑΓΩΝΙΟΣ
Transliteration A: enagṓnios Transliteration B: enagōnios Transliteration C: enagonios Beta Code: e)nagw/nios

English (LSJ)

ον,

   A of or for a contest, contending in the games, παῖς Pi.N.6.13; freq. in later Prose, αἱ νῖκαι αἱ ἐ. Arist. VV 1250b37; ἐ. κόσμος Duris70J.; ὄρχησις D.H.7.72, Luc.Salt.32.    2 ἐ. θεοί gods who presided over the games, esp. Hermes, Pi.P.2.10, Simon.18.1, A.Fr.384, cf. Ar.Pl.1161, IG2.1181; Ἀφροδίτη ib.3.189.    II of, in or for battle, πυκνώσεις ἐ. closing of the ranks in battle, Plb.18.29.2; παρακελευσμός Id.10.12.5; ἐνέργεια D.S.20.95; σχῆμα D.H.6.13; ἀρετή Onos.1.13 (v.l.).    III Rhet., suited for forensic oratory or debate, λόγος, πνεῦμα, λέξις, D.H.Is.20, Th.23, Dem.18, cf. Demetr.Eloc.193; vehement, κίνησις D.S.18.67; πάθος Longin.22.1.    2 of style, energetic, vivid, opp. διηγηματικός (as epith. of Il. compared with the Od.), Id.9.13, cf.Arg.Od. Adv.-ίως incisively, vehemently, Plu.2.771a, Longin.18.2.

German (Pape)

[Seite 825] zu den Wettkämpfen gehörig, – a) von Göttern, denselben vorstehend, bes. Ἑρμῆς, Pind. P. 2, 10; Aesch. frg. 401; Simon. bei Ath. XI, 490 f; vgl. Ar. Plut. 1161. – b) von Menschen, daran theilnehmend, παῖς Pind. N. 6, 13. – c) von Sachen, κόσμος Plut. Alc. 32; ἐσθής, Kriegsmantel, Caes. 45; ἀλαλαγμός Arat. 22; παρακελευσμός Pol. 10, 12, 5; πύκνωσις 18, 12; a. Sp.; ἐναγώνιος ὄρχησις, Gegenstand der Wettkämpfe, Luc. Salt. 32; βίος N. T. Bei den Rhetoren = Processe betreffend, λόγος, λέξις, übh. heftig, κίνησις, D. Sic. 18, 67; πάθος Longin. 22. – Adv., mit Anstrengung, Plut. amat. 25; heftig, Longin. 18, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνᾰγώνιος: -ον, ἀνήκων ἢ κατάλληλος εἰς ἀγῶνα, ἀγωνιζόμενος ἐν τοῖς ἀγῶσι, παῖς Πινδ. Ν. 6. 23· συχν. παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, αἱ νῖκαι αἱ ἐναγώνιοι Ἀριστ. π. Ἀρετ. κ. Κακ. 5, 6· ἐναγώνιος κόσμος Πλουτ. Ἀλκ. 32· ὄρχησις Λουκ. π. Ὀρχ. 32· ὄρχησις, σχῆμα Διον. Ἁλ. 7. 72., 6. 13. 2) ἐναγ. θεοί, θεοὶ ἔφοροι ἢ ἐπιστάται τῶν ἀγώνων, κυρίως δὲ ὁ Ἑρμῆς, Πινδ. Π. 2. 18, Σιμωνίδ. 27, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 387, πρβλ. Ἀριστοφ. Πλ. 1161, Συλλ. Ἐπιγρ. 251. ΙΙ. ὁ ἀνήκων εἰς μάχην, κατὰ τὰς ἐναγωνίους πυκνώσεις, τὰς κατὰ τὴν μάχην, Πολύβ. 18. 12, 2· ἐναγώνιος παρακελευσμὸς ὁ αὐτ. 10. 12, 5· ἐνέργεια Διοδ. 20. 95. ΙΙΙ. ἐν τῇ ῥητορικῇ κατάλληλος πρὸς δικανικὴν ῥητορείαν, λόγος, πνεῦμα, λέξεις Διον. Ἁλ. περὶ Ἰσαίου ἐν τέλει, περὶ Θουκ. 23, περὶ Δημ. 18· τὴν τοῦ σώματος κίνησιν γινομένην ἐναγώνιον Διόδ. 18. 67· πάθος Λογγῖνος 22. 2) ἐπὶ ὕφους, ἔντονος, σφοδρός, ἀντίθ. τῷ διηγηματικός, Λογγῖνος 9. 13, κτλ.· ὡς ἐπίθετον τῆς Ἰλιάδος παραβαλλομένης πρὸς τὴν Ὀδύσσειαν, Ὑπόθεσις Ὀδ.: ― οὕτως ἐν ἐπιρρ. -ως, ἐντόνως, σφοδρῶς, Πλούτ. 2. 771Α, Λογγῖνος 18.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
propre aux luttes, aux concours ; de lutte, de concours.
Étymologie: ἐν, ἀγών.

English (Slater)

ἐναγώνιος
   a taking part in games ἦλθέ τοι Νεμέας ἐξ ἐρατῶν ἀέθλων παῖς ἐναγώνιος (sc. Ἀλκιμίδας) (N. 6.13)
   b presiding over games ἐναγώνιος Ἑρμᾶς (P. 2.10)

Spanish (DGE)

(ἐνᾰγώνιος) -ον
I rel. ἀγών ‘certamen’, ‘combate’
1 de dioses protector del certamen, que preside los juegos de Hermes IG 13.5.3 (VI/V a.C.), A.Fr.384, Pi.P.2.10, Simon.50.1, Ar.Pl.1161, IG 22.3023.1 (IV a.C.), Paus.5.14.9, AP 9.319 (Philox.), GDRK 16.8, Orph.H.28.2, Hld.10.31.5, Gr.Naz.M.35.705B, Nonn.D.10.337, de Apolo IEryth.201a.67 (III a.C.), de Dioniso IM 213a (I a.C.), de Afrodita IG 22.5013 (Atenas, imper.), Nonn.D.48.106, de Aqueloo, Philostr.Her.16.9, de Eros, Nonn.D.19.237.
2 de pers. participante en el certamen o competición deportiva παῖς Pi.N.6.13, fig. ἵνα ἐναγώνιοι διηνεκῶς ὦμεν para que estemos constamente en liza, e.e., para que no bajemos la guardia al no saber cuándo moriremos, Chrys.M.48.985, cf. Serm.Gen.7.26
de cosas y abstr. propio o relativo a la competición, de o en la competición deportiva αἱ νῖκαι Arist.VV 1250b37, ἔναθλοι καὶ ἐναγώνιοι πόνοι Ph.1.646, νόμος Luc.Demon.49, φαλάρων κόσμος ἐναγωνίων adorno de los arneses de carreras Afric.Cest.1.10
subst. τὰ ἐναγώνια competiciones deportivas, Philostr.Im.2.25
fuera del deporte, del certamen musical y teatral στατοὺς καὶ ξυστίδας καὶ τὸν ἄλλον ἐναγώνιον ἀμπεχόμενοι κόσμον Duris 70, cf. Plu.2.161b, εἰ ... μὴ ἐ. ἡ ὄρχησις si la danza no está incluida entre los certámenes Luc.Salt.32, αὐλοί Ath.182c, φωνή Nicom.Harm.11 (p.255), Nonn.D.37.712, γύμνασμα ref. la competitividad en el mundo anim., Plu.2.979a, οὕτω δ' ἐ. ἦν ἡ περὶ τὰ ἐρωτικὰ πραγματεία Ath.601a.
3 guerrero, apto para el combate, relativo a o propio de la lucha παρακελευσμός Plb.10.12.5, κατὰ τὰς ἐναγωνίους πυκνώσεις Plb.18.29.2, σχῆμα D.H.6.13.1, ὄρχησις de la danza pírrica, D.H.7.72, ἐνέργεια D.S.20.95, ἀρετή Onas.1.13, ἡ ἐ. καὶ στρατηγικὴ ἐσθής Plu.Caes.45, ὁ δῆμος παρῆν πάλιν ἐνστάτης καὶ ἐ. el pueblo volvió a presentarse hostil y beligerante Synes.Ep.66 (p.107), ὁρμή Orph.H.33.2, ἡ ἐ. καὶ πολεμικὴ Ἰλιάς op. ἡ ἠθικὴ Ὀδύσσεια Heraclit.All.60
dispuesto al combate, enardecido de una estatua de Héctor, Philostr.Her.20.14
violento μάχη Didym.in Iob 90.10
subst. τὸ περὶ τοὺς ὄρνιθας ἐναγώνιον la pelea de aves e.d. de gallos Ph.2.466.
4 en la esfera de la lengua y la ret. propio de la diatriba forense, judicial ἡ ἐ. ... ῥητορική la elocuencia forense op. elocuencia de aparato, D.H.Is.20.2, cf. Dem.4, λόγοι D.H.Th.23, Is.19, Dem.10, στρογγύλη D.H.Dem.18, ἡ διαλελυμένη λέξις Demetr.Eloc.193
que busca la disputa de pers. οἱ ... Πέρσαι ἀλλήλοις διεψιθύριζον ἐναγώνιοι περὶ Ἀλεξάνδρου γενόμενοι Ps.Callisth.16.5E, δίκη ... ἐ. juicio de mucha discusión, juicio polémico op. εὐκαταφρόνητος ‘fácil de sustanciar’, Basil.Ep.179.
5 fig. del estilo vehemente, vigoroso, enérgico ὅλον τὸ σωμάτιον δραματικὸν ... καὶ ἐναγώνιον de la Ilíada op. διηγηματικός de la Odisea Longin.9.13, cf. Sch.Er.Il.15.64c, τοῦ σώματος κίνησις ref. gestos que acompañan al discurso, D.S.18.67, σχήματα op. παθητικός D.H.Is.3.6, πάθος Longin.22.1, λόγος Philostr.VS 505, cf. Nicol.Prog.34, Sch.D.1.117c
subst. τὸ ἐναγώνιον op. τὸ ὕπτιον Lib.Decl.49.proem.1.3, cf. D.H.Dem.21.4, Isid.Pel.Ep.M.78.592A.
II tard. rel. ἀγωνία ‘angustia’
1 angustiado, preocupado πᾶσα ἡ γῆ ἐπτοημένη, πᾶσα ἡ κτίσις ἐ. Gr.Nyss.Hom.creat.58.11, ἐταράχθησαν καὶ ἐναγώνιοι ἦσαν Soz.HE 4.9.7, cf. Ar.Pax argumen.3.8, Chrys.M.60.47.
2 agonizante, moribundo Chrys.M.59.350.
III adv. -ως
1 esforzadamente, con energía τὰς ὑπερησίας ... ἐ. ἀποπληροῦν Eus.HE 7.11.24, σπουδαίως καὶ ἐ. ζῆν Eustr.in EN 14.23
belicosamente Eust.34.36
en la esfera de la lengua vehementemente πρὸς τὸ λεχθὲν ἐ. Longin.18.2, τὰ ... ἄλλα παρὰ τῆς γυναικὸς ἐ. συνετραγῳδεῖτο Plu.2.771a, cf. Eust.181.12.
2 con angustia, con preocupación εἶδον ἄνδρα φίλον ἐ. διακείμενον Basil.Ep.111.

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἐναγώνιος, -ον)
αυτός που γίνεται με αγώνα ή αγωνία, αγωνιώδης, γεμάτος αγωνίαπάντα τον βίον ἐναγώνιον ἡμῑν εἶναι δεῑ καὶ ἐπίπονον», Ιω. Χρυσόστ.)
αρχ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε αγώνα, συμμετέχει σε αγώνα ή είναι κατάλληλος γι' αυτόν («τῆς ἐναγωνίου ὀρχήσεως τῶν χορῶν», Δίον. Αλικ.)
2. (για θεούς) επιστάτης, έφορος τών αγώνων («ἐναγώνιοι θεοί», Πίνδ.)
3. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή γίνεται σε μάχη («μαχομένων ἀλαλαγμὸς ἐναγώνιος ἐχώρει κάτω», Πλούτ.)
4. (ρητορ.) αυτός που αφορά σε δίκες, κατάλληλος για δικανική ρητορεία, ορμητικός
5. (για ύφος) ζωηρός, ενεργητικός, έντονος, σφοδρός.
επίρρ...
εναγωνίως
1. με αγώνες ή αγωνία, ανυπόμονα, με αδημονία
2. αρχ. με ένταση, έντονα, σφοδρά, ορμητικά.

Greek Monotonic

ἐνᾰγώνιος: -ον, αυτός που ανήκει, είναι κατάλληλος για έναν αγώνα, σε Πλούτ., Λουκ.· λέγεται για θεούς που είχαν την επιστασία των αγώνων, σε Σιμων., κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἐνᾰγώνιος:
1) покровительствующий состязаниям (Ἑρμῆς Pind., Aesch., Arph.);
2) участвующий в состязании (παῖς Pind.);
3) исполняемый на состязании (ὄρχησις Luc.);
4) надеваемый для состязаний (κόσμος Plut.);
5) одерживаемый на состязаниях (νίκαι Arst.);
6) военный, боевой (ἐνέργεια Diod.; ἐσθής, ἀλαλαγμός Plut.): ἐναγώνιοι πυκνώσεις Polyb. сомкнутые боевые порядки;
7) воинственный, резкий (τοῦ σώματος κίνησις Diod.).

Middle Liddell

ἐν-ᾰγώνιος, ον adj
of or for a contest, Plut., Luc.:—of gods who presided over games, Simon., etc.